Φρανσουάζ Εσκαρπί – Ο Μάρκος κάτω από την πάσα μοντάνια

Εμείς οι άνδρες Ζαπατίστας είμαστε πολλές φορές φαλλοκράτες και οι γυναίκες κέρδισαν την θέση τους μέσα στο κίνημα με τις δικές τους ενέργειες, ανεξάρτητα από εμάς. Αρχικώς όλα ήσαν εναντίον τους. Η γυναίκα η οποία άφηνε την οικογένεια της και αναχωρούσε για το βουνό ώστε να εισέλθει στις τάξεις μας εθεωρείτο πουτάνα. Στην αρχή, στα χωριά μας, τις γυναίκες Ζαπατίστας δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν καθόλου οι άλλες γυναίκες… Εν τέλει, όταν οι γυναίκες των κοινοτήτων αντίκρυσαν αυτές τις γυναίκες Ζαπατίστας να κάνουν πράγματα τα οποία εκείνες δεν φαντάζονταν ότι θα μπορούσαν να κάνουν – να γράφουν και να διαβάζουν, να κρατούν όπλο και να γνωρίζουν να το χρησιμοποιούν, να λένε την γνώμη τους, να διοικούν άνδρες – υπήρχε ένα είδος εσωτερικής εξέγερσης ενάντια στην πολιτισμική δομή της κοινότητας. Συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν και εκείνες να εκπαιδευτούν, πως ο αγώνας δεν ήταν αποκλειστικώς ανδρική υπόθεση και πως είχαν και εκείνες λόγο σχετικά με την πορεία των πραγμάτων. Η πρώτη εξέγερση των Ζαπατίστας δεν σημειώθηκε την Πρωτοχρονιά του 1994. Σημειώθηκε από τις γυναίκες, στο εσωτερικό του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας…[Υποδιοικητής Μάρκος, Συνέντευξη στην Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 58]

Είναι αδύνατον να μην αρχίσω από αυτή την επιπλέον εξαίσια πτυχή του αγώνα των Ζαπατίστας που κοινωνείται στο κεφάλαιο με τίτλο Το «ya basta» των γυναικών και αφορά όλες τις γυναίκες των τακτικών δυνάμεων του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας. Οι γυναίκες αμφισβήτησαν τρία προνόμια των ανδρών: την κατοχή γης, την επιλογή συντρόφου και την κατανάλωση αλκοόλ, ενώ ο «επαναστατικός νόμος των γυναικών» που υιοθετήθηκε το 1993 ορίζει μεταξύ άλλων το δικαίωμά τους να επιλέγουν τον σύντροφό τους και να μην υποχρεώνονται να παντρευτούν δια της βίας, το δικαίωμα να αποφασίζουν πόσα παιδιά μπορούν να γεννήσουν και να μεγαλώνουν και την απαγόρευση να τις χτυπήσει ή να τις κακομεταχειριστεί κανείς από την οικογένειά τους, πόσο μάλλον ξένος. Είναι εμφανές πως ένας τέτοιος πολιτικός αγώνας ανοίγει οριστικά και αμετάκλητα τον ορίζοντα μιας πλήρους προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας.

Έχουμε ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο το μνημειώδες βιβλίο των E.Z.L.N. – Subcomandante Marcos – Subcomandante Moises Οι λέξεις της σιωπής [Εκδόσεις των ξένων, 2014] καθώς και τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [Ροές, 2003] και τις Άλλες ιστορίες [Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014] που έγραψε / μετέγραψε ο Υποδιοικητής Μάρκος, αλλά κάθε έκδοση πού αφορά την ιστορία των Ζαπατίστας, μια ιστορία αισιόδοξη και συναρπαστική, είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει μια σειρά λόγων των Ζαπατίστας, πρωτίστως του Μάρκος, έως την περίοδο της Έκτης Διακήρυξη της ζούγκλας Λακαντόνα και της Άλλης καμπάνιας. Έχουμε εδώ, λοιπόν, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Νίκος Παπαχριστόπουλος, μια συνολική αποτίμηση του επαναστατικού προτάγματος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, μέσα από κείμενα των ίδιων των δρώντων υποκειμένων τα οποία εμπλέκονται στο ευρύτερο συγκείμενο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στο Μεξικό.

Μαύρη, γκρι ή καφέ, η πάσα μοντάνια χαρακτήρισε μαζί με το καλυμμένο πρόσωπο και τις παλιακάτες, τα συνήθως κόκκινα εμπριμέ φουλάρια, του άντρες και τις γυναίκες που βγήκαν από την ομίχλη των βουνών και την υγρή ζέστη της ζούγκλας και κατέλαβαν πόλεις και χωριά της Τσιάπας το 1994. Τρεις δεκαετίες αργότερα οι Ζαπατίστας είναι πάντοτε εδώ, έτοιμοι να εισακουστεί η φωνή τους για δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Η πάσα μοντάνια που φορά η ζούγκλα είναι η ομίχλη, με την οποία μπορεί να κρύβει τους καταδιωγμένους. Από εκεί βγαίνουν μασκοφορεμένοι ώστε να ξεμασκαρέψουν εκείνους που τους άρπαξαν τη γη, τους αρνήθηκαν τον λόγο και τους απαγόρευσαν την μνήμη. Ο Μάρκος ήρθε απ’ έξω, τους μίλησε αλλά δεν τον κατάλαβαν. Μόνο όταν χώθηκε στην ομίχλη έμαθε να ακούει και τώρα μιλά μέσα από αυτούς, όντας πια η φωνή των φωνών τους, όπως έγραψε ο Εντουάρντο Γκαλέανο στην La Jornada το 1996.

Περιστοιχισμένος από έξι αρχηγούς της Παράνομης Επαναστατικής Ινδιάνικης Επιτροπής του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, για την απόδοση τιμών στον Χοσέ Λουίζ Σολίς Λόπεζ, με το ψευδώνυμο Γκαλεάνο, έναν Ζαπατίστας δάσκαλο που δολοφονήθηκε σε ενέδρα σε αυτοκινητόδρομο, στην Ρεαλιδάδ στην Τσιάπας, ο υποδιοικητής Μάρκος δηλώνει: «Συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνοι απ’ έξω δεν μας έβλεπαν. Συνηθισμένοι να κοιτάζουν τους Ινδιάνους αφ’ υψηλού, συνηθισμένοι να μας βλέπουν ταπεινωμένους, η καρδιά τους δεν καταλάβαινε την αξιοπρεπή μας επανάσταση». Και οι αρχηγοί μας, άνδρες και γυναίκες, αναφώνησαν: «Βλέπουν απλώς την δική τους μικρότητα Ας κατασκευάσουμε ως εκ τούτου κάποιον τόσο μικρό σαν και αυτούς, ώστε να τον βλέπουν και να μας βλέπουν μέσω εκείνουΈτσι άρχισε ένα τέχνασμα ινδιάνικης σοφίας, η κατασκευή της φιγούρας που ονομάστηκε Μάρκος, που όπως κάποτε επινοήθηκε από εμάς, τώρα την καταστρέφουμε»». Εκείνη την ημέρα λοιπόν αποφάσισαν πως ο Μάρκος έπαψε να ζει ως Μάρκος και ονομάστηκε εξεγερμένος υποδιοικητής Γκαλέανο.

Στο κεφάλαιο Πρόγονοι και κληρονόμοι παρουσιάζονται εκείνοι που προηγήθηκαν στην μακραίωνη ιστορία του τόπου και επιβεβαιώνεται πως τίποτα δεν γεννιέται από το πουθενά. Η εξέγερση ακολουθεί μια τεράστια συσσώρευση αδικιών και θυμού. Ο Μάρκος και οι νεο-Ζαπατίστας (αν θεωρήσουμε ως Ζαπατίστας εκείνους του 1910) έχουν προκατόχους. Το Μεξικό της κατάκτησης και του αποικισμού είναι γεμάτο ηρωικές φιγούρες και στα γραπτά του ο Μάρκος αναφέρεται συχνά σε αυτούς, ώστε να επισημάνει ότι οι τωρινοί γηγενείς αγωνιστές συγκροτούν την σύγχρονη συνισταμένη μιας προγονικής βούλησης, δημοκρατίας, δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας.

Στο κεφάλαιο Η Τσιάπας των Ινδιάνων και των ανταρτών υπενθυμίζεται πως ο Μάρκος έφερε εξ αρχής τον βαθμό του υποδιοικητή για να δείξει ότι η πολιτική διεύθυνση ανήκει στους Ινδιάνους. Εκείνος δεν είναι παρά ο Γενικός Εντολοδόχος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας και έχει αναλάβει την επικοινωνία με τον εθνικό και διεθνή τύπο. Ο στρατός που εισέβαλε στο μικρό χωριό όπου είχε εγκατασταθεί η Επιτροπή του αγώνα, απέτυχε φυσικά να συλλάβει τους καθοδηγητές της «ανταρσίας» και ο Μάρκος με ολόκληρο τον πληθυσμό κατόρθωσαν να διαφύγουν και, εγκαταλείποντας τα ελάχιστα που κατείχαν, κατέφυγαν στο βαθύτερο σημείο της ζούγκλας. Στερημένοι τα πάντα, άρχισαν να επιβιώνουν υπό τις πλέον επισφαλείς συνθήκες. Ο Μάρκος εξηγεί με σκωπτικό πάντα τρόπο τους λόγους για τους οποίους η Πολιτεία των Τσιάπας παρά τους σημαντικούς φυσικούς της πόρους, παραμένει από τις φτωχότερες του Μεξικού και περιγράφει τους δρόμους από τους οποίους δραπετεύουν όλα της τα πλούτη: οδικό δίκτυο, αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ηλεκτρικές γραμμές, σιδηροδρόμους, τραπεζικούς λογαριασμούς. Το Μεξικό, ένατος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, αφήνει τον λαό του σε καταδίκη πείνας και ανέχειας.

Ο πόλεμός μας είναι ένας πόλεμος για να μιλήσουμε και να εισακουσθούμε. Η φτώχεια είναι η πηγή του. Στην ζούγκλα Λακαντόνα φτάσαμε το 1983, επηρεασμένοι από τους αντάρτες της δεκαετίας του 1980 και από την μορφή του Τσε Γκεβάρα. Είχαμε την πεποίθηση πως μια μικρή ομάδα ηρώων μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Με την επαφή με τους Ινδιάνους έμαθα να ζω στο βουνό. Και να επικοινωνώ μαζί τους. Επικοινωνία δεν σημαίνει να μιλάς απλώς την ίδια γλώσσα αλλά να έχεις την ίδια αντίληψη για τον κόσμο. [Μάρκος, Συνέντευξη Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 48-49]

Ήταν 2003 όταν οι Ζαπατίστας δημιούργησαν τα Καρακόλ και τις Επιτροπές Ορθής Διακυβέρνησης ως τρόπους αυτόνομης διακυβέρνησης. Στα Καρακόλ, τα οποία αποτελούν ενώσεις πολλών αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες διοικούνται από Συμβούλια Ορθής Διακυβέρνησης, των οποίων τα μέλη ορίζονται από τις συνελεύσεις των αυτόνομων κοινοτήτων και εναλλάσσονται τακτικά, πλείστα ζητήματα κρίνονται με βάση το εθιμικό δίκαιο: ο κλέφτης οφείλει να προσφέρει δωρεάν εργασία στην κοινότητα, ο βίαιος θα τεθεί υπό την κηδεμονία ενός διαμεσολαβητή και ο δολοφόνος είναι υποχρεωμένος δια παντός να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας την οποία κατέστρεψε.

Είναι χαρακτηριστικό το βίντεο στο οποίο υποτίθεται πως ο Μάρκος ετοιμάζεται να βγάλει τη κουκούλα και εκείνη την στιγμή, πίσω από αυτήν, αρχίζουν να αποκαλύπτονται τόσα άλλα πρόσωπα εξαθλιωμένων γηγενών, εν είδει αναπαραγωγής του ενός και μοναδικού προσώπου το οποίο κρύβεται πίσω από το προσωπείο του. Πριν από το 1994 Ινδιάνος σήμαινε καταφρόνια, άσχημη αντιμετώπιση και εξευτελισμούς. Τώρα, με τον αγώνα μας, Ινδιάνος σημαίνει να σηκώνεις ψηλά το κεφάλι. Οι γηγενείς θέλουν να γραφτεί στο Σύνταγμα πως οι Ινδιάνοι είναι Μεξικανοί, με διαφορές στον πολιτισμό και τις παραδόσεις. Από το 1994 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας δεν αποστέλλει πλέον δασκάλους στις ζώνες των Ζαπατίστας. Μόνο αλληλέγγυοι έρχονται από άλλες περιοχές της χώρας ή και άλλες χώρες για να καλύψουν την σχετική ανάγκη.

Από την ατομικότητα στην συλλογικότητα, από την θεωρία στη πράξη, από το σύμβολο στο γεγονός, από την αυτοοργάνωση στον πλήρη σχεδιασμό της δράσης, από τα πολυβόλα στα λόγια, από την αμάθεια στην απόλυτη γνώση, από την ετερότητα στην ενσωμάτωση: αυτή είναι η σύγχρονη μορφή της κοινωνικής εξέγερσης, γράφει ο Νίκος Παπαχριστόπουλος στα κείμενά του εδώ. «Ως σύγχρονοι επαναστάτες, οι Ζαπατίστας και ο Μάρκος κλέβουν αυτό που τους έχει κλαπεί: απαλλοτριώνουν από τον καπιταλισμό το κυρίαρχό του όπλο, την οικουμενικότητά του, και βάσει αυτού διαδίδουν το μήνυμά τους· μετατρέπουν την κατ’ εξοχήν διεργασία επιβολής του, την δικτατορία της πληροφόρησης, σε απαραίτητο στοιχείο για την δική τους συμβολική και πρακτική κατοχύρωση ως νομιμοποιημένων επαναστατών. Έτσι ένα εγχώριο και τοπικό επαναστατικό συμβάν καθίσταται μια διεθνής συμβολική αναφορά, μια ατέρμονη διαδικασία επικοινωνίας με τους απανταχού εξεγερμένους».


Είναι γνωστό ότι ο Μάρκος γράφει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: από τα μανιφέστα μιας άξιας ζωής μέχρι την πολιτική καταγγελία και από την παράθεση στιγμιότυπων και εικόνων από την σύγχρονη μεξικανική πραγματικότητα έως την σκωπτική εξιστόρηση αδιανόητων καταστάσεων, τα κείμενά του δεν γίνονται ποτέ βαρετά. Με όποιον τρόπο και να διαλέξει να κοινωνήσει αυτό που συμβαίνει στα μέρη του, το παράθυρο είναι πια ανοιχτό και δεν μπορούμε να πούμε πως δεν γνωρίζουμε. Η συγγραφέας είναι ανταποκρίτρια γαλλικών εντύπων στην Λατινική Αμερική και πλήρως εξοικειωμένη με τις συνιστώσες της καθημερινής ζωής των Ζαπατίστας. Το βιβλίο περιλαμβάνει μικρό χρονολόγιο των Ζαπατίστας και παράρτημα με δέκα φωτογραφίες από το αρχείο της Μαρίας Κατεργάρη.

Εκδ. Opportuna, 2016, μτφ. Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 164. Επίμετρο: Περικλής Κοροβέσης, Σάββας Κωφίδης [Francoise Escarpit, Marcos. Seus le passe-montagne, 2006].

Σημείωση: Η έκδοση έχει ήδη εξαντληθεί και επίκειται άμεση ανατύπωση.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 242, εδώ.

Éric Marty – Ρολάν Μπαρτ. Το επάγγελμα του συγγραφέα

Οι πολίτες της αρμονίας θα επεδείκνυαν ασυγχώρητη αδεξιότητα εάν δεν γνώριζαν να αξιοποιήσουν τα σπέρματα τόσον ρομαντικών και μυθιστοριακών ψευδαισθήσεων· όχι μόνον δεν θα τις περιφρονούν αλλά θα είναι σε θέση να κάνουν να αναβλύσουν ηδονές υπέροχες από μία πηγή εκ της οποίας σήμερα αντλούμε μονάχα ματαιότητες … φυλακισμένες στα μυθιστορήματα και σε αυτούς τους πολίτες της αρμονίας ετούτες οι ηδονές δεν θα είναι ιδεατές αλλά και πραγματικές…

έγραφε ο Κάρολος Φουριέ στον Νέο ερωτικό κόσμο του (μτφ. Γ. Καυκιά, εκδ., 2003, σ. 49-50, εδώ σ. 415) και ήταν ο Ρολάν Μπαρτ στο βιβλίο του Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα (που κυκλοφόρησε εδώ από τις αλησμόνητες εκδόσεις Άκμων, σε μτφ. Ι. Ευσταθιάδου-Λάππα, 1η έκδ. 1971) ο οποίος σε αμέτρητους από εμάς όχι μόνο σύστησε τον Φουριέ αλλά κι έναν μοναδικό τρόπο ανάγνωσής του. Η «συνάντηση» αυτών των δυο στοχαστών αποτελεί το αντικείμενο του επιμέτρου του Νίκου Παπαχριστόπουλου, ο οποίος εξετάζει την ουτοπία του νέου ερωτικού κόσμου που συνέλαβε ο Φουριέ υπό το βλέμμα του Μπαρτ.

«Πρέπει να ξαναφτιάξω τον κόσμο σύμφωνα με εκείνα που με ευχαριστούν: εκείνα που με ευχαριστούν θα είναι ταυτόχρονα ο σκοπός και το μέσο…», έγραφε ο Φουριέ, η θεωρία του οποίου ήταν ένας ριζικός ευδαιμονισμός, μια κατάφαση της αισθησιακής ηδονής. Καθώς ο πολιτισμός, ως εποχή της βαρβαρότητας, αντιτίθεται στην παγκόσμια αρμονία, το ουτοπικό πρόταγμα του Φουριέ αντιτίθεται στην αρχή κάθε πολιτικού συστήματος ως θεωρίας, ως επιστήμη. Ο Φουριέ επιτίθεται στο πολιτισμένο (κατασταλτικό) σύστημα και ζητά μια ολοκληρωτική ελευθερία στις επιθυμίες, τις ορέξεις, τα πάθη, τις μανίες, τις ιδιοτροπίες. Θα περιμέναμε επομένως μια φιλοσοφία αυθορμητισμού αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ένα ταραγμένο σύστημα, του οποίου η φαντασιακή ένταση ξεπερνά το σύστημα και ολοκληρώνει το συστηματικό, δηλαδή την γραφή – μια γραφή που κινητοποιεί ταυτόχρονα μια εικόνα και το αντίθετό της. Το συστηματικό του Φουριέ λοιπόν είναι το ίδιο του το κείμενο. Ο Φουριέ επινοεί έναν κόσμο συστηματικής εμβέλειας, παραθέτει του όρους της κοινωνικής οργάνωσης και κατοχυρώνει ένα σύμπαν ατέρμονων υπολογισμών. Είναι ευνόητο ότι ο Μπαρτ δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από ένα τέτοιο κείμενο.

Θα επανέλθουμε στα σχετικά κείμενα αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για ποιον λόγο ένα ακόμα βιβλίο για τον Ρολάν Μπαρτ; αναρωτιέται στον πρόλογό του ο Ερίκ Μαρτύ, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7 και επιμελητής των Απάντων του (βλ. παρακάτω). Εκείνο που αναμφίβολα διακρίνει τον Μπαρτ από τους συντρόφους του είναι ότι το έργο του, παρ’ όλο που διέπεται σταθερά από την «θεωρία», χαρακτηρίζεται από απαντήσεις στις οποίες η γραφή κατέχει την προνομιακή θέση. Η αναγωγή της σε κυρίαρχο τελεστή συνιστά και τον πιο κατάλληλο τρόπο σκέψης: η γραφή αποτελεί την υπευθυνότητα επιλογής μιας θέσεως, η οποία αποτελεί επίσης πράξη, την μετάβαση από μια θέση ως προς τον κόσμο σε μια πράξη εντός του κόσμου. Από τον Βαθμό μηδέν της γραφής έως τον Φωτεινό θάλαμο, από την Αυτοκρατορία των σημείων έως τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και από τις Μυθολογίες έως την Ευχαρίστηση του κειμένου, ο Μπαρτ αποφαίνεται περί του νοήματος της λογοτεχνίας, της φωτογραφίας, του θανάτου, του έρωτος και του λόγου του, των εικόνων και πάλι της λογοτεχνίας, με την βεβαιότητα πως καμία απάντηση δεν αξίζει χωρίς να θεμελιώνεται επί της ίδιας της υπάρξεως του βιβλίου· μονάχα το βιβλίο δύναται να καταστήσει την απάντηση ενεργό και ζώσα.

Ο Μαρτύ αποφασίζει να δώσει τρεις διαφορετικές μορφές στον λόγο του- την μαρτυρία, την σύνθεση και την έρευνα. Το πρώτο μέρος του βιβλίου («Αναμνήσεις μιας φιλίας») έχει (αυτο)βιογραφικό περιεχόμενο και εκκινεί από την συνάντηση του συγγραφέα, εικοσάχρονου τότε φοιτητή γαλλικής φιλολογίας, με τον Μπαρτ, την δεκαετία του ’80 και φτάνει ως τις τελευταίες ημέρες του απρόσμενου θανάτου του έξω από το Collège de France. Είναι ένας τρόπος, γράφει, να ανασυστήσει μια παρουσία, μια φωνή, μια ύπαρξη, ένα βλέμμα που δεν είναι δικά του. Όπως είναι αναμενόμενο, από εδώ παρελαύνουν όλα τα ονόματα της γαλλικής διανόησης από το περιβάλλον του Μπαρτ, ενώ αποτυπώνονται πτυχές της καθημερινής ζωής του.

Η δεύτερη ενότητα, «Το έργο», περιλαμβάνει τους πέντε προλόγους που έγραψε ο Μαρτύ για την κυκλοφορία των Απάντων του Μπαρτ στην Γαλλία, στις εκδόσεις Seuil. Σε αυτή την συνοπτική καταγραφή επιχειρείται μια σύνθετη παρουσίαση των σημαντικών θεμάτων και των λαϊτμοτίφ του έργου του. Σαρτρ, Μαρξ, Μπρεχτ, «Κοινωνική μυθολογία» (Α΄ τόμος), Σωσσύρ, Σημειολογία (Β΄ τόμος), Σολλέρς, Κρίστεβα, Ντερριντά, Κειμενικότητα (Γ΄ τόμος), Νίτσε, Ηθικότητα (Δ΄ τόμος) είναι ορισμένα μόνο από τα θέματα κάθε τόμου, θέματα που μαζί με τα μεταγενέστερα γραπτά του Ε΄ τόμου, ο Μαρτύ διανύει με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις, όπως, για παράδειγμα, όταν γράφει, περί του Α΄ τόμου, πως ο Μπαρτ πριν τον Αλτουσσέρ, είχε αντιληφθεί ότι η ιδεολογία δεν τοποθετείται στο πεδίο των ακαθόριστων και ανομολόγητων πίστεων ή των μεγάλων συνειδητών και ασυνείδητων προκαταλήψεων (το στερέωμα των ιδεών) αλλά διαθέτει μιαν υλική πραγματικότητα, σωματική και οργανική. Ο Μπαρτ διέκρινε την υπόσταση μιας υλικότητας της ιδεολογίας και ότι η ισχύς της συνίσταται στην σύγχυσή της με την πραγματικότητα, στην τελική ενοίκησή της στην πραγματικότητα και στην περιβολή της στις πιο συγκεκριμένες της μορφές, τις πιο καθημερινές, τις πιο καταναλώσιμες. Γι’ αυτό και στις Μυθολογίες του προσέγγισε την ιδεολογία εντός της σειράς των αντικειμένων τα οποία περιβάλλουν τους Γάλλους την δεκαετία του ’50 στις πιο οικίες τους στιγμές, στην καθημερινότητα, δείχνοντας πως κάτω από την φυσική προφάνεια τα πάντα είναι σημεία και σημαίνοντα (σ. 133 και επ.).

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Περί των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου» αποτελεί μετεγγραφή του Σεμιναρίου του Μαρτύ στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7, το 2006, σχετικά με το μνημειώδες κείμενο του Μπαρτ. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1977 σε υπερβολικά απλή μορφή (ένα είδος λεξικού ή καταγραφής των καταστάσεων του έρωτα) φάνταζε ως εξαπάτηση έτσι όπως προερχόταν από έναν συγγραφέα του οποίου το έργο χαρακτηριζόταν από ένα είδος ερμητισμού, έναν θεωρητισμό και κυρίως από την άρνηση των προφανειών. Οι πολλαπλές αναφορές – παραπομπές σε σύγχρονους (Λακάν, Σολλέρς, Φουκώ, Σεβέρο, Σαρδουί) ή παλαιότερους (Σωκράτη, Ιωάννη του Σταυρού) είναι σα να μην ανήκουν στους επινοητές τους αλλά να αποτελούν τον ερωτικό λόγο στο αμιγές του καθεστώς, τα λόγια αυτά δηλαδή να ανήκουν πράγματι στην καθολική γλώσσα του ερωτευμένου κόσμου!

Στα αποσπάσματα του ερωτικού λόγου κυριαρχεί η κριτική της αφήγησης και η αναστολή του αφηγηματικού. Από τον Ζυλιάν Σορέλ στη λαιμητόμο έως τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα ενωμένους στην αυτοκτονία τους, η αφήγηση έχει επιτελέσει το άχαρο καθήκον της, την κάθαρση, επιτρέποντας στην μπουρζουαζία να εξαγνιστεί για τα πάθη της. Ιδού γιατί ο Μπαρτ δεν επιθυμεί να υποχωρήσει εμπρός στο γόητρο της ερωτικής ιστορίας και δεν επιθυμεί να της παραχωρήσει τίποτε. Δεν υποστηρίζει όμως την αισθητική ανωτερότητα του ερωτικού λόγου από την ερωτική αφήγηση. To κείμενο – «κηδεμόνας» του βιβλίου, άλλωστε, είναι ένα μυθιστόρημα επιστολών, ο Βέρθερος, του οποίου η επιστολική δομή ευνοεί τον λόγο εις βάρος της αφήγησης. Όμως ο Μπαρτ φαίνεται να μην συγκινείται από τις «ίντριγκες», από την επεισοδιακή πρακτική και την αφηγηματική διάταξη των μυθιστορημάτων τα οποία επικαλείται.

Ο ερωτευμένος δεν ευρίσκεται σε κάποιο σενάριο, αλλά εντός του δράματος, με την αρχαϊκή έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα δράμα το οποίο πρέπει να αναπαρασταθεί ως ιστορία, χωρίς δράση – η «έκσταση» την οποία ομολογώ στον εαυτό μου συνιστά ένα ολοκληρωμένο συμβάν. Το μυθιστόρημα δεν δύναται να ενσαρκώσει την αρχαϊκή αυτή μορφή του κλασικού δράματος, την επίμονη και υπνωτική ομολογία ενός «ανέκαθεν», ίσως μονάχα με τρόπο λίαν αποσπασματικό. Το εγώ του ερωτικού υποκειμένου είναι κάποιος ο οποίος ομιλεί μέσα του ερωτικά απέναντι στον άλλον ο οποίος δεν ομιλεί.

Με το τελευταίο «νεωτερικό» βιβλίο του, το Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα του 1971, ο Μπαρτ διαμορφώνει και προωθεί έναν κύριο όρο, την ευχαρίστηση. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο απογοητευτικό από το να το εκλάβουμε το κείμενο ως αντικείμενο διανόησης (στοχασμού, αναλύσεως, σύγκρισης, αντανάκλασης κ.λπ.). Το Κείμενο είναι αντικείμενο ευχαρίστησης». Η ευχαρίστηση δεν είναι νεωτερική έννοια αλλά εμφανέστατα υποκειμενική, άκρως ηδονιστική και δεν ενέχει κανέναν ριζοσπαστισμό, κανένα επιτέλεσμα ισχύος, τρόμου ή εκφοβισμό. Αυτή η «ευχαρίστηση» θα αποτελέσει αργότερα το αντικείμενο του συγγράμματος «Η απόλαυση του κειμένου». Ο νέος ερωτικός κόσμος εξεδόθη για πρώτη φορά στην Γαλλία το 1967, 140 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, εντοπισμένος στα παραμελημένα χειρόγραφά του, και αποτελεί μια σύνθεση χειρογράφων σε ημιτελή κατάσταση, ένα εκ φύσεως ανοιχτό κείμενο, έναν κειμενικό όλο, περιχαρακωμένο στην ασφάλεια του υποκειμενικού λόγου. Σε αυτή την ατέρμονη εκτύλιξη ενός θεωρητικού λόγου γεμάτου από θέσεις, αντιθέσεις, ανασκευές και ανατροπές, παρεμβάλλεται ένα σκηνοθετικό εγχείρημα: η διήγηση μιας ιστορίας, ένα αφήγημα με πρόσωπα υπαρκτά, εντός της θεωρίας, εναρμονιζόμενο πλήρως με αυτήν.

Βρισκόμαστε ξανά στο επίμετρο του Νίκου Παπαχριστόπουλου ο οποίος παρουσιάζει ενδελεχώς το κείμενο που τόσο συγκίνησε τον Μπαρτ. Στον νέο ερωτικό κόσμο η μυθιστορία εγκιβωτίζεται εντός του θεωρητικού κατασκευάσματος και διαχέεται στο ευρύτερο θεωρητικό συγκείμενο, ο αφηγηματικός λόγος καθίσταται η κυρίαρχη μορφή πρόσληψης της πραγματικότητας, το ίδιο το κειμενικό δεν διαχωρίζεται από την κειμενική του επινόηση. Έτσι το ουτοπικό εγχείρημα της αρμονίας παρουσιάζεται σε πολλαπλή εκδοχή: θεωρία, μυθιστορία, υποκειμενικό σχόλιο του συγγραφέως. Σε αυτή την ουτοπική αφήγηση με όρους αμιγούς ρεαλισμού, η κυρίαρχη υποκειμενική βούληση αποτελεί το ύψιστο κριτήριο τοποθέτησης στην πραγματικότητα.

Ο Φουριέ διαβάζεται από τον Μπαρτ ως είναι ένας «επινοητής» και όχι ως συγγραφέας, καθώς προσφέρει μια πλήρη δυνατότητα επανακατασκευής του κόσμου αποκλειστικά και μόνο μέσω της δικής του μοναδικής επινόησης. Το βιβλίου του αποτελεί μια απλή ομιλία και ο επινοητής είναι ένα ομιλούν υποκείμενο που ομιλεί για το βιβλίο του, πρόκειται δηλαδή στην ουσία για ένα μετα-βιβλίο, χωρίς θέμα, με αναβλητικό δηλούμενο. Η αποσπασματική γραφή, ο κατακερματισμένος λόγος, το αχανές εννοιολογικό σύμπαν, η παρείσφρηση της γραφής εντός της γραφής, της ιστορίας εντός της ιστορίας, της μυθιστορίας εντός της θεωρητικής κατασκευής, και κυρίως η επεξήγηση όλων τούτων μέσω ενός προσωπικού σχολίου, όλα συνεργούν στην μανιακή εκδίπλωση ενός ερωτικού παραληρήματος και μιας κοινωνικής ερωτικής θεωρίας στον αντίποδα του φόβου του θανάτου. Επειδή κατά τον Μπαρτ ο Φουριέ είναι ένα υποκείμενο της γραφής που γράφει υπό την απειλή του «νευρωτικού φόβου της αποτυχίας» και του θανάτου και μεταστρέφει αυτό τον φόβο σε ηδονή της δημιουργίας.

Όταν το ανθρώπινο γένος, έχοντας κατακτήσει την κοινωνική αρμονία, θα έχει απαλλαγεί από αυτές τις χίμαιρες σχετικά με την άλλη ζωή, όταν θα ξέρει πως σε αυτήν την άλλη ζωή η ευτυχία των πεθαμένων συνδέεται στενά με την ευτυχία των ζωντανών, ότι δεν είμαστε ευτυχισμένοι στον άλλον κόσμο παρά ανάλογα με την ευτυχία που απολαμβάνουμε σε τούτον εδώ τον κόσμο, δεν θα ασχοληθεί παρά με την οικοδόμηση της ευτυχίας του ζωντανού κόσμου…[Φουριέ, ό.π., σ. 144, εδώ σ. 430]

Εκδ. Opportuna, 2012, μτφ. Κυριακή Σαμαρτζή, Μαγδαληνή Σαμαρτζή, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 430. Επιμέλεια – Επίμετρο: Νίκος Παπαχριστόπουλος [Le métier d’ écrire, 2006]. Στις εικόνες: Charles Fourier [Fred Sochard], προσωπογραφίες του Roland Barthes και το πολύτιμο προσωπικό αντίτυπο των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου.