Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 37 (Ιανουάριος 2022), εδώ

XXΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Πρώτα άκουσα το τραγούδι. Η διαπεραστική μελωδία κι ο βηματιστός ρυθμός διέχυναν την ευεξία τους μέσα από τις μικρές γκρίζες τρύπες του φορητού ραδιόφωνου. Ύστερα κατέγραψα τους στίχους στο τετράδιο των πολύτιμων σημειώσεων. Ακολουθούσαν σε διπλανές στήλες δυο μεταφράσεις, η πιστή και η ελεύθερη. Η επόμενη σελίδα έμενε λευκή, για την μετατροπή τους σε μια σύντομη ιστορία, ανεξάρτητη από τα χωροχρονικά δέσμια του τραγουδιού. Έτσι ήταν τότε οι ακροαστικές τελετές.

Ήταν το Raindrops keep falling on my head από κάποιον B.J. Thomas. Το έβαζα, γυρνούσα την κασέτα στην αρχή, το ξανάβαζα. Ο τύπος μου έλεγε πως οι σταγόνες της βροχής συνεχίζουν να πέφτουν στο κεφάλι του και τίποτα δεν πάει καλά, οπότε άρχισε να μιλάει με τον ήλιο και του είπε στα ίσια πως δεν του αρέσει έτσι όπως αυτός τα κανόνισε. Ήξερε πως η βροχή δεν σταματάει με τα παράπονα και φυσικά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κλάψει γιατί ήταν ελεύθερος και δεν τον ανησυχούσε τίποτα. Για ένα πράγμα ήταν βέβαιος και το αφήνω αμετάφραστο, για να μη χαθεί το χαμόγελο μιας τριπλής ομοιοκαταληξίας: The blues they send to meet me wont defeat me, it wont be long till happiness steps up to greet me.

Μάθαινα λοιπόν πως εκείνα που με βασάνιζαν, παρά την μεταφορά, έχουν μπλε αποχρώσεις και πως υπάρχουν και αυτουργοί που μου τα έστελναν, «αυτοί», κι έτσι είχα μπροστά μου έναν ορατό αντίπαλο που όφειλα να νικήσω: αποστολείς μπλε μορφών που ενσάρκωναν όσους και όσα με ταλαιπωρούσαν. Όταν γνωρίζεις τον εχθρό αποκτάς σημαντικό πλεονέκτημα στις μάχες. Το κομμάτι έγινε ο ύμνος μιας καθημερινής αναμέτρησης. Μπορεί να αδυνατούσα να τηρήσω την αγέρωχη στάση του τραγουδιστή, μπορεί να συννέφιαζα από πάνω κι από μέσα και τελικά να βρεχόμουν από ψιχάλες ή κλάματα, όμως το σιγοτραγουδούσα, έστω και αμυνόμενος.

Αργότερα είδα μια μαγευτική φωτογραφία από μια ταινία, χωρίς την παραμικρή αναφορά στην υπόθεση, παρά μόνο στον τίτλο της: Butch Cassidy and the Sundance Kid. Ένα ζευγάρι πάνω σ’ ένα ποδήλατο, ο άντρας ήταν ο μετέπειτα γνωστός μου Πολ Νιούμαν, η γυναίκα ήταν μια όμορφη μελαχρινή. Είχε όλα τα μάκρη της τότε θηλυκότητας: στο σώμα, στα μαλλιά, στο φόρεμα. Χαμογελούσαν, έμοιαζαν ερωτευμένοι κι έλαμπαν φως ολόφωτο αλλά δυο πρωτοφανείς πρωτοτυπίες απογείωναν την ζευγαρωτή ποδηλασία – εκείνη ήταν ξυπόλητη και καθόταν μπροστά από το τιμόνι, σε μια επικίνδυνη ισορροπία που όμως βρισκόταν με το μέρος τους!

Τότε που οι παλαιότερες ταινίες δεν παίζονταν στην μεγάλη οθόνη και είχαν μερικές μόνο πιθανότητες για την μικρή, αρκούσε μια φωτογραφία για να φτιάξω απ’ την αρχή το φιλμ: αυτοί σίγουρα ήταν ζευγάρι που χωρίς καμιά έγνοια κυλούσαν σε χωματόδρομους και λιβάδια τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα, μια το πρωί για να υμνήσουν τα όσα τους περίμεναν, και μια αργά το απόγευμα, για να συνοψίσουν τα όσα μοιράστηκαν. Ή για να γιορτάσουν τις νυκτόβιες αγκάλες που, αντίστοιχα, προηγήθηκαν ή ακολουθούσαν. Όμως γνώριζα πως με τέτοιες ιστορίες δεν γράφονται βιβλία ούτε γυρίζονται ταινίες. Ποια τέχνη αρκείται στην ξερή ευδαιμονία; Θα είχαν λοιπόν κι αυτοί την Οδύσσειά τους αλλά τι είδους τρικυμίες τους περίμεναν; Θα τις διέσχιζαν ως χαμογελαστοί συνοδηγοί; Αγόρασα τα βασικά σύνεργα –ένα καπέλο, ένα λευκό πουκάμισο, ένα ποδήλατο– και περίμενα.

Κάποτε έφτασε η στιγμή και μπήκα στην ταινία αντί του τυχερού άντρα αλλά αιφνιδιάστηκα. Δεν με πείραξε που ήμουν ένας διαβόητος ληστής που μαζί με τον έτερο συνέταιρο Sundance Kid λυμαινόμασταν τις αχανείς εκτάσεις της Άγριας Δύσης και σταματούσαμε μέχρι και τραίνα για τον καθημερινό επιούσιο. Άλλωστε στις χίλιες κινηματογραφικές μου ζωές ήταν εκατοντάδες οι φορές που βρέθηκα στις παράνομες όχθες του ηρωισμού. Άλλη ήταν η απογοήτευσή μου: η εμφάνιση της αγαπημένης μου καθυστερούσε ύποπτα. Γύρω στο 27ο λεπτό της συμπυκνωμένης μου 90λεπτης βιογραφίας έφτασα μ’ ένα ποδήλατο ως το σπίτι της. Εκείνη κοιμόταν ακόμα. Δίπλα της ήταν ο Σάντανς Κιντ. Τι συνέβαινε; Δεν ήταν δική μου;

 

Τραγούδησα έξω από το παράθυρό της και κατάλαβε ότι την περίμενα. Ξεχύθηκε από το κρεβάτι με λευκό της ένδυμα (που τελικά μάλλον ήταν νυχτικό), ενθουσιάστηκε με το ποδήλατό που μόλις τότε εμφανιζόταν στον κόσμο, (ιδού το νέο άλογο της φώναξα, ή κάτι ανάλογο), σκαρφάλωσε πάνω του κι αρχίσαμε την βόλτα. Όσο κι αν ήμουν προετοιμασμένος από την φωτογραφία, δεν χόρταινα την μορφή της, έτσι όπως κλυδωνιζόταν ξυπόλητη και χαμογελαστή στα οχτάρια του δίκυκλου. Και τότε άρχισε εκείνο το τραγούδι! Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Κάπως έτσι τηρουμένων των αναλογιών ένιωσαν και οι θεατές όταν ξαφνικά θα άκουσαν το τραγούδι στην ταινία, γιατί κι εκείνοι δεν το περίμεναν, καθώς ο δίσκος κυκλοφόρησε πριν την προβολή. Τα τρία λεπτά που η μελωδία αγλάιζε την κούρσα της ήταν αξέχαστα. Για τέτοιους συνδυασμούς ήμουν ευτυχής που έβλεπα κι έπαιζα κινηματογράφο. Είχε γραφτεί αποκλειστικά για την ταινία και αδυνατούσα να δεχτώ πως βρισκόμουν μπροστά σε μια αδιανόητη σύμπτωση. Σ’ όλα αυτά υπήρχε κάποιο μήνυμα για μένα.

Προς το παρόν εκείνο, βρήκα ένα ρήμα ταιριαστό με το ευδαιμονικό μας τρέξιμο πάνω στις ρόδες: ροδίζαμε. Ροδίζαμε στα μονοπάτια και στους αγροτικούς δρόμους, περνούσαμε ξυστά από δέντρα – πρόλαβε μάλιστα κι έκοψε ένα μήλο να το γευτούμε, σαν μια Εύα σε Νέα Εδέμ. Κι ύστερα όταν σταματήσαμε έξω από έναν αχυρώνα, έτρεξε στον πάνω όροφο και πήρε θέση στο παράθυρο για το δικό μου θέαμα, «ισορροπία πάνω στο ποδήλατο και θεαματική πτώση». Τι μπορούσε λοιπόν να θαμπώσει εκείνη την περίλαμπρη ζεύξη μας; Το τελευταίο που θα περίμενα: Η Έτα Πλέις, όπως ονομαζόταν, δεν ήταν καν δική μου. Είχε αφήσει ζεστό το κρεβάτι που μοιραζόταν με τον εταίρο μου. Ήταν δική του ερωμένη, όχι δική μου. Εμάς μας συνέδεε η παράξενη, ακατάτακτη στα λεξικά φιλία που συνδέει μια σύντροφο με τον φίλο του συντρόφου της. Άραγε θα είχαμε σχέση αν σε είχα γνωρίσει πρώτο; με είχε ρωτήσει λίγα λεπτά πριν στην βόλτα και της απάντησα Μα έχουμε σχέση Έτα. Είσαι πάνω στο ποδήλατό μου. Σε μερικές αραβικές χώρες αυτό ισοδυναμεί με παντρειά. Οι πρώτες δυο προτάσεις έγιναν πολύτιμο φιλοσοφικό επίγραμμα. Αν δεν μπορώ να έχω μια γυναίκα, αρκεί να βρεθεί στο ποδήλατό μου και για τις στιγμές της περιπλάνησης γίνεται η δική μου αγαπημένη. Αργότερα ο κανόνας επεκτάθηκε αναλογικά και σε μοτοποδήλατο, μηχανάκι και μηχανή. Έτσι και τώρα, ο έρωτας συμπυκνωνόταν σε τόπο κινούμενο και σε χρόνο χωμένο μέσα σ’ ένα απόλυτο παρόν. Για τα λίγα λεπτά της τροχιοδρόμησης, ήμασταν εραστές. Επιστρέψαμε αργά και τρυφερά, όχι χωρίς μια ελαφριά μελαγχολία.

Στην υπόλοιπη ζωή ήμουν ο φίλος της φίλης του φίλου μου και στα διαλείμματα από τις «δουλειές» μας πηγαίναμε στο σπίτι της. Εκείνη γνώριζε τα πάντα και ανησυχούσε πως κάποτε θα την επισκεφτούμε ολοκληρωτικά ξέπνοοι και αναίσθητοι – απέφευγε να πει την αμετάκλητη λέξη. Σ’ εκείνες τις ανέμελες ανταύγειες ανάπαυλας μας απολαμβάναμε την φιλοξενία της και τα ξεχνούσαμε όλα. Κάποια στιγμή όμως οι διώκτες μας άρχισαν να μας πλησιάζουν και αποφασίσαμε να πάμε στην Βολιβία, στον παράδεισο των ελεύθερων ληστών. Η Έτα προθυμοποιήθηκε να εγκαταλείψει την δουλειά της ως δασκάλα και να έρθει μαζί μας. Θυμάμαι την άφιξή μας με τραίνο σ’ έναν εγκαταλειμμένο, σχεδόν ερειπωμένο σταθμό: κότες και γουρουνάκια σουλάτσαραν ανάμεσα στα ξερόχορτα κι ένα λάμα στάθηκε να μας παρατηρήσει. Αυτό ήταν ο παράδεισος; Κι όμως, θριαμβεύσαμε σε μερικές σπαρταριστές, λόγω ασύμβατων γλωσσών, ληστείες και κάποτε όταν ξανά μας έσφιγγε ο κλοιός των νόμιμων, αποφασίσαμε να γίνουμε τίμιοι. Αναζητήσαμε δουλειά αλλά μας προσέλαβαν ως φρουρά στην έφιππη κρατική μισθοδοσία. Πώς ν’ αγιάσουμε; Αφού ήμασταν αυτό που ήμασταν. Όμως δεν σκοτώσαμε ποτέ, παρά μόνο όταν απειληθήκαμε από άλλους ληστές σε κάτι ερημιές.

Μια μέρα η Έτα μας είπε πως δεν αντέχει άλλο και πως επιθυμεί να επιστρέψει. Είχε κουραστεί από μια ζωή στον δρόμο και στο κυνηγητό, θρηνούσε και την απώλεια ενός ράντσου που αγαπούσε πίσω στα πάτρια. Γνωρίζαμε πως θα το έκανε και πως δεν υπήρχε περίπτωση να την μεταπείσουμε. Αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά κι οι τρεις στο φως του σούρουπου. Δεν υπήρχε κανένας μελοδραματισμός στην σκηνή, ούτε πουθενά αλλού στην ταινία. Αρκούσαν τα γεγονότα όπως συνέβαιναν, ήταν από μόνα τους βαθιά και δεν χρειάζονταν άλλο σκάψιμο. Εμείς συνεχίσαμε γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Δεν σκεφτήκαμε, ή αδιαφορήσαμε για το ενδεχόμενο κάποια στιγμή οι ράθυμες τοπικές αστυνομίες να καλέσουν τον βολιβιανό στρατό. Ακόμα κι όταν βρεθήκαμε περικυκλωμένοι σε κάτι χαλάσματα κάναμε σχέδια για κάποιο νέο τόπο, σκεφτήκαμε και την ελληνική γη. Τελικά δοκιμάσαμε μια ηρωική έξοδο ανάμεσα σε καταιγισμό σφαιρών. Πηγαίναμε χαμογελαστοί προς τον ήλιο. Μετά δεν θυμάμαι τίποτε άλλο.

Αναζήτησα την ιστορία Έτα Πλέις, πεπεισμένος πως πρόκειται για μια σπάνια γυναίκα. Ποια ήταν, τι ομορφιά είχε, τι απέγινε; Μάζεψα λόγια που ακολούθησαν φήμες ή το αντίστροφο, κι ιστορίες αδιασταύρωτες, καπνισμένες από καπνούς χωρίς φωτιά, που ίσως την συναρμολογούν, ακόμα κι αν δεν ισχύουν. Λεγόταν ότι  εργαζόταν σ’ ένα περίφημο πορνείο στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, όπου σύχναζαν τα μέλη της ευρύτερης συμμορίας κι ότι αρχικά ήταν δική μου ερωμένη. Το 1909 κάποια μυστηριώδης γυναίκα που της έμοιαζε ήρθε σε επικοινωνία με τον υποπρόξενο των ΗΠΑ στην Χιλή και ζήτησε την βοήθειά του για να πάρει ένα πιστοποιητικό θανάτου του Σάντανς (το έγγραφο δεν εκδόθηκε ποτέ). Υπάρχουν ενδείξεις πως την ίδια εποχή μετά τον θάνατό του πήγε στην Παραγουάη όπου παντρεύτηκε ενώ σύμφωνα με μια αναφορά στο Πρακτορείο Πίνκερτον, το «μεγαλύτερο ιδιωτικό γραφείο ερευνών» όπως διαφημιζόταν, μια γυναίκα με τα χαρακτηριστικά της σκοτώθηκε σ’ έναν οικιακό καυγά με πιστόλια στην Αργεντινή. Σύμφωνα με άλλες αναφορές έγινε ή ξανάγινε πόρνη ή μετακόμισε στη Νέα Υόρκη ή επέστρεψε στην διδασκαλία κάπου στο Κολοράντο ή στο Όρεγκον. Προτιμώ την τελευταία εκδοχή: ποιο παιδί θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η ωραία τους κυρία υπήρξε μια εύθυμη λησταρχίνα; Σε κάθε περίπτωση, η ταυτότητά της παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία του «western».

Δυο γεγονότα όμως είναι βέβαια: πως λήστεψε μαζί μας μια τράπεζα στην Αργεντινή και κυνηγημένοι διασχίσαμε τις πάμπες και τις Άνδεις και βγήκαμε στην Χιλή και πως δεν έφυγε μόνη της αλλά ο ευγενής σύντροφός της την συνόδεψε από το Βαλπαραΐσο στο Σαν Φρανσίσκο κι επέστρεψε στην Νότια Αμερική. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ και χάσαμε οριστικά τα ίχνη της. Ω, Έτα Πλέις, θα μπορούσες να ηρεμείς στο ξύλινο σπιτικό σου δίπλα σε γαλήνιες γαίες, να ανταλλάζεις γνώσεις στις αίθουσες με τα μικρά παιδιά και να αθλείσαι στο καθημερινό αγώνισμα μιας οικογένειας. Αλλά δεν ήσουν έτσι. Αγάπησες έναν έκπτωτο της νομιμότητας που υστερεί μπροστά στον έρωτα. Σίγουρα θα σε έθελγε η ιδέα της φροντίδας δυο αντρών που θα σε προστάτευαν διπλά, η έξαψη της περιπέτειας, ένας νέος τόπος όπου ο ήλιος βασιλεύει διαφορετικά. Έτα παραμυθική, που κρύβεσαι απ’ τον μύθο, που χαμογελούσες στο γλυκύτερο τραγούδι παραμυθίας!

Η ταινία πρότεινε μια εντελώς διαφορετική, καλλιτεχνική μορφή του ληστρικού φιλμ. Οι ρυθμοί της είναι αργοί, οι περιπλανήσεις σε λόφους και βουνά εκτενείς και χωρίς ίχνος περιπέτειας. Αλλά ολόκληρη η μουσική της εκτός από το τραγούδι ήταν αποκλειστικά φωνητική, που εντελώς αρμονικά συνόδευε την παράθεση δεκάδων μαυρόασπρων φωτογραφιών των τριών μας από τα υπέροχα γλεντοκόπια μας στη νέα μας γη – μια απολαυστική σκηνοθετική ιδέα.  Ο ίδιος ο συνθέτης Βurt Bacharach έγραψε ότι μόνο πολύ αργότερα έμαθε πως σε κανέναν από την 20th Century Fox δεν άρεσε το τραγούδι. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ που έπαιζε τον Σαντανς Κιντ αναρωτιόταν: Πώς θα ταίριαζε σ’ ένα φιλμ που ήταν γεμάτο καλοκαιρία; Την ώρα εκείνη δεν υπήρχε ούτε ψιχάλα στον ορίζοντα! Αργότερα όλοι παραδέχτηκαν πως έκαναν λάθος: το κομμάτι υμνούσε μια στάση ελεύθερης ζωής. Δυο ριψοκίνδυνοι φίλοι απολαμβάναμε το διάλειμμα από τις εργασίες μας σ’ έναν ήσυχο, ειδυλλιακό τόπο. Ήταν ένα «πλήρες αμερικανικό τραγούδι» που ο συνθέτης εμπνεύστηκε ακριβώς παρακολουθώντας την σκηνή. Κι όσο κι αν οι συνθέτες δοκίμασαν να το προσαρμόσουν σε πιο «γουέστερν» στιλ, ήταν αδύνατον. Η σύνθεση είχε ήδη χτιστεί με τα συγκεκριμένα υλικά ρυθμού και μελωδίας και απέβαλλε οποιαδήποτε άλλη επέμβαση.

Το Raindrops keep falling on my head διασκευάστηκε πλείστες φορές αλλά αγάπησα μόνο την δοκιμή των Manic Street Preachers, ενός ούτως ή άλλως εξαίσιου ροκ «συγκροτήματος». Ούτε αυτοί δεν διανοήθηκαν να το σκληρύνουν, όμως γνώριζαν πολύ καλά πόσο τους ταίριαζε: λίγους μήνες νωρίτερα ο ένας κιθαρίστας τους, ο Richie Edwards, εξαφανίστηκε κι έκτοτε δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η πολυτάραχη ζωή του ήταν γεμάτη ενδείξεις επιθυμίας μιας φυγής μακριά απ’ όλα. Ίσως η επιλογή της διασκευής μπορεί να ήταν απαραίτητη για τους ίδιους αλλά κι ένα νεύμα προς εκείνον. Αυτή την εκδοχή διάλεξα για την δική μου προσομοίωση της σκηνής. Υπήρχε ένα κορίτσι που πραγματικά επιθυμούσα μα είχε ήδη βρει τον δικό της Σάντανς. Δεν είχα παρά να της προτείνω να πάμε κάπου με το μηχανάκι χωρίς φυσικά να της ζητήσω ανάλογη αμφίεση ή να την καθίσω μπροστά από το τιμόνι. Φρόντισα όμως να είναι καλοκαίρι ώστε να κρυφοκοιτάζω τουλάχιστον τα πόδια της πάνω στα μαρσπιέ. Αυτή ήταν, άλλωστε, η αστική εκδοχή της «ξυπόλητης» συνοδηγού. Έβαλα διπλό βύσμα στο γουώκμαν, ώστε να το ακούμε κι οι δυο με ακουστικά αλλά και για να αποφύγω κάποια συζήτηση που θα με αποσπούσε από την ποθητή συναίσθηση.

Βγήκαμε στις παρυφές της πόλης, σ’ έναν δρόμο με λεύκες την ώρα που τα φύλλα τους έπαιρναν το χρυσοκίτρινο φως του βορρά. Πηγαίναμε σε μια έρημη βιομηχανική περιοχή, αναζητώντας ένα αυτοσχέδιο καφενείο που λειτουργούσε σε μια εγκαταλειμμένη φάμπρικα. Στα εικοσιπέντε λεπτά της διαδρομής είχαμε σχέση, προσομοιωμένη σε μια σχεδόν κινηματογραφική πραγματικότητα. Όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε έβρεχε και προτίμησε να καλέσει ταξί. Επέστρεψα μόνος, με μειωμένη ταχύτητα, για να βραχώ όσο πιο μέσα γινόταν, ώστε να μεταφερθώ σε άλλη ταινία και να ξεπεράσω τον ξαφνικό χωρισμό. Σε μια γωνιά στην άκρη του δρόμου είδα ένα πεταμένο ποδήλατο· μου θύμισε ένα ανάλογο στιγμιότυπο του φιλμ, το ποδήλατο του ήρωά μου ριγμένο σε κάτι απόνερα, λίγο πριν την αναχώρησή μας. Μπαίνοντας στην πόλη, στα πρώτα φώτα της οδού Μοναστηρίου, άρχισε να παίζει το απόλυτο τραγούδι τους, το Motorcycle emptiness, με την στοιχειωτική συμμετοχή του οριστικά διαφυγόντος κιθαρίστα. Για άλλη μια φορά οι στίχοι χώρεσαν το ανέκφραστο: Under neon loneliness / Motorcycle emptiness.

Μέχρι σήμερα συνεχίζω να πολεμώ τους Μπλε, αλλά εκείνοι πολλαπλασιάζονται ενώ εγώ παραμένω ένας. Όποτε βάζω το τραγούδι παίρνω αισιοδοξία και δύναμη, που συχνά έχουν μόνο την διάρκειά του, σαν τις σχέσεις που αιωρούνται στην δίκυκλη συνοδήγηση. Όπως και η πραγματική Έτα Πλέις, έτσι και η δική μου δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε. Ούτε κατάφερα να μάθω αν εκείνο το ρόδισμα ήταν σκηνοθετική κατασκευή ή μια πιθανή πραγματικότητα. Τι σημασία έχει! Η ξυπόλητη μορφή της με το λευκό ένδυμα μοιάζει η ακριβέστερη εικόνα του ανεκπλήρωτου έρωτα.  {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}https://www.youtube.com/watch?v=aafcO6mw3ks&ab_channel=ManicStreetPreachers-Topic

Η ταινία: Butch Cassidy and the Sundance Kid (George Roy Hill, 1969). Η γυναίκα: Katharine Ross. Τα τραγούδια: Raindrops keep falling on my head (Β.J. Thomas, 1969, Manic Street Preachers, 1992), Motorcycle emptiness (Manic Street Preachers, 1995).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 19: Οι νουβέλλες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 36 (Δεκέμβριος 2021), εδώ

XXΙΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 19: Οι νουβέλλες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Γνώρισα την Σαρλότ πάνω σε λευκό σεντόνι, στο κρεβάτι του διαμερίσματος που νοίκιαζε στο Παρίσι με τον εραστή της, έναν ηθοποιό ονόματι Ρομπέρ. Πρώτα είδα το χέρι της, πλεγμένο στο χέρι του, ακινητοποιημένο· ύστερα την πλάτη της να αγγίζεται τρυφερά και τους ώμους της να προσφέρουν την δική τους γύμνια. Κατόπιν κύλησα στα πόδια της, τόσο σαγηνευτικά στα ασπρόμαυρα πλάνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν υπήρχε τέτοια εστίαση από σκηνοθετική κάμερα. Βρισκόταν προφανώς στο τέλος της ερωτικής πράξης και στην ανταλλαγή ερωταποκρίσεων. Εκείνος την ρωτούσε αν τον αγαπά κι εκείνη απαντούσε πως δεν ξέρει και του ζητούσε να μην μιλάει, αφού είναι τόσο ωραία στην σιωπή. Ήταν βέβαιη πως «δεν μπορείς να κάνεις πολλά στον έρωτα. Αγκαλιάζεις, φιλάς, αλλά πραγματικά μένεις απ’ έξω· είναι σαν σπίτι που δεν έχεις μπει ποτέ». Διένυε την δεκαετία των είκοσι χρόνων κι ήταν παντρεμένη με τον κατά μια δεκαετία μεγαλύτερό της Πιερ. Ζούσαν σ’ ένα μοντέρνο διαμέρισμα έξω από το Παρίσι μαζί με τον γιό του από προηγούμενο γάμο.

Έφυγαν με προφυλάξεις από το σπίτι και του ζήτησε να την αφήσει στο πολυκατάστημα Printemps, για ν’ αγοράσει νέο σουτιέν. Αυτή ήταν η εμμονή της: το μέγεθος του στήθους και η εικόνα του τέλειου σώματος. Οι σχετικές επιταγές την κατέκλυζαν παντού – στις διαφημίσεις των περιοδικών που μανιωδώς ξεφύλλιζε, στα μεγάλα διαφημιστικά ταμπλώ των δρόμων. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή έμοιαζε πολύ μικρή κάτω από μια τεράστια επιτοίχια εικόνα μιας «εντυπωσιακής» γυναίκας με στηθόδεσμο. Μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου διάβαζε ένα άρθρο για το ιδανικό στήθος, το πρότυπο της Αφροδίτης της Μήλου και τον υπολογισμό συγκεκριμένων εκατοστών από την ρώγα μέχρι το μέσο του μπράτσου, την μασχάλη ή την βάση του λαιμού ώστε να σχηματίζεται ένα ισοσκελές τρίγωνο. Ένα μοντάζ από ανάλογες εικόνες περιοδικών επενδυόταν με την θλιμμένη φωνή της Sylvie Vartan στο τραγούδι Quand le film est triste. Η βεβιασμένη σεξουαλικότητα των ημίγυμνων σωμάτων έδενε με τους στίχους μιας ακαθόριστης λύπης.

Στο αυτοκίνητο την ρώτησε πως θα περάσει την μέρα της κι εκείνη του απάντησε πως θα καθαρίσει τα ντουλάπια και θα δει τηλεόραση στη νέα τους συσκευή Tele Avia, προφέροντας χαμογελαστή το διαφημιστικό της σλόγκαν: la technique d’ aviation aux service de télévision. Δεν παρέμεινε στο πολυκατάστημα· βγήκε από την άλλη του πλευρά και άλλαξε διάφορα ταξί για να αποφύγει τον ιδιωτικό αστυνομικό που νόμιζε πως την παρακολουθεί. Ακόμα και μέσα στο ταξί κοίταζε από το πίσω τζάμι κι έκλεινε το πλαϊνό, ώστε οι αντανακλάσεις του ήλιου να την κρύψουν από το ανεπιθύμητο μάτι.

Οι άντρες την ήθελαν αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Ο σύζυγος τιμούσε την τυπική πατριαρχική παράδοση και την έβλεπε ως αντικείμενο προστασίας, σαν τους δίσκους που έφερνε από την Γερμανία, και, φυσικά, ικανοποίησης, καθώς εκείνος όριζε τον χωροχρόνο της συνεύρεσης. Παρέμενε απρόθυμος να συγχωρήσει μια προ τριμήνου απιστία που έμαθε μέσω ενός ντέτεκτιβ. Δεν κατάλαβα αν αποκαλύφθηκε η τωρινή της σχέση ή μια προγενέστερη. Ο εραστής με την σειρά του της ζητούσε να χωρίσει τον άντρα της και να γίνει απόλυτα δική του. Ήθελε παιδί μαζί της ενώ για εκείνη ήταν αρκετός ο γιος του συζύγου της. Την αντιμετώπιζε ως κτήμα του και είχε απαιτήσεις για την εμφάνισή της. Της ζητούσε, κατά το παράδειγμα των γυναικών στις ιταλικές ταινίες, να μην ξυρίζει τις μασχάλες της ενώ εκείνη προτιμούσε το αντίθετο, όπως οι Αμερικανίδες του Χόλυγουντ. Το έβρισκε «ομορφότερο», του έλεγε, «αλλά λιγότερο συναρπαστικό», της αντέτεινε. Του άρεσε να την βλέπει γυμνή αλλά προσπάθησε να την εμποδίσει όταν πήγε να ανεβεί γυμνόστηθη στην ταράτσα – εκεί θα βρισκόταν έξω από την κτήση του. Σε κάθε περίπτωση αμφότεροι οι άντρες αδυνατούσαν να την ορίσουν. Από πού αρχίζεις; Από πού αρχίζει η εικόνα που έχω για σένα; την ρώτησε κάποια στιγμή ο Ρομπέρ.

H Σαρλότ επιθυμούσε διακαώς να κατανοήσει την ίδια την φύση της αγάπης και αναρωτιόταν αν «είναι έρωτας όταν είναι από πίσω». Κανένας δεσμός της δεν ήταν βαθύς και απέφευγε ή αδυνατούσε να εμπλακεί συναισθηματικά με οποιονδήποτε. Όταν έμαθε από τον γυναικολόγο για την εγκυμοσύνη της, συζήτησε μαζί του για την αγάπη, την σεξουαλική ευχαρίστηση και την σύλληψη. Μη γνωρίζοντας ποιος είναι ο πατέρας, τον ρώτησε αν έχει σημασία η απόλαυση που ένοιωθε κατά την σύλληψη. Θα μπορούσε να αποτελεί αμάχητο τεκμήριο για το πρόσωπό του;

Μόνη της έγνοια ήταν το παρόν. Το αγαπούσε γιατί «σε εμποδίζει από το να τρελαθείς», όπως συμβαίνει όταν αναλογίζεσαι το παρελθόν· στο παρόν «δεν υπάρχει χρόνος να σκεφτείς». Εκεί ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Άφησε με ενδιαφέρον την οικιακή βοηθό να μονολογεί για μια «άσεμνη» συνεύρεση με τον σύζυγό της. Σ’ ένα καφέ κρυφάκουσε δυο νεαρά κορίτσια να συζητούν για τις πρώτες τους σεξουαλικές εμπειρίες. Παρακολούθησε μια φωτογράφιση μόδας σε μια πισίνα, ίσως για να επαληθεύσει για άλλη μια φορά τον κανόνα της ενδεδειγμένης γυναικείας εμφάνισης. Και ξάπλωνε με τους δυο άντρες.

Σ’ αυτά τα πλαγιάσματα ο φακός πλησίασε σημεία τους σώματός της: ώμους, πλάτη, κοιλιά, χέρια. Έτσι είδα τα πόδια της σε ζουμ, και πόσο σπάνιζαν τέτοιες επίκεντρες θέες! Να λοιπόν, σκέφτηκα, σε ποιες συνθήκες τιμώνται από το σκόπευτρο: όταν αποτελούν κυρίαρχα μέλη της ερωτικής πράξης κυρίως των παράνομων εραστών, κρίνοντας μάλιστα και από άλλες ταινίες, όπου οι άλλοτε αποκαλούμενες μοιχαλίδες συχνά εικονογραφούνται γυμνόποδες πλάι στον εραστή τους.  Όμως έκανα λάθος: στη μέση της ταινίας, η κάμερα υμνεί εκ νέου τα κάτω άκρα της, πρώτα τα πέλματά της ξαπλωμένα ανάσκελα, ανάμεσα στα πόδια του Ρομπέρ, ύστερα τα δάχτυλά της σε ύπτιο προφίλ και σε άλλες λήψεις, και αυτή τη φορά δίπλα της βρίσκεται ο «νόμιμος» Πιερ.

Εδώ μάλιστα η προηγηθείσα πάλη δεν περιορίστηκε επί κλίνης. Νωρίτερα το ζευγάρι γευμάτισε με φίλους και όταν εκείνοι έφυγαν η Σαρλότ άρχισε να παρατηρεί τους δίσκους που έφερε ο άντρας της από τα ταξίδια, δημιουργώντας του άγχος μην τυχόν φθαρούν. Βημάτιζε ξυπόλητη μπροστά του σαν πρόσκληση σε εκνευρισμό ή κυνήγι, άρπαξε τα πολύτιμα αντικείμενα και αγνόησε τις κτητορικές προσταγές του, μόνο έτρεχε στα δωμάτια, ενώ μια άλλη γυναίκα γελούσε ακατάπαυστα μέσα από τα αυλάκια του δίσκου που έπαιζε εκείνη την ώρα. Ο φακός έκλεισε και δεν είδα τον εξαγριωμένο Πιερ και την υποχρέωσή της σε ερωτική πράξη παρά την θέλησή της. Κι ύστερα βγήκαν ξανά στο φως τμήματα της σάρκας της κι η φράση Δεν είναι ανάγκη να με βιάζεις ή να με χαστουκίζεις … δεν είναι τρόπος να καταφέρεις τους άλλους να σου φερθούν όπως θέλεις. 

Συνεπώς δεν υμνήθηκε κανένας έρωτας με την επικέντρωση στα πόδια. Οι ερωτικές λήψεις που κάδραραν μόνο κομμάτια της γυναίκας, δεν τα τόνιζαν αλλά τα τεμάχιζαν. Η Σαρλότ δεν βλεπόταν ως όλον, ως σύνολο σώματος και ψυχής. Ο έρωτας έμοιαζε διασπασμένος και ανολοκλήρωτος. Οι δυο εραστές κομματιάζονταν σε μέρη· εικονοποιούνταν και απομονώνονταν, όπως στις διαφημίσεις καλσόν ή σουτιέν στα περιοδικά. Πώς να γίνουν μια ολότητα, όταν το ίδιο το κορμί τους δεν αποτελεί τέτοια; Με φιλάς αλλά είσαι εκτός, της είπε κάποτε ο Ρομπέρ. Σε καμία τους συνεύρεση δεν υπήρχε οικειότητα ή αισθησιασμός. Όταν επιτέλους αποκαλύπτονταν τα πρόσωπά τους, έμοιαζαν κι αυτά σαν πόζες από μανεκέν, κεφαλές που μιλούσαν στο κενό. Ακόμα και η φράση της Je t’ aime ακουγόταν μηχανική κι αμήχανη, μια προσπάθεια να πειστεί η ίδια για τα αισθήματά της.

Μερικές φορές ήταν λες και όλα όσα γνώριζε ή ήθελε να γνωρίζει για την ζωή βρίσκονταν μέσα στα περιοδικά. Η ίδια άλλωστε ενσάρκωνε τον γυναικείο τύπο των σελίδων τους: απλανή μάτια, απαλό δέρμα, καλοφτιαγμένα μαλλιά που σίγουρα θα μύριζαν λακ, εκφράσεις μοιρασμένες σε αθωότητα και λαγνεία, άγνωστες ή ανύπαρκτες σκέψεις στο μυαλό. Δεν θυμόταν τον τίτλο της ταινίας που είδε, δεν γνώριζε τίποτα για τον πόλεμο που στοίχειωνε ακόμα τις συζητήσεις με φίλους. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε την παραμικρή αντίδραση στα ντοκιμαντέρ για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι σκέψεις της, εκφρασμένες με το δικό της σπικάζ πάνω από το σιωπηλό της πρόσωπο, ήταν αποσπασματικές, ασυνάρτητες. Έμοιαζε διαρκώς αναποφάσιστη. Η εμμονή της με τις σωστές αναλογίες την έφταναν στο σημείο να συμπιέζει την μέση της μ’ ένα ειδικό όργανο που λειτουργούσε με δυναμόμετρο, τυλιγόταν γύρω από την μέση της σαν ζώνη κι έβγαζε έναν μικρό συναγερμό κάθε φορά που η στάση του σώματος χαλάρωνε. Όταν έβλεπε πως τις πλησιάζει, τότε στο πρόσωπό της έλαμπε ένα αυτάρεσκο, σχεδόν ναρκισσιστικό χαμόγελο.

Αν τελικά ο κόσμος της ήταν σαν ένα περιοδικό με λείο, γυαλιστερό χαρτί και λαμπερές φωτογραφίες, και η ταινία της προσομοιάζει με περιοδικό, σαν κι αυτά που μανιωδώς ξεφύλλιζε. Είναι γεμάτη ρεκλάμες, εικονογραφήσεις γυναικών, μονολόγους και συνεντεύξεις, τίτλους που γίνονται λογοπαίγνια, λέξεις που όταν χάσουν ένα ή δυο γράμματα μετατρέπονται σε άλλη λέξη προφανώς διαφορετικής, κάποτε και αντίστροφης σημασίας. Απορημένη κι απογοητευμένη από την ζωή, η Σαρλότ ξεφύλλιζε τις ώρες της σαν ανάλογες σελίδες, μια μοναχική φιγούρα παγιδευμένη ανάμεσα στο ψευτορομάντσο και στην παρέλαση οπτικών και κειμενικών προσταγών για το πώς πρέπει κανείς να ζει την ζωή του.

Με αυτό τον τρόπο ο σκηνοθέτης της την σχεδίασε ιδανικά μέσα σ’ ένα κύκλο που διαρκώς διέγραφε στο έργο του: στην επίδραση της κουλτούρας του εμπορίου σε βασικές επιλογές ζωής. Ύστερα, σαν την ζώνη της μέσης, την περιόρισε σ’ έναν δεύτερο ασφυκτικό κύκλο, εκεί όπου το γυναικείο σώμα γίνεται το ζωντανότερο εμπόρευμα. Έτσι χαρακτηρίστηκε ως ένας σεξιστής που έδειχνε την γυναίκα χειραγωγημένη από την διαφήμιση, υποταγμένη στην αγορά. Την υπερασπίστηκα αμέσως: ίσως ακριβώς αυτό να ήταν το νόημα, ίσως το φιλμ διέφευγε πολύ μπροστά για την εποχή του ως προς την γυναίκα.

Η Σαρλότ έπαιζε τον ρόλο που της ανέθεσε η ίδια η κοινωνία. Έγινε μια ιδιόκτητη σύζυγος, αιχμάλωτη σε οικιακά και θεσμικά όρια, τα οποία μπορούσε να υπερβεί, αν ήταν θαρραλέα, μόνο με έναν τρόπο: αναζητώντας έναν δεύτερο άντρα. Εκεί όμως την περίμενε ένας ακόμα περιορισμένος ρόλος: ένα απλό σεξουαλικό υποκείμενο – αντικείμενο, η ερωμένη που παρανομεί και κυνηγιέται. Μπορούσε να επιλέξει και τα δυο, αλλά όφειλε να παραμείνει εκεί, στις δυο αυτές επιφάνειες και το ίδιο το φιλμ της ζωής της μοιάζει με μια σειρά επιφανειών. Από το σεντόνι –  πεδίο του έρωτα και το γυμνό δέρμα μέχρι το διαφημιστικό χαρτί και το βινύλιο των δίσκων, επρόκειτο για επιφάνειες απροσπέλαστες και κάθε προσπάθεια εισόδου στο εσωτερικό τους ήταν μάταιη. Τα ενδότερα παρέμεναν μυστήριο, όπως και ο καρπός που έφερε εντός της είχε το άγνωστο του πατρός. Οποιαδήποτε παραπάνω σκέψη και κάθε άλλη αλλαγή έμοιαζε απαγορευμένη. Αναπόφευκτα η νέα εκδοχή του έρωτα την άφηνε ανικανοποίητη. Η ζωή όφειλε να έχει κάτι παραπάνω.

Κι έτσι δεν έπαυε να σκαλίζει ερωτήματα που κάποια στιγμή θα έφυαν απαντήσεις. «Είναι παράξενο», είχε πει κάποτε στον Ρομπέρ, «οι άντρες επιτρέπουν στους εαυτούς τους αυτό που δεν επιτρέπουν στις γυναίκες». Σύντομα θα του ανταπόδινε κι ένα χαστούκι του. Το σημαντικότερο ήταν να καταλάβει τι της συμβαίνει, όπως ομολογούσε στις συζητήσεις. Σχεδόν το προσκαλούσε, αν δεν το προφήτευε. Αυτή λοιπόν δεν ήταν η μοντέρνα γυναίκα της εποχής, αλλά η μήτρα της, το πρόπλασμα μιας γυναίκας που βημάτιζε προς την ελευθερία. Μέσα από την νέα γυναίκα, αναδυόταν μια νεότερη. Σχεδόν η ίδια με οδήγησε στο όνομα που θα έδινα στην κατηγορία των γυναικών όπου ανήκε: νουβέλλες. Νέοι βλαστοί μιας νεωτερικής εποχής και παίκτριες ταινιών που πρωτοτυπούσαν σημαντικά και ονομάστηκαν νουβέλ βαγκ.

Βέβαια οι διαχειριστές των επιτρεπόμενων θεαμάτων και οι επιτετραμμένοι της λογοκρισίας έσπευσαν να σβήσουν μερικές καυτές εστίες. Καταρχήν, αν η ταινία ήταν εμφανώς προκλητική, ο τίτλος ήταν απροκάλυπτος, καθώς υπονοούσε πως όλες οι παντρεμένες κυρίες είναι δυνάμει μοιχοί. Ο σκηνοθέτης υποχρεώθηκε σε υποχώρηση και η προσθήκη ενός άρθρου επανόρθωνε την επικίνδυνη γενίκευση. Μην ανησυχείτε, μας διαβεβαίωσαν, τελικά πρόκειται για τις περιπέτειες μιας παντρεμένης γυναίκας, κάποια μεμονωμένη περίπτωση είναι, μια απλή εξαίρεση και τα δικά σας ανδρόγυνα είναι ασφαλή. Αρνήθηκε όμως να εξαφανίσει τις αναφορές στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν μάθαμε ποτέ αν υπήρχαν και άλλες «προχωρημένες» σεξουαλικές σκηνές.

Λίγο πριν τελειώσει το διάστημα που μου χάρισε για να κρυφοκοιτάξω την ζωή της, την είδα να δίνει ραντεβού με τον Ρομπέρ στο αεροδρόμιο, πριν το ταξίδι του για την Μασσαλία όπου θα έπαιζε στην Βεατρίκη του Ρακίνα. Συναντήθηκαν στις τελευταίες σειρές του σινεμά, έφυγαν χωριστά και ξαναβρέθηκαν στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου για την καθιερωμένη κλινοπάλη. (Εκεί είδα για τελευταία φορά από κοντά τα εξαίσια δάχτυλά της γερμένα σε μια πολυθρόνα.) Ακολούθησαν οι εξίσου καθιερωμένες ερωταποκρίσεις για τον έρωτα και λίγο προτού αποχωριστούν είπαν μαζί C’est fini – τελείωσε. Αναρωτήθηκα αν τελείωσε η ερωτική πράξη ή κάθε προσπάθεια να ευτυχήσουν, ή το σύνηθες εικοσιτετράωρό της Σαρλότ και η ίδια η ταινία που το κινηματογράφησε· εκτός αν τα σφιχτοδεμένα χέρια, ομοιότυπο στιγμιότυπο της αρχής και του τέλους της σήμαιναν την αέναη ανακύκλωση της ιστορίας τους ή, απλώς, του σεξ. Το μέρος της συνάντησής τους, ένας κινηματογράφος στο αεροδρόμιο, έμοιαζε με σμίξη στον απόλυτο ά-τοπο τόπο· εκεί όπου συνυπάρχουν δυο ταξίδια. Αν δεν επισφράγιζαν το άτοπο και αδύνατο της ερωτικής ένωσης, μπορεί απλώς να υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον  πως τίποτα δεν είναι πια βέβαιο στην ζωή: πως βρισκόμαστε διαρκώς σε συνεχή μεταφορά, σ’ ένα τράνζιτ μεταξύ δεκάδων εαυτών και ζούμε ζωές γεμάτες ψέματα και ψευδαισθήσεις, τα υλικά του σινεμά. Από αυτά, άλλωστε, φτιάχτηκε κι εκείνη.

Όμως ακόμα κι όταν χαθήκαμε μου ήταν αδύνατο να ξεχάσω τα πόδια της, την επίμονη εμφάνισή τους σε πρώτο πλάνο. Κραύγαζαν κι αυτά για το διακεκομμένο σώμα μα ψιθύριζαν κάτι παραπάνω: πως γλίτωσαν τις επιταγές της εμφάνισης. Απαλλαγμένα από πρέπουσες διαστάσεις και ιδανικούς αριθμούς, διέφυγαν κάθε σχετικής καταναγκαστικής εργασίας και παρέμειναν από τις λίγες ανεπηρέαστες ζώνες του γυναικείου σώματος! Σε μια εύγλωττη σκηνή ο φακός κατηφορίζει προς τα πόδια της, που φορούν ορθάνοιχτα σανδάλια και παρακολουθεί την κυκλική τους διαδρομή γύρω από μια χάρτινη διαφήμιση ενός έντυπου αφιερώματος με τίτλο «Μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια γυναίκα στον έρωτα;». Την περικυκλώνουν, σταματούν και ξαναρχίζουν, σαν δεσμευμένα σ’ ένα αόρατο γαϊτανάκι. Όμως η στάση τους μοιάζει με προοίμιο κάποιας πρώιμης σκέψης. Ανεπηρέαστα από υποχρεωτικές αναλογίες και προδιαγραφές, είναι τα ίδια πόδια που σύντομα, ήμουν βέβαιος, θα την έβγαζαν από τον μάταιο κύκλο. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Une femme mariée: Suite de fragments d’un film tourné en 1964 [en noir et blanc] (Jean-Luc Godard, 1964). Η γυναίκα: Macha Méril.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ