Georgi Gospodinov – Περί φυσικής της μελαγχολίας

Στον λαβύρινθο των ιστοριών, μια δικαίωση του Μινώταυρου

Το παρελθόν διαφέρει σε ένα πράγμα από το παρόν – ποτέ δεν κυλάει προς μια κατεύθυνση [σ. 70]

Σε αυτό το παρελθόν αποφασίζει να ζήσει και να ξαναζήσει ο Βούλγαρος συγγραφέας [γεν. 1968], σ’ ένα από τα απολαυστικότερα μεταφρασμένα μυθιστορήματα της φετινής χρονιάς. Μπορούν δυο διαφορετικά αφηγηματικά σχέδια να πλεχτούν σε μια ενιαία ιστορία με χαλαρούς αρμούς αλλά γερά θεμέλια; Το πρώτο είναι η λογοτεχνική δικαίωση του Μινώταυρου, μιας μυθολογικής μορφής που με εξαίρεση τον Μπόρχες και ιδίως το περίφημο Σπίτι του Αστερίου (κείμενο που ο Γκοσποντίνοφ δεν αναφέρει ρητά αλλά είναι σαφές ότι το έχει ως βασικό σημείο αναφοράς όταν αναφέρεται στον «κύριο Χόρχε») έχει αδικηθεί σε όλες τις τέχνες. Το δεύτερο είναι η αυτοβιογραφία του σε συνδυασμό με την βιογραφία ενός  κράτους κι ενός έθνους ιδίως στις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

Ο συγγραφέας το καταφέρνει χάρη στην ασίγαστη επιθυμία του να διατρέχει τα χρόνια και τους τόπους και να συλλογίζεται με την σημερινή του ματιά πάνω σε πανανθρώπινες ιστορίες. Δεν προτείνει καμία γραμμική αφήγηση επειδή ούτε οι λαβύρινθοι ούτε οι ιστορίες είναι ποτέ γραμμικές. Ακριβώς αυτός είναι ο τρόπος του: μια διήγηση ιστοριών που η μία οδηγεί στην άλλη σ’ ένα συνεχές σύστημα διαδρόμων.

Εδώ λειτουργεί το πρώτο του εύρημα: ο αφηγητής εαυτός του βιώνει κάθε ξένη ιστορία ως δική του και εισχωρεί στις αναμνήσεις και την ίδια την συνείδηση άλλων ανθρώπων, και ιδίως των προγόνων του. Κι έτσι, καθώς βρίσκεται στην ανάμνηση του δωδεκάχρονου παππού του, μπαίνει σ’ ένα τσίρκο και γνωρίζει έναν Μινώταυρο όχι τρομακτικό αλλά θλιμμένο. Στο κλουβί του στην μια γωνιά, ένα στρώμα μ’ ένα τρίποδο και στην άλλη, ένας κουβάς και άχυρο: η μια γωνιά για τον άνθρωπο ή άλλη για το ζώο. Το ανεπιθύμητο μωρό από το σμίξιμο της Πασιφάης με τον ταύρο είναι ένα ορφανό που δεν είναι ούτε άνθρωπος για τους ανθρώπους, ούτε ταύρος για τους ταύρους. Βγήκε εκεί που η φύση δίστασε και τώρα τον έκλεισαν σ’ ένα λαγούμι. Ο μικρός αφηγητής συναντά το βλέμμα του πλάσματος και δεν θα απαλλαγεί ποτέ από την αίσθηση πως αυτό το πρόσωπο το γνωρίζει. Ακόμα κι αν αυτή την ιστορία δεν την διηγήθηκε ποτέ ο παππούς του.

Τώρα που ενήλικος ανατρέχει σε ολόκληρη την κλασική λογοτεχνία και καταγράφει τις εικονογραφικές του παραστάσεις δεν βρίσκει πουθενά αγάπη για τον Μινώταυρο. Μόνο σε μια Παναγία με Μινώταυρο διακρίνεται η στιγμή του αποχαιρετισμού μητέρας και παιδιού. Και πόσο επιθυμεί να καλέσει τον Οβίδιο, τον Βιργίλιο, τον Σενέκα, τον Πλούταρχο και τον Δάντη να έρθουν να δουν πόσο συνέβαλαν στην σημερινή του εικόνα, εικόνα ενός περιφρονημένου ήρωα! Σε όλες αυτές τις εκδοχές ο Μινώταυρος δεν προβάλλει καμία αντίσταση, ενώ κανείς δεν τον λυπάται. Είναι ο μόνος που σιωπά σ’ έναν μυθολογικό κόσμο όπου έμψυχα και άψυχα μιλάνε συνεχώς.

Η απουσία παιδιών στην αρχαιοελληνική μυθολογία είναι αξιοπρόσεκτη. Ακριβώς όπως και στην αρχαιότητα, έτσι και στον σοσιαλισμό τα παιδιά ήταν αόρατα, χαμένα στα άδεια διαμερίσματα, με τους γονείς απόντες στις συνεχείς ώρες εργασίας. Ένα ημιυπόγειο υπήρξε η βασική κατοικία του συγγραφέα όταν ήταν μικρός, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περιμένοντας την σειρά τους για ένα διαμέρισμα. Είναι η σειρά του να γίνει ένας Μινώταυρος αιχμάλωτος κι ολομόναχος στο ημιυπόγειο ενός παλατιού, μιας εντυπωσιακής κομμουνιστικής πολυκατοικίας. Πόσοι δυνάμει μινώταυροι ζουν σε υπόγεια; Είναι μινώταυρος εκείνος που ουρλιάζει από το γειτονικό τρελοκομείο με την φωνή μιας εγκατάλειψης;

Ο Γκοσποντίνοφ συρράπτει πλήθος μικροϊστορίες στον καμβά των ανά τον κόσμο υπογείων και λαβυρίνθων. Σε μια από τις μαγευτικότερες ιστορίες έρωτα στον πόλεμο, ο παππούς του διατηρεί μερικές λέξεις ολόδικές του και τις απαριθμεί τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα, σαν ένα παράξενο κομποσκοίνι λέξεων. Λίγο προτού αφήσει τα εγκόσμια παραδίδει στον εγγονό του ένα παλιό χαρτί με μια διεύθυνση στην Ουγγαρία. Εκεί γερνάει μια γυναίκα που διατηρεί ένα αντίστοιχο χαρτί με βουλγαρικές λέξεις. Ένας έρωτας έσβηνε για δεκαετίες τις αποστάσεις με τις αντίστοιχες απαγγελίες. Σ’ ένα άλλο ενδεχόμενο (που σίγουρα εμείς εδώ έχουμε ξαναδεί -θυμάμαι μια αντίστοιχη παλιά ελληνική ταινία- και ξαναδιαβάσει, στα ατέλειωτα συγκοινωνούντα δοχεία της λογοτεχνίας), η ερωτευμένη γυναίκα για να κρατήσει τον στρατιώτη αλλάζει όλη την πορεία του πολέμου. Τον κρύβει σ’ ένα υπόγειο και δεν τον ενημερώνει ότι οι Γερμανοί έχουν παραδοθεί· υποκρίνεται ακόμα και έρευνες στο σπίτι.

Σε μια τόσο παρατεταμένη αναμονή, συμβαίνει ο έρωτας. Όταν κάποτε οργισμένος το ανακαλύψει επιστρέφει στην οικογένειά του στην Βουλγαρία αλλά έχει ήδη ανακηρυχθεί ηρωικώς πεσών κι έχει γίνει μνημείο. Πώς θα δικαιολογηθεί τόση καθυστέρηση στην επιστροφή; Μέχρι να βρεθεί μια βολική εξήγηση, η οικογένειά του προτείνει το υπόγειο για κάποιο καιρό, που τελικά κρατά πολύ. Ο νεοσύστατος κομμουνισμός άλλωστε θα εντοπίσει αμέσως τον λιποτάκτη που συν τοις άλλοις εξαπάτησε και το κράτος με τον δήθεν θάνατό του. Ο στρατιώτης απλώς αντάλλαξε το ένα υπόγειο μ’ ένα άλλο.

Καθώς ο συγγραφέας εισέρχεται στην «ιδιωτική ιστορία της δεκαετίας του ’80», όπως τιτλοφορεί ένα εκτενές κεφάλαιο, επιχειρεί έναν πλήρη κατάλογο πραγμάτων. Βρισκόμαστε στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου, συνεπώς κομβικό αντικείμενο αποτελεί η πράσινη θήκη από καραβόπανο με την μάσκα αερίου. Μόνο που στο καταφύγιο κάτω απ’ το γυμναστήριο ο φωτισμός ασφαλείας δεν λειτουργούσε ποτέ. Τουλάχιστο έδωσε μια φορά την ευκαιρία στον συμμαθητή του να πιάσει τα στήθη της χημικού έστω και κατά λάθος, αφού στόχος του ήταν κάποια άλλη. Στο σχολείο πάντως αδιάκοπα έδειχναν διαφάνειες με εικόνες του μανιταριού της ατομικής βόμβας, κι ο μικρός αφηγητής έκανε έναν κύκλο γύρω από κάθε μανιτάρι που ξεφύτρωνε τυχαία στην αυλή τους, για προληπτικούς λόγους. Η άμυνα απέναντι στα πυρηνικά και τα χημικά όπλα των εχθρών απαιτούσε πάντα την αντιασφυξιογόνο μάσκα. Ό,τι πιο κοντινό στην μουσούδα του μινώταυρου…

Όμως την επόμενη μέρα της αποκάλυψης δεν θα υπάρχουν εφημερίδες. Τι ειρωνεία: το πιο σημαντικό ιστορικό γεγονός δεν θα καταγραφεί. Έτσι ο συγγραφέας προβαίνει στην εξαντλητική συγκέντρωση γραπτών τεκμηρίων και αντικειμένων για τον μετα-αποκαλυπτικό αναγνώστη. Άλλωστε το 1977 το μη επανδρωμένο «Βόγιατζερ» θα επιχειρούσε την κονσερβοποίηση του χρόνου: να συλλέξει σε μια χρονοκάψουλα μια σειρά αντικειμένων, για να τα θάψει στο διάστημα, σ’ ένα ασφαλές μέρος μακριά από την Γη. Από την Βουλγαρία επιλέχτηκε ένα λαϊκό τραγούδι για κάποιον τρομερό κλεφταρματωλό – «στους μικρούς λαούς αρέσει να είναι τρομακτικοί». Αλλά την ίδια χρονιά ο σύντροφος Ζίφκοφ ανακοίνωσε την ταφή μιας άλλης χρονοκάψουλας στα θεμέλια του ιστορικού μουσείου του Πλέβεν για να ανοιχτεί ακριβώς εκατό χρόνια μετά, όταν όλοι θα ζούμε σε κομμουνιστικό καθεστώς. Άραγε εδώ θέση θα είχε η η Νιβέα που πουλούσαν στην μαύρη αγορά ή το κακέκτυπό της, η λεγόμενη «βουλγαρική νιβέα»;

Τι περιλαμβάνει η «επίσημη ιστορία της δεκαετίας του ’80»; Τίποτα δεν ενώνει ένα μικρό έθνος περισσότερο από την αίσθηση πως όλοι είναι εναντίον του. Με το AIDS παύουν όλες οι σεξουαλικές επαναστάσεις αλλά όσοι δεν τις είχαν καν αρχίσει, δεν πήραν το τέλος τους τόσο τραγικά. Ο θάνατος του Μπρέζνιεφ συγκεντρώνει όλα τα παιδιά στον κρύο διάδρομο του σχολείου, για να παρακολουθήσουν την κηδεία σε μια τηλεόραση. Εκεί αντίκρισε κι ο αφηγητής τον θάνατο, μια μέρα μετά το πρώτο του φιλί. Πρώτο φιλί, πρώτος θάνατος. Στα τέλη της δεκαετίας ο κομμουνισμός τελειώνει μέσα στην ασχήμια των ρούχων, σε αντίθεση με τα πιο αισθησιακά ενδύματα της δεκαετίας του ’60. Την δεκαετία του ’90 παρά το κρύο και το κομμένο ρεύμα όλα είναι πιθανά. Αλλά το τέλος της ιστορίας αποδεικνύεται πολύ πιο βαρετό απ’ όλα τα ευνοϊκά σενάρια.

Το μυθιστόρημα ενσωματώνει πολλές «αυτοτελείς» απολαυστικές ιστορίες, όπως αυτή του Γκαουστίν, με τα εμπνευσμένα, μεγαλεπήβολα πλην απραγματοποίητα σχέδια για να βγάλει χρήματα η παρέα: ένα σινεμά για τους φτωχούς (διήγηση της κινηματογραφικής ταινίας σε όσους προτιμούν μια πιο φτηνή λύση από το εισιτήριο), συγγραφή προσωπικού ποιήματος για κάθε πρόθυμο περαστικό, ένα πρετ-α-πορτέ προφυλακτικών, κινηματογραφικές προβολές με οθόνη τον ουρανό. Άραγε, σε κάποια σύγχρονα εξωφρενικά καλλιτεχνικά έργα, υπάρχει περίπτωση να κρύβεται από πίσω εκείνος;

Κάποιο ρεπορτάζ σ’ ένα δυτικό περιοδικό χαρακτήρισε την Βουλγαρία ως το πιο θλιμμένο μέρος του κόσμου. Χωρίς καμία διάθεση υπεράσπισης πάντως ο συγγραφέας ταξιδεύει σε δεκάδες ευρωπαϊκές πόλεις όπου δεν βρίσκει λιγότερη μελαγχολία – μάλλον το αντίθετο. Φαίνεται πως η κρίση εξαρτάται από πλείστους υποκειμενικούς παράγοντες. Ούτε το ταξίδι γιατρεύει την μελαγχολία. Η λογοτεχνία άραγε; Τελικά ο λαβύρινθος είναι πάνω απ’ όλα μια συνεχής επιλογή δρόμων. Ένας απ’ αυτούς μας οδηγεί στην αλήθεια του τετριμμένου, του φθαρτού και του ασήμαντου:

Είτε γεννήθηκες στις Βερσαλλίες είτε στην Αθήνα, τη Ρώμη ή το Παρίσι, το μεγαλειώδες πάντα θα βρει τρόπο να κάνει την εμφάνισή του. Ακόμα και αν δεν έχει διαβάσει Ψευδο-Λογγίνο, αν δεν έχεις ακούσει για τον Καντ ή…ακόμα και αν ζεις στους αιωνίως αναλφάβητους αγρούς ανώνυμων χωριών και πόλων, στο κενό μέρα-νύχτα, παρ’ όλα αυτά θα σου εμφανιστεί, στη δική σου γλώσσα. Σαν τον καπνό από μιαν καμινάδα μια χειμωνιάτικη μέρα, σαν ένα κομματάκι βαθυγάλανου ουρανού, σαν σύννεφο που σου θυμίζει κάτι από τον άλλον κόσμο, σαν σκατά βουβαλιού. Το μεγαλειώδες βρίσκεται παντού. [σ. 204]

Με αφορμή ένα γεγονός στην Ταφάλα, όπου ο ταύρος κοίταξε προς το κοινό και επιτέθηκε στους θεατές, ο συγγραφέας σκέφτεται: Το αμφιθέατρο είναι ένας λαβύρινθος με κυκλικούς και ακτινωτούς διαδρόμους. Ο ταύρος (που ξεχνάμε πως είναι φυτοφάγος) ανασήκωσε τα μάτια του και αναγνώρισε τον Λαβύρινθο. Τα ζώα δεν έχουν αίσθηση του χρόνου κι ο ταύρος είδε το πατρικό του σπίτι και θυμήθηκε εκείνη την νύχτα που δεν τελείωνε ποτέ. Τώρα ο δολοφόνος του (μάλλον κάποιος μακρινός συγγενής του Θησέα) στεκόταν στην αρένα και η μητέρα του κάπου στις κερκίδες – διαδρόμους του λαβυρίνθου. Εκεί χιμάει για να την βρει, αλλά κάνει λάθος, και συνεχίζει να την ψάχνει. Ένα τρομαγμένο μέχρι θανάτου ον ψάχνει τη μητέρα του. Το μουγκρητό του είναι η μοναδική λέξη που είναι ίδια σε όλες τις γλώσσες: Μαμάαααα….Μουουουουουου…..

Ο Γκοσποντίνοφ γνωρίζει πως για το βλέμμα κάθε νεογέννητου -, ενός αρουραίου, μιας μύγας, μιας χελώνας – ο κόσμος φτιάχνεται από την αρχή. Στην αρχή και η μικρή του κόρη, όπως όλα τα ανθρώπινα μωρά, προφέρει τα πράγματα με την φωνή όλων των ζωντανών όντων· γουργουρίζει, σφυρίζει, νιαουρίζει, σκούζει. Ο Θεός δεν δίνει αμέσως γλώσσα στα νεογέννητα. Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Γνωρίζουν το μυστικό του παραδείσου αλλά δεν έχουν την γλώσσα γι’ αυτόν. Όταν τους δοθεί η γλώσσα έχουν ξεχάσει πια το μυστικό.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 334 [Fizika na fagata, 2011].

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 228, εδώ.

Ivan Jablonka – Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες

Η Ιστορία ως ένα αληθές μυθιστόρημα

Oι διαπιστώσεις: οι γνωστικοί κλάδοι κατέκτησαν την μεθοδολογική πρόοδο αλλά έχασαν σε σχέση με την μορφή, την συγκίνηση και την απόλαυση. Οι σχετικοί επιστήμονες αδιαφόρησαν για την γραφή και τον δημόσιο λόγο και πίστεψαν ότι ένα άρθρο σε επιστημονικό περιοδικό είναι από μόνο του πιο «επιστημονικό» από ένα ντοκιμαντέρ ή μια μουσειακή έκθεση. Οι ιστορικοί ασκούν τεχνική και όχι συγγραφή: συγκεντρώνουν αρχεία, παραθέματα, υποσημειώσεις, σχέδια, σε σημείο να παράγεται όχι ένα κείμενο αλλά ένα μη κείμενο· μια έκθεση ενός ειδικού η οποία έχει απονεκρωμένη γλώσσα και καθαρά εργαλειακή μορφή.

Η υπόθεση εργασίας: η λογοτεχνία δεν αποδυναμώνει αλλά ενισχύει την μέθοδο των κοινωνικών επιστημών καθώς και την θέση τους στην πολιτεία. Είναι ταυτόχρονα επεξεργασία της γλώσσας, αφηγηματική κατασκευή, μοναδική φωνή, συγκίνηση, ρυθμός ατμόσφαιρα, φυγή προς αλλού. Αν δεχτούμε ότι ο ιστορικός αφηγείται και η ιστορία είναι αφήγημα, τότε αξίζει να λάβουμε στα σοβαρά τον πολύτιμο χαρακτηρισμό του Πωλ Βεν για την ιστορία: αληθές μυθιστόρημα. Το ζητούμενο δεν συνίσταται στην μείωση των απαιτήσεων για τις κοινωνικές επιστήμες αλλά στην επαύξησή τους, στον ξορκισμό της έλλειψης γοητείας, στο άνοιγμα προς το κοινό.

Η αντιστροφή του ερωτήματος είναι εξίσου διαφωτιστική: σε ποιο βαθμό η λογοτεχνία είναι ικανή να αποδώσει το πραγματικό; Η λογοτεχνία δεν περιορίζεται στα δεσμά της μυθοπλασίας αλλά εκτείνεται και στο δοκίμιο, στην αυτοβιογραφία, στο μεγάλο ρεπορτάζ, στην δημιουργική μη μυθοπλασία, στην μαρτυρία. Προσαρμόζει τις ερευνητικές μεθόδους των κοινωνικών επιστημών· ο συγγραφέας γίνεται, με τον τρόπο του, ερευνητής. Αναζητά κι αυτή, και κυρίως αυτή, έναν τρόπο να κατανοούμε το παρόν και το παρελθόν. Η ιστορία είναι πιο λογοτεχνική απ’ όσο η ίδια θα επιθυμούσε και η λογοτεχνία είναι πιο ιστορική απ’ όσο η ίδια νομίζει.

Είναι το μυθιστόρημα, πατέρας της ιστορίας; αναρωτιέται ο Ζαμπλονκά στο κεφάλαιο με τον σχετικό τίτλο. Ο Σατωμπριάν υπήρξε ιστορικός, ποιητής και ρήτορας και οι Μάρτυρές του [1809] είναι ταυτόχρονα ιστορία, εποποιία, ποίημα, αφήγηση ενός ατυχούς έρωτα, ένα είδος ιστορικού μυθιστορήματος με άποψη αλλά και λεπτομερή τεκμηρίωση· ο συγγραφέας βρίσκεται στα χνάρια του Βολταίρου και του Γκίμπον. Ακολουθεί η ιστοριογραφική επανάσταση του Γουέιβερλι [1814] του Γουόλτερ Σκοτ, ο οποίος, αντίθετα από τους ιστορικούς, επινοεί και αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και των συναισθημάτων, αποσπώντας την ιστορία από την πληκτική λιτανεία των βασιλείων.

Ακολουθούν, σε άλλο κεφάλαιο, οι πόλεμοι της αλήθειας: με την επανανακάλυψη του Σαίξπηρ στην σκηνή δεν παρουσιάζονται μόνο τα γεγονότα αλλά και τα κρυφά τους ελατήρια, ενώ δίπλα στο παλάτι αναδεικνύεται η καλύβα. Ο Βινιύ στο Σενκ-Μαρς διακρίνει ανάμεσα στην αλήθεια της τέχνης και το αληθές που υπάρχει στο γεγονός. Η πρώτη ολοκληρώνει το δεύτερο: τελειοποιεί το γεγονός για να του προσδώσει το ηθικό νόημα που οφείλει να διατηρήσει στην αιωνιότητα. Ο Βινιύ ξαναβρίσκει την ικανότητα της εξιδανίκευσης που διέθετε η ιστορία-ρητορεία του Κικέρωνα.

Οι ιστορικοί θα διακηρύξουν ότι και αυτοί μπορεί να είναι δημιουργοί· όχι επειδή επινοούν όντα της μυθοπλασίας, αλλά επειδή, καθώς προσωποποιούν συλλογικότητες και κατονομάζουν δυνάμεις, γεννούν και νέα πρόσωπα· πρόσωπα που υπάρχουν. Ο συγγραφέας διατρέχει την νατουραλιστική μέθοδο ιδίως των Μπαλζάκ, Σίνκλερ, Ζολά και την «αίσθηση του πραγματικού», ενώ την ίδια εποχή η έλευση της ιστορίας – επιστήμης επιθυμεί, αν δεν διακηρύσσει, την αντικειμενικότητα, τον εξορισμό του «εγώ», την οικουμενική – πανοραμική θεώρηση.

Η εξάντληση των ποσοτικών παραδειγμάτων του μαρξισμού και των Annales ωθεί τον ιστορικό να ανακαλύψει εκ νέου την παμπάλαιη λειτουργία του αφηγητή / story-teller και να επενδύσει σε νέα εδάφη: στους καταδικασμένους, στο προσωπικό στοιχείο, στις νοοτροπίες, στα συναισθήματα, στην οικογένεια, στον έρωτα, στο σεξ, στον θάνατο. Συνυπογράφοντας την ιδέα ότι η ιστορία είναι αφηγηματικό μέσο, στοχαστές όπως ο Γκάλι, ο Ντάντο, ο Κρακάουερ, ο Σερτώ και άλλοι, με τους οποίους συναντώνται στην δεκαετία 1980 – 1990 ο Ρικέρ και ο Ρανσιέρ, έδειξαν ότι η κατανόηση του παρελθόντος έχει ανάγκη την πλοκή, την σκηνοθεσία, τις περιγραφές, τα πορτρέτα, τα υφολογικά σχήματα.

Η γλωσσική στροφή, φυσικά, θεωρεί ότι τα πάντα είναι γλώσσα και ότι η ιστορία δεν είναι παρά μία λεκτική κατασκευή ανάμεσα στις άλλες. Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της, ο Χέυντεν Γουάιτ, αναπτύσσει μια ερεθιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ιστορία συνδυάζει μια γλώσσα με τρεις μεθόδους εξήγησης: την πλοκή, την επιχειρηματολογία και την ιδεολογική εμπλοκή. Διέπεται, λοιπόν, από αισθητικές, λογικές και πολιτικές επιλογές, οι οποίες  προηγούνται της γνώσης και διαμορφώνουν την μήτρα του λόγου, το μετα-ιστορικό υπόστρωμα του αφηγήματος. Αυτή η προσέγγιση αποκαλύπτει την ρητορική και ποιητική της διάσταση. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι επιστήμονες, η γραφή δεν περιβάλλει τον ιστορικό «περιεχόμενο», αλλά το συγκροτεί.

Συναντώντας τον μεταμοντερνισμό και την επιφυλακτικότητα απέναντι στα «μεγάλα αφηγήματα», ο Ρολάν Μπαρτ θεωρεί πως η ιστορία αποτελεί «ιδεολογική επεξεργασία». Είναι η ίδια αυτή ιστορία που θα ήθελε να «μας κάνει να πιστέψουμε τις νομιμοποιητικές εποποιίες που χρησιμεύουν ως πρόσχημα για την κυριαρχία της Δύσης ή για την κοινωνική εκμετάλλευση», η ιστορία την οποία μισεί κάθε επανάσταση, είτε ακροδεξιά είτε ακροαριστερή. Η γλωσσική στροφή σύντομα θεωρήθηκε επικίνδυνη και πλείστοι ιστορικοί υπογράμμισαν το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει ως αποστολή την αναζήτηση του αληθούς, ότι εντέλει υποτάσσεται στο πραγματικό, ότι η γνώση του είναι επαληθεύσιμη, αποδεικνύεται με κείμενα, μαρτυρίες, κατάλοιπα, και τα λοιπά.

Στο Εμβατήριο του Ραντένσκυ [1932] ο Γιόζεφ Ροτ εγείρει ψευδαισθήσεις Ιστορίας. Το μυθιστόρημα ανακαλεί κυρίως «ιδιωτικά πεπρωμένα που η Ιστορία, τυφλή και ανέμελη» παρέλειψε στο πέρασμά της. Τα μυθοπλαστικά και οικογενειακής τάξεως γεγονότα αναπαράγουν σε μικρογραφία την εξέλιξη της «Ιστορίας». Προσφεύγοντας στην μηδενική εστίαση, ο αφηγητής αποκαλύπτει τυχαία αυτό που τα πρόσωπα αγνοούν· ποτέ δεν παραδίδει το νόημα του μυθιστορήματος με την μορφή ενός μηνύματος. Πάνω από το κεφάλι των ηρώων, ο Ροτ μας ψιθυρίζει πληροφορίες και με αυτό καταφέρνει ταυτόχρονα να σεβαστεί την αληθοφάνεια και να συντηρήσει ανάμεσα στον ίδιο και τον αναγνώστη του την συνενοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν. Δεν πρόκειται παρά για τυπικές μεθόδους του ιστορικο-ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπου η «ιστορία» ενσαρκώνεται στο μυθοπλαστικό πεπρωμένο ανώνυμων ατόμων ή οικογενειών, όπως τα δυο αδέλφια στους Τιμπώ ή ο ντον Φαμπρίτσιο στον Γατόπαρδο.

Το απόφθεγμα του Φώκνερ,  σύμφωνα με το οποίο «το παρελθόν δεν έχει παρέλθει ακόμη», έχει ευρετική αξία: το παρελθόν που μελετούν οι ιστορικοί εξακολουθεί να πάλλεται στο παρόν μας, με την μορφή λέξεων, θεσμών, έργων, συνόρων, κτιρίων, συνηθειών, σε βαθμό μάλιστα που το παρόν μας να συγκροτείται από διάφορα στρώματα του παρελθόντος τα οποία προστίθενται, κατακάθονται και στερεοποιούνται με ποικίλους τρόπους. Πολύ περισσότερο, ο ιστορικός συλλογισμός δεν χρησιμεύει αποκλειστικά στην κατανόηση του παρελθόντος αλλά βοηθά επίσης στην δράση στο παρόν. Ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά λογοτεχνικά παραδειγμάτων που μας διδάσκουν ότι ορισμένες μυθοπλασίες διαθέτουν γνωστικό δυναμικό και όχι απλώς μιμητική λειτουργία, που μπορεί να «αναδιαμορφώνει» λίγο-πολύ ελεύθερα την πραγματικότητα.

Ο Ζέμπαλντ δεν μπορεί να λείπει από ένα βασικό τμήμα του βιβλίου, που τιτλοφορείται Από την μη μυθοπλασία στην λογοτεχνία-αλήθεια. Το Άουστερλιτς απορρίπτει τον όρο μυθιστόρημα και ορίζεται ως ένα «βιβλίο απροσδιόριστης φύσεως, σε πρόζα». Ανάλογα βιβλία δεν αποσκοπούν τόσο να δώσουν λογοτεχνική μορφή στην ιστορία όσο να συγγράψουν την πραγματικότητα ακολουθώντας τις γνωστικές διαδικασίες που κάτι τέτοιο προϋποθέτει. Εδώ ο Ζαμπλονκά τυπολογεί μια σειρά από σχετικά αταξινόμητα έργα σε κατηγορίες όπως η αυτοαπογραφή (τα Σκουπίδια της γης του Καίσλερ ή το Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι του Γκρας), η κοινωνική ακτινογραφία (έργα του Λόντον και του Όργουελ), οι ανθρωπολογίες της καθημερινής ζωής (βιβλία του Μαίηλερ ή του Μασπερό), το βιβλίο του κόσμου που υμνεί την αναχώρηση και τον νομαδισμό (από τον Καπυσίνσκι στον Βόλμαν), η εξερεύνηση της ανθρώπινης αβύσσου (Ζιντ, Καπότε, Καρέρ), η αποκατάσταση ενός παρελθόντος μέσω της δικαιοσύνης, όπως τα θεμελιώδη βιβλία των Ντοστογιέφσκι, Σαλάμοφ, Σολζενίτσιν αλλά και του Μέντελσον.

Αν το παραπάνω ενδεικτικό σώμα βιβλίων συγκεντρωθεί υπό την προσωρινή ετικέτα «λογοτεχνία της πραγματικότητας», τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτή η λογοτεχνία, κληρονόμος του ρεαλισμού, επιθυμεί να μιλήσει για τον κόσμο χωρίς να αποκρύψει τίποτα. Ωστόσο και εδώ αρνείται την βοήθεια της μυθοπλασίας και τις συνταγές της ψυχολογίας. Ο Ζαμπλονκά προτείνει την προσέγγιση αυτών των κειμένων από την σκοπιά του μετα-ρεαλισμού, μιας στάσης απέναντι στο πραγματικό, που με την σειρά της διακρίνεται σε τρεις λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα: τον αντικειμενισμό, την μαρτυρία και το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα. Ευκαιρία εδώ να θυμηθούμε το πρώτο μη μυθοπλαστικό βιβλίο, την Επιχείρηση Σφαγή [1957] του αργεντινού δημοσιογράφου Ροντόλφο Γουόλς που ερευνά την καταστολή ενός πραξικοπήματος, για να ακολουθήσουν λίγα χρόνια μετά οι Αμερικανοί – Καπότε, Μαίηλερ, Χάντερ Τόμσον, Τομ Γουλφ. Κατά μεγάλη ειρωνεία, να προσθέσω, ο Γουόλς, ατρόμητος και κατά της χούντας του Βιντέλα, αντιστάθηκε στην σύλληψή του (που θα οδηγούσε στον βέβαιο βασανισμό και θάνατό του) με το δικό του περίστροφο και δολοφονήθηκε επί τόπου από τους στρατιώτες της δικτατορίας.

Ακούραστος ο Ζαμπλονκά προχωρά σε νέα παραδείγματα, κατηγορίες, διαπιστώσεις αλλά και ερωτήματα. Από τον 19ο αιώνα η διεκδίκηση της απόλυτης ελευθερίας διέπει τον λόγο των συγγραφέων. Ο Περέκ ήταν από τους μεγάλους ωφελημένους αυτής της ελευθερίας, όμως ακριβώς οι μέθοδοι που επεξεργάζεται, η αυστηρή λίστα καθηκόντων και το σύστημα των περιορισμών του μύθου δείχνουν πως υιοθετεί κανόνες για να είναι «ολοκληρωτικά ελεύθερος». Αυτός ο νεοκλασικός ύμνος στον περιορισμό, με τον οποίο ταυτίζεται και ο Ίταλο Καλβίνο, μας επιτρέπει να αναθεωρήσουμε την ψευδο-αντίθεση ανάμεσα στην δημιουργική και ανυπότακτη ελευθερία και τον κανόνα. Είτε το θέλει, είτε όχι, κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του κανόνες. Ο Ντέηβιντ Λοτζ το αναγνωρίζει με εντιμότητα: «Ο χρυσός κανόνας της μυθοπλαστικής πρόζας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες – με εξαίρεση εκείνους που κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του». Και οι περιορισμοί της δημιουργικότητας του ερευνητή δεν σταματούν εδώ: το ύφος αποτελεί έναν από αυτούς και ο Ζαμπλονκά παραθέτει μια ακόμα ενδιαφέρουσα τυπολογία των υφών, σε μια παράλληλη εξέταση των περιορισμών που χαρακτηρίζουν το έργο των ιστορικών. Είναι άραγε παράλληλοι ή τέμνονται μ’ εκείνους των λογοτεχνών;

Ο λόγος του πολωνοεβραϊκής καταγωγής Γάλλου ιστορικού και μυθιστοριογράφου, χειμαρρώδης στην έκφραση και πλούσιος από παραδείγματα, υποστηρίζει με ενθουσιασμό μιαν άκρως γοητευτική πρόταση. Πεπεισμένος ότι η ιστορία μπορεί να επινοήσει νέες μορφές λόγου και να κατακτήσει την βαθύτερη κατανόησή της, παραθέτει μια σειρά από πρωτότυπους συλλογισμούς αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή το βαθύ τους παρελθόν. Παρά τον δοκιμιακό της χαρακτήρα, η έρευνά του διαβάζεται ως ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κείμενο, όχι μόνο επειδή, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους Γάλλους θεωρητικούς δεν φοβάται τα σύντομα κεφάλαια, τους επεξηγηματικούς τίτλους και την παράθεση των αντίθετων απόψεων, αλλά κυρίως χάρη σ’ έναν ακόμα παραλληλισμό: αν η γοητευτική του πρόταση αφορά την συμβατότητα της Ιστορίας με τις αρετές της Λογοτεχνίας, στο βιβλίο του είναι ο στοχαστικός λόγος που είναι απόλυτα συμβατός με την αναγνωστική απόλαυση.

Εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σελ. 412. Περιλαμβάνονται 93 σημειώσεις και δίγλωσσο ευρετήριο προσώπων.

Στις εικόνες: François-René de Chateaubriand, Upton Sinclair, Siegfried Kracauer, Roland Barthes, W.G. Sebald, Rodolfo Walsh, Georges Perec, Ivan Jablonka.