Peter Handke – Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό

Ταξίδι στα τοπία μιας χώρας, ενός έρωτα, ενός εαυτού

«Όπως καμιά φορά ψάχνουμε τα λόγια, έτσι κι εγώ έψαχνα μια εικόνα που θα με συνέφερνε» [σ. 186]

Τις «σωτήριες» εικόνες, και όχι μόνο, αναζητά ο αφηγητής στο μεγάλο του ταξίδι μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες του Νέου Κόσμου. Με τις τσέπες του γεμάτες ταξιδιωτικές επιταγές, ξεκινά από το Πρόβιντενς της Ανατολικής Ακτής με κατεύθυνση στην Δυτική Ακτή, σε ένα ιδιότυπο ραντεβού με την γυναίκα του Τζούντιθ, με την οποία έχουν πρόσφατα χωρίσει. Είναι ασαφές αν το ταξίδι επρόκειτο να το κάνουν μαζί ή αν το σημείο συνάντησης δόθηκε ώστε ο καθένας να ταξιδέψει μόνος του· πάντως και εκείνη τηρεί την ίδια διαδρομή αλλά ξεχωριστά.

Ήδη από την αρχή φαίνεται πως θέλει να βγει από την ζωή του και να μοιραστεί εμπειρίες άλλων. Μένει στο Ξενοδοχείο Άλγκονκουίν όπου έμενε συχνά ο Φράνσις Σ. Φιτζέραλντ και διαβάζει το γνωστό του μυθιστόρημα για τον άντρα που αγόρασε ένα σπίτι στην απέναντι πλευρά του κόλπου μόνο και μόνο για να βλέπει στην απέναντι ακτή να ανάβουν κάθε βράδυ τα φώτα του σπιτιού όπου ζούσε με τον άντρα της η γυναίκα που αγαπούσε. Ένα ακόμα στοιχείο ενισχύει την συγγένειά του με τον Γκάτσμπυ: ποτέ δεν πλησίασε την Τζούντιθ αυθόρμητα, με δική του πρωτοβουλία.

Ποια είναι η Τζούντιθ, που έχει φύγει εδώ και πέντε μέρες από το ξενοδοχείο Ντελμόνικο στη Νέα Υόρκη χωρίς να αφήσει διεύθυνση, έχοντας ξεχάσει την φωτογραφική της μηχανή; Μια γυναίκα που ποτέ δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την μανία της ανταλλαγής που χαρακτηρίζει τα παιδιά γι’ αυτό και της άρεσαν πράγματα που χαλάνε ή τελειώνουν γρήγορα ή τουλάχιστον αλλάζονται εύκολα. Έχοντας πλήρη έλλειψη της αίσθησης του χρόνου, δεν καταλάβαινε την ώρα που περνούσε και σπάνια ήξερε τι μέρα ήταν, ενώ η δική του υπερβολική αίσθηση του χρόνου ίσως αντανακλά μια υπερβολική αίσθηση εαυτού, που του στερεί κάθε χαλαρότητα. Όσο θεατρινίστικες κι αν ήταν οι κινήσεις της στην καθημερινή της ζωή (ενίοτε θυμίζοντας την Λωρήν Μπακώλ στην ταινία του Χωκς Να έχεις και να μην έχεις) άλλο τόσο στα σανίδια της σκηνής ησύχαζε – μόνο εκεί κατάφερνε να κινείται με απλότητα, ανακουφισμένη. Αυτός θυμάται πως μετά τους τσακωμούς τους, όταν άρχιζαν να συζητούν, χανόταν η σοβαρότητα της κατάστασης, που έπρεπε να επιλυθεί με κάποιον άλλο τρόπο, όπως ένα συμφιλιωτικό γέλιο. Η σχέση του με τις γυναίκες, πάντα του φαίνεται προσποιητή, σαν κάποια κινηματογραφική ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα. Μαζί της όμως απέκτησε την ικανότητα όχι μόνο να κοιτάζει αλλά και να βλέπει.

Δεύτερη μέρα στην Αμερική κι ήδη αισθάνεται αυτό που αισθανόταν όταν διάβαζε βιβλία: να ζήσει κι αυτός το ίδιο, να βάλει σ’ εφαρμογή τα διδάγματα των σελίδων. Ένα μπαρ όπου στο τζουκ μποξ επιλέγει το Sitting on the dock of the bay του Ότις Ρέντινγκ, μια γυναίκα στο ταμείο ακίνητη σαν τις προσωπογραφίες των αγίων και μοναδικός ήχος του ένας μικρός ανεμιστήρας και τα ζάρια στα τραπέζια. Για πρώτη φορά από τότε που ήταν παιδί αρχίζει ξανά να μιλάει με τον εαυτό του. Κάθε φορά που θέλει να περιγράψει αυτό που έκανε, αδυνατεί να παραλείψει την παραμικρή επιμέρους πράξη και κάθε φορά που βρίσκεται σ’ ένα καινούργιο και άγνωστο γι’ αυτόν περιβάλλον οδηγείται σε ανεξάντλητες περιγραφές με σκοπό την αυταπάτη, πως μιλάει για σπουδαίες ενέργειες και σημαντικά γεγονότα. Καθώς διασχίζει με λεωφορείο τη Νέα Αγγλία και πλησιάζοντας τη Νέα Υόρκη βλέπει ολοένα και λιγότερες διαφημιστικές εικόνες. Σ’ ένα μπαρ έτσι όπως κοιτάζει τους περαστικούς από το μικρό άνοιγμα της κουρτίνας αισθάνεται πως βρίσκονται πίσω από μια αυλαία. Στην εφημερίδα όπου αναζητά κάποια μήνυμά της κάθε τοπωνύμιο που διαβάζει αισθάνεται την επιθυμία να το επισκεφτεί. Κάθε άνθρωπος και κάθε τόπος που δεν γνωρίζει του φαίνονται συμπαθητικοί.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο πέρασε την ημέρα του αρχίζει να τον κυριεύει, οι δρόμοι και τα σπίτια να ξετυλίγονται μέσα του. Έξω από τις βαριές κουρτίνες ενός εστιατορίου, σχηματίζεται ένα ολόκληρο σχεδιάγραμμα της Νέας Υόρκης, ένα ενιαίο τοπίο ολόγυρά του. Σε κάποιο τραπέζι βρίσκει αφημένες καρτ ποστάλ και γράφει σε ανθρώπους στους οποίους δεν είχε γράψει ποτέ. Φεύγει για την Φιλαδέλφεια περνώντας δίπλα από μισοπεθαμένα δάση, εγκαταλειμμένους σταθμούς τραίνων, χωματερές και αλάνες με αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα. Αναρωτιέται γιατί οι διάφοροι συνταξιδιώτες διαλέγουν μόνο αυτόν να διηγηθούν μια ιστορία λες και είναι ο συνένοχός τους, Φιλικοί και διαχυτικοί μαζί του, έχουν διώξει κάθε ίχνος επιφυλακτικότητας· μήπως τον περνούν για έναν από τους ανθρώπους που είναι πάντα ευχαριστημένοι;

Στο Φοίνιξβιλ, μια κωμόπολη τριάντα χιλιόμετρα δυτικά της Φιλαδέλφεια, ζει η Κλαιρ Μάντισον που μοιράστηκε μαζί της μια νύχτα τρία χρόνια πριν, στο πρώτο του ταξίδι στην Αμερική· μια γυναίκα που την σκεφτόταν συχνά, ακριβώς επειδή δεν την γνώρισε καλά. Η σωματική παρουσία της ήταν τόσο κατηγορηματική, ώστε δεν έμενε να ειπωθεί τίποτ’ άλλο πέρα απ’ αυτό. Φεύγουν μαζί με την μικρή της κόρη Δέλτα Βενεδικτίνη και με την Όλντσμπομπίλ της πάνε σ’ ένα μοτέλ στη Ντονόρα, νότια του Πίτσμπουργκ. Τραβάει φωτογραφίες την μία πίσω από την άλλη, που μοιάζουν όλες ίδιες. Στο πρώτο του ταξίδι ήθελε μόνο να βλέπει εικόνες – τα drive in, τις γιγάντιες πινακίδες, τους αχανείς αυτοκινητοδρόμους, τα υπεραστικά λεωφορεία Γκραίη Χάουντ, και ήταν ευτυχής που δεν έβλεπε ανθρώπους· τώρα τα βαρέθηκε και αυτά.

Πώς μεγάλωνε η Κλαιρ το κορίτσι της; Ήθελε να την εμποδίσει να δένεται με πράγματα, σε αντίθεση με αυτή την ισχυρή τάση της αμερικανικής διαπαιδαγώγησης, κι έτσι δεν της αγόραζε παιχνίδια, μόνο έπαιζε με πράγματα που χρησίμευαν και σε κάτι άλλο, ένα άδειο κουτί από βερνίκι, σκεύη νοικοκυριού, οδοντόβουρτσες. Τώρα έχει μετανιώσει, γιατί δεν ήξερε ότι το παιδί που βλέπει κάποιον άλλο να παίρνει το παιχνίδι του δεν το κάνει από εγωισμό αλλά από φόβο, καθώς, όταν το παιχνίδι βρεθεί σε άλλα χέρια, άρα μείνει άδεια η θέση του, μετά το παιδί δεν ξέρει πού βρίσκεται και η δική του θέση.

Όταν περπατούν για λίγο σε απόμερα δρομάκια στη φύση η Κλαιρ του λέει ότι στην Αμερική ο κόσμος δεν συνηθίζει τους περιπάτους και όποιος περπατάει στην εξοχή χωρίς να κάνει τίποτα προκαλεί την περιέργεια. Έχουν μπροστά τους τριακόσια χιλιόμετρα μέχρι το Κολόμπους του Οχάιο κι άλλα τόσα ως την Ινδιανάπολη της Ινδιάνα. Μόνο τα πέτρινα σήματα προς την Ινδιανάπολη αλλάζουν κάτι στο μονότονο τοπίο.  Η Τζούντιθ τηλεφώνησε στο Αλγκονκουίν και στο Μπάρκλαιυ της Φιλαδέλφεια για να τον βρει αλλά δεν άφησε κάποιο μήνυμα. Σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού διαβάζει τον Πράσινο Χάινριχ του Γκότφριντ Κέλλερ ο ήρωας του οποίου ταξίδευε κι αυτός στον κόσμο αλλά και εντός του. Σταδιακά η μεταξύ τους «συγγένεια» μεγαλώνει: ούτε εκείνος ήθελε να δίνει εξηγήσεις και ζούσε με όσο το δυνατόν λιγότερες προκαταλήψεις παρακολουθώντας τις εμπειρίες του παθητικά, χωρίς να παρεμβαίνει, χωρίς να επιθυμεί να κάνει την παραμικρή προσπάθεια για να καταλάβει. Η Κλαιρ συμφωνεί: κι αυτός αφήνει τον κόσμο γύρω του να τον προσπερνά και κάθεται και παρακολουθεί την ζωή σαν απλός θεατής αντί να χωθεί μέσα της.

Ίσως να γνωρίζεις κι εσύ τέτοιους ανθρώπους […]. Ό,τι και να δουν, ακόμα και το πιο εκπληκτικό πράγμα, επιδιώκουν αμέσως να το κατατάξουν σ’ αυτά που ξέρουν, να το κόψουν και να το ράψουν στα μέτρα τους, κατονομάζοντάς το για να τελειώνουν μια και καλή μ’ αυτό, και να σταματήσουν να το ζουν. Για όλα ξέρουν τ’ όνομα, την κατάλληλη λέξη. Γι’ αυτό και τα λόγια τους είναι συχνά για γέλια, […] επειδή χρησιμοποιούν λέξεις για να περιγράψουν κάτι που δεν περιγράφεται. [σ. 158]

Σε αντίθεση με πλείστα άλλα μυθιστορήματα «δρόμου», εδώ δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες γνωριμίες με ανθρώπους, όταν όμως περιγράφονται γεμίζουν δυο τρεις απολαυστικές σελίδες. Στο Ροκ Χιλ του Σαιντ Λιούις, ένα προάστιο στην καρδιά της πολιτείας του Μιζούρι, οι δυο φίλοι της Κλαιρ που τους φιλοξενούν για λίγο δεν απομακρύνονται ποτέ ο ένας από τον άλλον και όταν το κάνουν, μοιάζουν να απολαμβάνουν ένα είδος κλεφτής προσωπικής ελευθερίας. Δεν μαθαίνει ποτέ τα ονόματά τους γιατί αποκαλούν ο ένας τον άλλον με διάφορα χαϊδευτικά ονόματα, ενώ η γυναίκα δεν κρύβει κανένα μυστήριο κι ο άντρας είναι μονίμως χαρούμενος· ακόμα και για τους καυγάδες είχαν χαϊδευτικές λεξούλες.

Αλλά εκεί που ζωγραφίζεται μια όψη ενός είδους ανθρώπων είναι η ιδιαίτερη μανία ιδιοκτησίας: τα αντικείμενα της κοινής τους ζωής θεωρούνται πολύτιμα σαν μέλη του σώματός τους, όπως αποδεικνύεται μετά από ένα σπάσιμο ποτηριού ή δαχτυλιές σε έναν πίνακα, και η σχετική συμπεριφορά ως συντετριμμένοι και απαρηγόρητοι αντανακλά τις ψυχικές διαθέσεις τους απέναντι σε έναν κόσμο εχθρικό. Μόλις έκανες να πλησιάσεις κάτι σε «προειδοποιούσαν» αμέσως, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία του – και το πιο ασήμαντο αντικείμενο έχαιρε ενός ιδιαίτερου καθεστώτος προστασίας. Δεν παραλείπουν, βέβαια, να δείχνουν στον εκάστοτε ζημιάρη πόσο τους είχε ενοχλήσει, όχι με λόγια αλλά με το να ασχολούνται ακόμα περισσότερο ο ένας με τον άλλον, αγνοώντας την παρουσία του. Συχνά μοιάζει να τους αρέσει να απογοητεύονται, για να μπορούν να γαντζώνονται ακόμα πιο συχνά ο ένας απ’ τον άλλον, ζώντας στο ιδιωτικό τους Ελντοράντο, μια πολιτεία απόλυτα αυτάρκη και απρόσιτη στους έξω.

Ταυτόχρονα υποδεικνύουν σιωπηρά την απαράδεκτη μοναξιά του αφηγητή και της Κλαιρ. Είναι όμως έτσι; Για εκείνον ήταν αδύνατο να την φανταστεί κανείς διαφορετικά παρά μόνη της. Συνυπάρχουν και χωρίζουν χωρίς να γίνονται ξένοι ο ένας για τον άλλον και χωρίς να ζητάνε τίποτα· η Κλαιρ μοιάζει να αγνοεί κάθε άλλη δυνατότητα· άλλωστε πάντα έβρισκε την ζωή δυο ερωτευμένων τρομερά κουραστική. Ακόμα και το να κάθονται κοντά χωρίς να έχουν ακόμα αγκαλιαστεί είναι η δική τους τρυφερότητα. Η δική τους ηρεμία γινόταν πόθος κι ο πόθος ηρεμία.

Ο ήρωας φωτογραφίζει ακατάπαυστα ώστε να αφήσει κάτι στην μικρή να θυμάται, αλλά και να κερδίσει κι αυτός μια θέση στις αναμνήσεις της. Αλλά εκείνη εκφράζει κάτι που, προσωπικά, μου φαίνεται, εκτός από εκδοχή του αμερικάνικου βλέμματος, και μια προφητεία για τις νεότερες γενιές. Όταν η Δέλτα βλέπει κάτι που μιμείται την πραγματική φύση, π.χ. έναν πίνακα, αδιαφορεί για το πρωτότυπο, αφού η εικόνα το είχε αντικαταστήσει για πάντα. Αντίθετα εκείνος, θυμάται πως μικρός ζητούσε πάντοτε να μάθει πού βρισκόταν στην πραγματικότητα το ζωγραφισμένο τοπίο και όταν μάθαινε πως μια εικόνα ήταν φανταστική αδυνατούσε να το πιστέψει. Η έλλειψη του προτύπου του δημιουργούσε μια αίσθηση πνιγηρή. Το ίδιο ίσχυε και στην ανάγνωση: δεν μπορεί να φανταστεί ότι οι λέξεις περιέγραφαν κάτι που ίσως να μην υπήρχε.

Γιατί δεν χώριζε από την Τζούντιθ; Επειδή κανένας δεν ήθελε να παραδεχτεί την ήττα του και ο καθένας ενδιαφερόταν μόνο να υποχρεώσει ο ένας τον άλλον να αναγνωρίσει το δικό του άδικο. Αμίλητοι σκηνοθετούσαν καταστάσεις όπου ο άλλος θα συναισθανόταν την ενοχή του· κινούνταν ο ένας δίπλα στον άλλον σα να εκτελούσαν μια χορογραφία και τώρα το γεγονός ότι του έστειλε μια κάπως δολοφονική κάρτα επιβεβαιώνει, σκέφτεται, το γεγονός ότι έπαιρνε πόζες ακόμα και στην πιο βαθιά απελπισία της.

Όπως συμβαίνει κάθε βιβλίο που κατ’ αρχήν διαθέτει όλα τα στοιχεία της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, άρα και την έλλειψη πλοκής, εγώ και πάλι δεν θα βαριέμαι ποτέ να διαβάζω για δωμάτια ξενοδοχείων που πάντα θα θυμίζουν τα σχετικά τουριστικά φυλλάδια, που βρίσκονται στην άκρη των ορόφων, με τον δρόμο σβηστό από κάτω και τα απέναντι γραφεία σκοτεινά, ακόμα κι οι καθαρίστριες να έχουν φύγει, για δωμάτια όπου η τηλεόραση παίζει για να παίζει και πάντα θα υπάρχει ένα κανάλι με κινούμενα σχέδια κι αργότερα στη σκοτεινή γυάλινη οθόνη να καθρεφτίζονται οι λάμψεις από την ονομασία ή το σήμα του ξενοδοχείου, ενώ μακριά ακούγεται ο μακρινός θόρυβος ενός φορτηγού ή του κουδούνι ενός βενζινάδικου. Και θα προσπαθώ πάντα να πάρω το βλέμμα του συγγραφέα ταξιδιώτη, όπως θα βλέπει τον ήλιο που βασιλεύει πίσω από τα τεράστια διαφημιστικά πλακάτ, τα  παράθυρα των σπιτιών που αναβοσβήνουν από τις τηλεοράσεις και εκείνο το κιτρινωπό φως της Αμερικής που μοιάζει να αναβλύζει μέσα από την γη και να φωτίζει τα πρόσωπα από κάτω- «ένα χρώμα φορτωμένο αναμνήσεις»

… απολαμβάνοντας αυτή την παραδείσια κατάσταση, όπου κανείς θέλει μόνο να βλέπει, και βλέποντας γνωρίζει και καταλαβαίνει [σ. 40]

Όμως είναι εμφανές πως εδώ το ταξίδι αυτού του ανώνυμου ταξιδιώτη δεν γίνεται προς την τελική συνάντηση με την πρώην γυναίκα του, μέσω μιας αχανούς χώρας που τον τροφοδοτεί με ατέλειωτες εικόνες, αλλά και αφορά μια εσωτερική διαδρομή, στο τέρμα της οποίας ευελπιστεί να έχει δει και να έχει καταλάβει κάτι για τον ίδιο. Παράλληλα με τα εξωτερικά ερεθίσματα έρχονται και οι αλλεπάλληλες αναμνήσεις που μπορεί να αφορούν οτιδήποτε, από αισθήσεις έως φόβους· ορισμένες είναι μνήμες από μια εποχή, «τότε που όλοι πίστευαν ότι με το πέρασμα του χρόνου ο άνθρωπος αλλάζει κι ότι ο κόσμος είναι ανοιχτός και μας περιμένει» και τώρα αναζητά και κάποτε αισθάνεται την ίδια ευφορία, μαζί με την βεβαιότητα πως κάθε στιγμή είναι και μια εμπειρία. Το ίδιο το αμερικανικό τοπίο που μοιάζει να βρίσκεται πάντα υπό διαμόρφωση αλλά και η ίδια η χώρα λειτουργούν ως ένα εργαστήρι πειραματισμού για οποιονδήποτε επιθυμεί να ορίσει ξανά την θέση του στον κόσμο.

Η διαδρομή συνεχίζεται με ένα ατμόπλοιο με όνομα Mark Twain στα νερά του Μισισιπή και μέσω της αναζήτησης ενός ξυλοκόπου συγγενή στο Όρεγκον καταλήγει στον «τερματισμό» της, στην Καλιφόρνια, στην, συνάντηση με την Τζούντιθ και στην επίσκεψή τους στον Τζον Φορντ, τον σκηνοθέτη που ο ήρωας δεν έπαυε να θυμάται σε όλο του το ταξίδι, από το Iron Horse του και την μνήμη της αίσθησης που κυρίευε το ίδιο του το σώμα, της ανάγκης να αγκαλιαστούν οι δυο πρωταγωνιστές, έως την επιθυμία να συζητήσουν πόσο άλλαξε η Αμερική από τότε που σταμάτησε να γυρίζει ταινίες. Μένουν τα λόγια του σκηνοθέτη «Συζητάμε για τα πάντα κι έτσι δεν μένει τίποτα για να ονειρευτούμε» και η επιθυμία του να ακούσει την δική τους ιστορία, ίσως επειδή, σκέφτομαι, όλων μας οι ζωές κάλλιστα γίνονται ταινία.

Εκδ. Άγρα, 2019, [Α΄ έκδ. 1989], σελ. 217, μτφ. Μαρία Αγγελίδου. Περιλαμβάνονται δισέλιδος χάρτης με την διαδρομή του αφηγητή, τρισέλιδο σημείωμα της μεταφράστριας, χρονολόγιο και βιβλιογραφία για τον συγγραφέα, ενημερωμένα έως το 1987 και 1988 αντίστοιχα.

Σημ. To εξώφυλλο είναι από ένα πλάνο της ταινίας Paris Texas, όπου ο σκηνοθέτης Wim Wenders συνεργάστηκε με τον συγγραφέα. [Der Kurze Brief Zum Langen Abschied, 1972]. / Την εποχή της συγγραφής του μυθιστορήματος ο συγγραφέας είχε προσφάτως χωρίσει και ταξιδέψει στην Αμερική.

Στις εικόνες, φωτογραφίες των: 1. Ed Freenan, 3. Takashi Inagaki, 9. Constantine Manos [Magnum].

Δημοσίευση και σε mic.gr, σύντομα.

Παντελής Μπουκάλας – Κόκκινο χείλι αφίλησα. Το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή

Τα φιλήματα των εραστών και το κόκκινο του έρωτα. Μια ασύλληπτη χωροχρονική περιπλάνηση.

Οι σκέψεις που με κατέκλυσαν όταν τελείωσα τις οκτακόσιες τόσες σελίδες του βιβλίου ήταν πολλές αλλά εκείνες που κυριάρχησαν δυο. Η πρώτη είναι πώς στάθηκε δυνατόν ένας συγγραφέας να έφερε εις πέρας ένα τέτοιο έργο, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αποτελέσει το ένα και μοναδικό έργο ζωής ενός ανθρώπου, πόσο μάλλον αποτελεί τον τρίτο τόμο μιας σειράς· κι όμως ο Παντελής Μπουκάλας, όχι μόνο τελείωσε και τον τέταρτο τόμο της σειράς, όχι μόνο ακολουθούν άλλες … δεκατέσσερις θεματικές να καλύψουν ισάριθμους τόμους, αλλά και ο συγγραφέας δεν έπαψε να ασχολείται και με τις άλλες πτυχές του πνευματικού του έργου. Η δεύτερη έχει να κάνει με μια προσωπική ζωτική ζήλεια γι’ αυτό το μέγιστο ταξίδι στην δημοτική ποίηση αλλά και ολόκληρη την λογοτεχνία, αρχαία και νεότερη, για να περιοριστώ σε μια μόνο πρόχειρη διάκριση, που συνδιαλέγεται μαζί της. Και αναπόφευκτα έρχεται και το ερώτημα: με ποια μονάδα μέτρησης καταγράφεται όλη αυτή η κυκλωτική σπουδή του αντικειμένου του; Με τα ποιήματα και τα πεζά που αποδελτιώθηκαν; Με τα βιβλία που διαβάστηκαν ή με τις σελίδες, τις αναφορές και τις υποσημειώσεις που εν τέλει τυπώθηκαν; Με την ευρύτητα των θεμάτων, που και αυτά κινούνται ως δορυφόροι γύρω από το βασικό του ερεύνημα, ή των επιστημών με τις οποίες αυτό συμπλέκεται;

Καταφτάνουμε λοιπόν να δούμε και να γευτούμε το κόκκινο χρώμα όχι πια ως τεκμήριο του πόθου στην κτητική ή τιμωρητική του ακρότητα (όπως στον προηγούμενο τόμο) αλλά περισσότερο «ειρηνικά», ως γεννήτορα και διάκονο της ερωτικής επιθυμίας. Ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει πως μπορούμε να γευτούμε την γλωσσική, λογοτεχνική και πνευματική ταυτότητα της δημοτικής ποίησης και μοιράζεται τις τρεις παράλληλες επιθυμητές διαδρομές του: να ξανοιχτεί και στην διερεύνηση της δημοτικής ποίησης των περίοικων και σύνοικων μας λαών στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, να ανιχνεύσει πού και πότε συμφωνούν οι λαϊκές αντιλήψεις των τραγουδιών με τις αντίστοιχες των παραδόσεων, των παροιμιών, των παραμυθιών κλπ. αλλά και να αναζητήσει τις διασταυρώσεις της δημοτικής ποίησης με την επώνυμη ελληνική, αρχαία και νέα, καθώς οι κόσμοι της προφορικότητας και της εγγραμματοσύνης δεν είναι δυο ξεχωριστοί πλανήτες με ασύμπτωτες τροχιές, αλλά ήπειροι πάνω στην επιφάνεια του ίδιου πλανήτη.

Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα, κι έβαψαν τα δικά μου … Όλα εκκινούν από έξι πασίγνωστους στίχους οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν στον χώρο, τον χρόνο και τον τρόπο, με τις δεκάδες τους παραλλαγές και εγκατοίκησαν σε όλες τις μορφές του λόγου και μέσω αυτών ταξιδεύουμε σε όλες αυτές τις εκφράσεις των αφηγητών ως προς το φιλί, τον έρωτα, τον πόθο και το κόκκινο χρώμα τους. Αλλά ένα από τα πλέον συναρπαστικά στοιχεία του βιβλίου είναι η ανεύρεση πηγών ανάλογης θεματικής σε όλη την αρχαιότερη των δημοτικών γραμματεία: από τα σπαράγματα πάσης φύσεως αρχαίων κειμένων και τα ερωτικά επιγράμματα (πάντα με την μετάφρασή τους!) έως τους ομηρικούς ύμνους και την αρχαία αιγυπτιακή ποίηση,  από τον Σολομώντα και τους Βυζαντινούς έως τις μεσαιωνικές ερωτικές μυθιστορίες, από τον Κοραή και τον Φωριέλ στον Κώστα Κρυστάλλη και πολλαπλώς στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, από τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Ιωάννη Πολέμη μέχρι τον Εγγονόπουλο τον Καβάφη και τον Σεφέρη, που άλλωστε, δήλωνε τις οφειλές του στη δημοτική ποίηση που του έμαθε την ελληνική γραφή πολύ περισσότερα από πολλούς θεολόγους της λογοτεχνίας, ακόμα και να καταλάβει καλύτερα την ερμητική, άλογη σύγχρονη τέχνη.

Είναι, βέβαια, αδύνατον να μην βρεθούμε στο περιβάλλον αυτών των δημιουργημάτων, την ίδια την φύση, που έχει πάντα να μας απαντήσει σε πολλά, αρκεί να ξέρουμε να την ρωτήσουμε. Ακόμα κι αν η φυσικότερη σχέση του λαϊκού τραγουδιστή, δηλαδή του κοινοτικού, αγροτικού ανθρώπου με τον κόσμο που τον περιβάλλει δεν οδηγεί αναπόδραστα στη σχέση με τον εσωτερικό του κόσμο και τους συνανθρώπους του, του επιτρέπει σίγουρα να δει και να ζήσει το υπερφυσικό σαν οικείο. Στην δημοτική ποίηση η φύση δεν είναι περιβάλλον προς κατάκτηση ή αξιοποίηση αλλά κόσμος εκδηλωτικός που μιλάει και συναισθάνεται, ανταποκρίνεται και συμμερίζεται. Και το υπερφυσικό για τον λαϊκό ποιητή δεν είναι ανατροπή της φυσικής τάξης αλλά ομαλή προέκταση και μετάπλασή της. Η φύση δεν αποτελεί ένα αδιάφορο θέατρο όπου εκτυλίσσονται τα πάθη της αγάπης αλλά και μετέχει και η ίδια – εμψυχώνει και ταράζεται, συγκλονίζεται και ανατρέπεται. Δεν λειτουργεί απλώς σαν ναός του ανθρώπινου σώματος αλλά το εκτείνει και το ολοκληρώνει. Όπως έγραφε ο Γ.Α.Μέγας, αι συνεντεύξεις των εραστών μόνο εις το κρυπτόν ημπορούν να λαμβάνουν χώραν, όπου μόνο η φύσις παραμονεύει ως μάρτυς. Αλλά και προ αυτής ο αγωνιών έρως δεν είναι ασφαλής και έτσι ο απηγορευμένος εκείνος χαρακτήρ της ερωτικής συνεντεύξεις ομού με το ευδιέγερτον ζωντανόν αίσθημα της φύσεως των λαών τούτων παρήγαγε μίαν σειράν τραγουδιών, τα οποία ως αντικείμενον έχουν την προδοσίαν της αγάπης υπό της φύσεως.

Καθώς βουτάμε στην «Ερυθρά θάλασσα» του Δημοτικού τραγουδιού, διαπιστώνουμε πως το κόκκινο μπορεί να επιστρατεύεται ενίοτε για να πολεμηθεί ο πόθος αλλά και για να δώσει την ευλογία του αντίστοιχα· αλλού μπορεί να είναι σύμβολο της χαράς και αλλού να έχει ολέθριους συμβολισμούς, όπως το χυμένο αίμα. Το κόκκινο χρώμα και τα χείλη της ποθητής συνάπτονται αχώριστα στην τέχνη αυτού του λόγου. Το Κατά γυναικών καλλωπιζομένων του Γρηγορίου Ναζιανζηού και ο Βίος της οσίας Πελαγίας που στηλιτεύουν τον καλλωπισμό από θεολογική και ηθική άποψη, ως τέχνη που αποβλέπει στην ερωτική πρόκληση, η ταύτιση του χρώματος με το αίμα του φόνου αλλά και με τον «ρύπο» της εμμηνορρυσίας, το κόκκινο έχει το χρώμα της αμαρτίας, αλλά είναι ταυτισμένο και με τον καλλωπισμό που λειτουργεί σαν ερωτικό σήμα, η προκατάληψη κατά των κόκκινων μαλλιών, η ρούσσα γυναίκα είναι επίφοβος διότι η κόκκινη τρίχα είναι διαβολική, το μήλο που γίνεται επιφάνεια γραφή, το αιώνια άκοπο μήλο της Σαπφώς που αναστήθηκε οχτώ αιώνες αργότερα στο μυητικό ερωτικό μυθιστόρημα Δάφνις και Χλόη του Λέσβιου συγγραφέα Λόγγου αλλά και γλαφυρό σημάδι της αιματικής κυκλοφορίας, αδιαμφισβήτητη απόδειξη ζωής, οι πορφυρές χλαμύδες του Έρωτα και το κόκκινο του πολέμου και της ισχύος, αποτελούν μόνο ελάχιστες από τις εκφάνσεις του θέματος.

Τα καράβια ακινητούν μαγεμένα, λουλουδίσματα γεννιούνται από το γέλιο μιας κόρης και η υπεροχή της γυναικείας ωραιότητας μεταγράφεται σε έξαρση και άνθιση της φύσης. Η φύση συμμορφώνεται με την ομορφιά του ανθρώπου αλλά και, αντίστροφα, μαραζώνει. Στην η λαϊκή ποιητική θαυματοποιία οι θεοί αργούν ή περιττεύουν και το θαύμα συντελείται χωρίς την συνδρομή υπερφυσικών δυνάμεων. Ακόμα και το βαρύ πένθος λύνεται με τον τρόπο των μοιρολογιών και ιστορεί το θαύμα της άνθησης της γης που δέχτηκε τον αγαπημένο νεκρό. Το σμίξιμο των κλωναριών αποτελεί εικόνα των δημοτικών τραγουδιών που διηγούνται την μεταθανάτια μεταμόρφωση σε δέντρα όσων ατύχησαν στον έρωτα και πέθαναν βίαια, πάνω στη νιότη τους. Με τη μεταμόρφωση αυτή ο δημοτικός ποιητής μεθοδεύει την επικράτηση της αγάπης επί του θανάτου. Στο χώρο άλλωστε της ανώνυμης ποίησης η αξία του θανάτου μηδενίζεται.

Όμως το ελληνικό δημοτικό τραγούδι ιστορεί τον έρωτα σαν αμάχητο ανατροπέα και οι ανατροπές που καταγράφει είναι πολλές και ποικίλες. Η πρώτη που κλονίζεται είναι βέβαια η λογική. Οι αισθήσεις αναρυθμίζονται και ο κόσμος του ερωτευμένου ιστορείται συγκινημένος, να συμμερίζεται τον δικό του πόνο, κι ας γνωρίζει κατά βάθος πως ο καημός του δεν επηρεάζει ό,τι τον περιβάλλει και αφήνει ασυγκίνητους και τους ίδιους τους οικείους του. «Αγάπη δεν εστάθη ποτέ χωρίς καημούς». Φυσικά ανατρέπονται και τα ίδια τα ηθικά θεμέλια του οικογενειακού και κοινωνικού βίου. Ο «ανόσιος έρως» αποτελεί θέμα αρκετών τραγουδιών, κυρίως παραλογών, που διαφοροποιούνται ως προς την λύση του δράματος. Ως προς το βαρύτατο αμάρτημα της αιμομιξίας η ιστορία και η μυθολογία έχουν την δική τους φωνή και μαρτυρούν ότι οι γραπτοί και άγραφοι ηθικοί κανόνες έχουν πάντοτε τους αρνητές και καταπατητές τους. Από τον Περίανδρο του Ηροδότου έως το Λευιτικόν και το Δευτερονόμιον της Παλαιάς Διαθήκης, τις προσταγές των επιστολών του Παύλου και τις βυζαντινές νομοθετικές διατάξεις επιστρέφουμε στο ενσυνείδητο «οιδιπόδειο» των δημοτικών τραγουδιών ο δημιουργός των οποίων, με ελεύθερο φρόνημα και γλώσσα αλογόκριτη αλλά και χωρίς να συνθλίβεται από την πρόθεση διδακτισμού, ηθικολογικού κηρύγματος ή βίαιης στηλίτευσης, ενδιαφέρεται και για τις πιο απόκρυφες πτυχές του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου και για τις πλέον έκτροπες εκδοχές της ερωτικής συνεύρεσης.

Περισσότερο ευτράπελα και σκανδαλιστικά, βέβαια, είναι τα τραγούδια που καταπιάνονται με την ερωτική μύηση του ανιψιού από την θεία του ή με τις ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε κουμπάρους. Η ερωτική σχέση πατέρα και κόρης απωθείται στο χώρο του μη φωνητού, ενώ το βαρύτατο αμάρτημα της μητρός που πέφτει σε έρωτα για τον γιο της ιστορείται και ελέγχεται αυστηρά· διαφορετικός ο έρωτας της μητριάς για τον προγονό της που εκδηλώθηκε και από την Φαίδρα ως την Φαύστα. Ο θηβαϊκός κύκλος, η χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη Αίολος, η αδελφική αιμομιξία που κατέγραψε ο Παρθένιος στον Περί Λευκίππου λόγο, η Καλλιόπη από τις Ιστορίες του Ηρόδοτου, η αναγνώριση των δυο αδελφιών σε ένα ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, τα όρια των σχέσεων ανάμεσα στα ξαδέλφια στις Ικέτιδες του Αισχύλου, η σχέση της νύφης με τον αδελφό του άντρα της ή του γαμπρού με την αδελφή της γυναίκας του, η σχέση ανιψιού και θείας που ευνοείται από τον πρώτο, γιατί διαφορετικά θα εννοούνταν κοινωνικά ως αποπλάνηση ή και βιασμός, μια από τις επιστολές του Αρισταίνετου που επιγράφεται Πεθεράς εραστής εγκρατώς απομάχεται προς τον πόθον κ.ο.κ., ο πλούτος των λόγων είναι αχανής.

Το μοναδικό Γεγονός που εγείρεται ανάμεσα στα δυο άκρα, την ζωή και τον θάνατο, είναι το Γεγονός του Έρωτα. Τα τραγούδια του «ανόσιου έρωτα» επικυρώνουν ορισμένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ανώνυμης ποίησης: την ειλικρίνεια, την τόλμη, την ελευθεροφωνία, την πνευματική ευρυχωρία, την φυσική εναντίωσή της στον ρηχό διδακτισμό και την εξαιρετική αφηγηματικής της ικανότητα. Με τόσους ποιητικούς θριάμβους του εξωλογικού, του παραδόξου και του αδύνατου αλλά και του κοινωνικά ασύμβατου και έκνομου και με τέτοια φυσικότητα που κερδίζει το αδιανόητο και τo απίθανο, το να βαφτεί η πλάση όλη κόκκινη ύστερα από ένα περιπαθές φιλί, για να συνεορτάσει, ακούγεται σαν το φυσικότερο των πραγμάτων. Κι αφού ακούγεται, γράφει ο συγγραφέας, είναι. Κι ίσως μια ακόμα μαγεία αυτού του λόγου είναι ότι δεν εξηγεί – απλά αφηγείται.

Εδώ ξαναζούν όλες οι Κερασένιες, όνομα που κατακτήθηκε με την ρόδινη χάρη της κοπέλας, όλες οι γυναίκες με χείλη που αποκαλέστηκαν τριανταφυλλένια και φιλοπιθυμισμένα ή χαρακτηρίστηκαν κοκκινοπλουμόχειλες, όλες όσες ενέπνευσαν περιπαθείς λέξεις που ταξίδεψαν στον χρόνο, είτε προέρχονται από τις ερωτικές επιστολές του Αρισταίνετου, άγνωστου ελληνόφωνου λόγιου της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή τους στίχους του Μελέαγρου  από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης ανάμεσα στους δυο πρώτους προχριστιανικούς αιώνες – Δεινός Έρως, δεινός, και αλλού στην μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου, Α, ψυχή μου, κατατσακισμένη· εκεί που φλέγεσαι, εκεί και δροσερεύεις και φράσεις όπως η περίφημη Χωρίς θέρμη θερμάθηκε.

Ο 35σέλιδος βασικός βιβλιογραφικός οδηγός αλλά και τα εκατοντάδες ειδικότερα μελετήματα που περιλαμβάνονται στις σχεδόν διακοσίων σελίδων σημειώσεις και δη με μικρότερα γράμματα είναι ενδεικτικά.

Εκδ. Άγρα, 2019, [Πιάνω γραφή να γράψω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι – 3], σελ. 843. Το κυρίως κείμενο είναι ως την σ. 602 και οι σημειώσεις καταλαμβάνουν ως την σ. 794. Ακολουθεί ευρετήριο ονομάτων, τίτλων λογοτεχνικών έργων, βιβλίων, ποιημάτων, τραγουδιών, εφημερίδων και περιοδικών.

Στις εικόνες, έργα των: 1. George Tooker, 3. Hennie Niemann Jr., 5. Nicoletta Tomas Caravia, 6. Constantin Brancusi, 7. Christian Baloga, 8. Oswaldo Guayasamin, 9. Asiza. Οι υπόλοιπες, αταύτιστες από το διαδίκτυο.