Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

Τόμας Πύντσον – Υπεραιχμή

Ηλεκτρονικές Πολιτείες (και Βίοι) της Αμερικής

Σε μια χαρακτηριστική «σκηνή» της καταιγιστικής Υπεραιχμηρής μυθοπλασίας δυο παιδιά παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εξόντωσης ανθρώπων: εξαφανίζουν τους πεζούς που φωνάζουν στα κινητά τους, τις μανάδες που σπρώχνουν διπλά καροτσάκια με μεγάλα παιδιά, εκείνους που προσπερνούν στην ουρά. Σε αυτό το «παιχνίδι εντολών πρώτης βολής» έχουν απενεργοποιήσει κάθε εμφάνιση αίματος, φωνάζουν «Να σέβεσαι περισσότερο τους συνανθρώπους σου» και εξασκούνται στην καταπολέμηση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Οι σελίδες είναι χαρακτηριστικές ως προς την αναπαράσταση ενός αναδυόμενου κόσμου όπου οι ενοχλητικοί βρίσκονται παντού αλλά πάντα υπάρχει ένας πλήκτρο να τους αντιμετωπίσεις.

Αυτή η αμφιλεγόμενη απονομή δικαιοσύνης αποτελεί μία από τις εκατοντάδες ίνες που πλέκουν το μυθιστόρημα αλλά δεν χαρακτηρίζει όλους τους χαρακτήρες, ο αριθμός των οποίων άλλωστε είναι τριψήφιος, ενώ οι περιφερειακοί ήρωες είναι δεκάδες. Η βασική πρωταγωνίστρια πάντως, η Μαξίν Τάρνοου, διακονεί Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Οικονομικής Απάτης, τις οποίες βέβαια γνωρίζει καλά και ως πρώην σεσημασμένη. Το πολυώροφο κτίριο όπου βρίσκεται η έδρα της είναι γεμάτο από υποψήφιους πελάτες – υπηρεσίες ραντεβού, χειροπράκτες και βελονιστές, πράκτορες ταξιδιωτικών αποδράσεων, ατζέντηδες που υπόσχονται δημοσιότητα, προμηθευτές ημινόμιμης «μαμαχουάνα», σχολικές αίθουσες με δασκάλους ή ψυχαναλυτές ή και τα δυο μαζί – το ίδιο και οι γειτονικοί ουρανοξύστες, ολόκληρη η γειτονιά, η πόλη, η πολιτεία. Η μισή Αμερική βαριανασαίνει σε τέτοιους χώρους.

Όμως το νέο, αχανές πεδίο της άγρας πελατών, της επαγγελματικής καταξίωσης και της νέας οικονομίας δεν είναι παρά ο κυβερνοχώρος, αυτός ο υπερμοντέρνος παράλληλος κόσμος όπου τα πάντα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται. Και δεν υπάρχει μόνο αυτός: από κάτω χάσκει ένα δεύτερο διαδίκτυο, ο Βαθύς Ιστός, που βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό στάδιο· οι επιφανειακές μηχανές αναζήτησης δεν φτάνουν ως εκεί, συνεπώς οι ανεπιθύμητοι θα μείνουν απ’ έξω. Όποιος κερδίσει ένα μερίδιο σ’ αυτή την πολιτεία των κρυπτογραφήσεων και των ανακατευθύνσεων μπορεί να λογίζεται άρχων του επερχόμενου.

Φυσικά ο κόσμος έχει γεμίσει νεαρά παιδιά που προσπερνούν το ένα μετά το άλλο τείχος προστασίας και χακάρουν κάθε υπολογιστή αλλά ακριβώς την στιγμή που είναι έτοιμα να μπουν στον πυρήνα του συστήματος, έρχεται το κράτος και τα τσακώνει με νομικές διαδικασίες, ώστε να επιλέξουν να εργαστούν μαζί του αντί να φυλακιστούν. Την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθεί να συνέλθει από την χρηματιστηριακή κατάπτωση, ολόκληροι όροφοι εταιρειών πληροφορικής χάσκουν εγκαταλειμμένοι αλλά οι καλωδιώσεις υπάρχουν ακόμα και πολλοί νέοι επιχειρούν να στήσουν μέσα από το λάπτοπ την εταιρεία της ζωής τους. Οι εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται ξανά σαν τα μανιτάρια κι ας είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από τις «φασιστικές» μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να αναγκάσουν ιδιοκτήτες και νοικάρηδες να φύγουν.

Άλλοι εφευρίσκουν ευφυείς τρόπους να βγάζουν λεφτά, όπως εκείνος που εισάγει εκατοντάδες λούτρινα κουκλάκια από την Κίνα και τα προωθεί στα μαγαζιά την κατάλληλη στιγμή στις φορτοεκφορτώσεις. Πρόκειται για παιχνίδια που γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά φθείρονται πολύ εύκολα κι έτσι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, εμφανίζει ως σπάνια συλλεκτικά κομμάτια όσα έχει για καιρό αποθηκεύσει σε ειδικές πλαστικές σακούλες με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Υπάρχουν κι εκείνοι που προτείνουν ανιχνευτές τσέπης που σκανάρουν τις ουρές στα ταμεία και υπολογίζουν ποια είναι η μικρότερη ή ηχητικούς συναγερμούς που κολλάνε πάνω στο τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης ώστε να μην το χάνεις ποτέ.

Όλα αυτά δεν είναι παρά η καθημερινότητα του βιοπορισμού της Μαξίν, η οποία καλείται να μπει στα άυλα άδυτα μιας εταιρείας με όνομα – γλωσσοδέτη που αφήνει πίσω της χαλάσματα και επιχειρεί πρωτοκαθεδρία της κοσμικής πληροφορικής, με την απαραίτητη βοήθεια από την μεσανατολική άλλη άκρη του κόσμου. Εδώ η ψευδοαστυνομική ιστορία αναζητά την γεωπολιτική της συζυγία. Αλλά όταν λίγο αργότερα έρχεται το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε η ημερήσια διάταξη γεμίζει με καταλόγους υστεριών, συνομωσιών και επικερδών εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή «το διαδίκτυο έχει μετατραπεί ξαφνικά σε αποκριάτικο καρναβάλι για παρανοϊκούς και τρολ, ένα πανδαιμόνιο σχολίων που για να τα διαβάσεις όλα ίσως να μη φτάνει ο χρόνος που απομένει στο πιθανολογούμενο υπόλοιπο ζωής του σύμπαντος…» [σ. 454]

Η Υπεραιχμή είναι ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα δια χειρός Πύντσον, κοινώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του: ενιαίο κορμό που διακλαδώνεται σε εκατοντάδες υποϊστορίες, κατάργηση των ορίων μεταξύ σοβαρότητας και χιούμορ, χρήση και κατάχρηση όλων των πολιτιστικών προϊόντων της Νέας Γης, από το ροκ και την ποπ, μέχρι την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια. Στα ράφια του δίπλα από τις μάρκες των προϊόντων τοποθετούνται οι ήρωες των καρτούν και όλα τα πρόσωπα της λαϊκής κουλτούρας, ζωντανά ή επίπλαστα. Είναι άλλωστε ο κορυφαίος εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης ο ίδιος αλλά ταξιδιώτης διαρκείας στην Δυτική Όχθη ακριβώς την εποχή όπου θα άλλαζε ο κόσμος, κατόπιν αμετακίνητος κάτοικος του Άνω Δυτικού Μανχάταν, ο Πύντσον γνωρίζει κάθε εκατοστό του εξιστορούμενου τόπου και χρόνου· πόσο μάλλον όταν εδώ υπήρξε αυτόπτης και επιτόπιος μάρτυρας της μεγάλης ιστορικής καμπής στην Μητρόπολη του Νέου Κόσμου.

Η γλώσσα του είναι γλυπτή και εφευρετική. Μπορεί ταυτόχρονα να δοκιμάζει μια ποιητικότατη περιγραφή ενός κτιρίου, ενός δρόμου ή μιας στιγμής της ημέρας και κατόπιν να παρασύρεται σε περιπλεγμένες προτάσεις που εναλλάσσονται με άμεσους διαλόγους, βασικότατο στοιχείο για την έκφραση των αμέτρητων χαρακτήρων που αποτελούν το βασικό όχημα της ιστορίας. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να απεχθάνεται κάθε φωτογράφηση και συνέντευξη (έχει παρέμβει όμως όταν επιχειρείται με διάφορους τρόπους η εικονοποίησή του)· αυτό δεν τον εμποδίζει να παραμένει ένας ανελέητος σφυροκόπος σε κάθε μορφής εξουσία, με λόγο πάντα υπέρ των αδυνάτων. Τα μυθιστορήματά του, φορτισμένα ούτως ή άλλως με την αίγλη ενός εξαρχής εξαφανισμένου λογοτέχνη, αρκούν.

Κι εδώ επιχειρεί για άλλη μια φορά να σκάψει το σάπιο υπέδαφος. Δεν αρκείται σε μια φαντασμαγορική μυθοπλασία αλλά γράφει ένα μυθιστόρημα για όλες τις τραγικότητες της εποχής του 2000: την άλωση του ψηφιακού κόσμου από την οικονομία, την οριστική κατάργηση κάθε ιδιωτικής ζωής, τις επακόλουθες καταστροφές ανθρώπινων ζωών. Ο υπόκοσμος γίνεται και διαδικτυακός, η πορεία των μετοχών αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ιστορικό παράγοντα, εκείνοι που θησαυρίζουν από την οικονομική κατάρρευση των άλλων βγαίνουν πάντα καθαροί.

Μένουν οι απλοί άνθρωποι, που ζουν στη χώρα της ελευθερίας και νομίζουν πως ελέγχουν την βούλησή τους, ενώ την ίδια στιγμή ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης ραδιουργίας πολιτικής, μιντιακής, ηλεκτρονικής, ηθικής. Κάποτε μοιάζουν με μαριονέτες, όπως η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης που κινείται ελαφρά από τον αέρα πάνω από το γραφείο του περίφημου απατεώνα δικηγόρου Saul Goodman στην σειρά Breaking Bad. Πόσες από τις δεκάδες μικροζωές θα διατηρήσει ένα έστω ελάχιστο όριο ιδιωτικότητας και αυτενέργειας;

Τέλος, εδώ μου φαίνεται πως λάμπει ένα ευφυές παράδοξο: καθώς ο Πύντσον γράφει το απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ηλεκτρονική και ιντερνετική εποχή γύρω από το 2000, πολλά από τα αναφερόμενα στοιχεία μοιάζουν, με τα δεδομένα του 2017, ξεπερασμένα. Έτσι, δεν συντάσσει μόνο ένα λογοτεχνικό εγχειρίδιο μια πρώιμης Ιστορίας του καλωδιωμένου κόσμου ή, αν η πρόζα καθαριστεί από την μυθοπλασία, μια συγχρονική Ιστορία της Σύγχρονης Αμερικής, αλλά και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται και υποκύπτει ακριβώς στην ταχύτατη ρευστότητα της εποχής και στην απόλυτη παροδικότητα των ανθρώπινων έργων – και του δικού του.

Εκδ. Ψυγοχιός, 2014, μτφ. Γιάννης Κυριαζής, σελ. 559 [Bleeding Edge, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Ο μεταφραστής των βιβλίων του Τόμας Πύντσον Γιάννης Κυριαζής στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στις εικόνες: διαφημίσεις από την εποχή της ελπίδας, ένα εξώφυλλο της Pat Benatar (που τιτλοφόρησε ένα δίσκο της ως Gravity Rainbow, από το μείζον έργο του Πύντσον – ομολογώ ότι κάπως έτσι φαντάστηκα την Μαξίν), η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης και οι αιώνιοι κερδοσκόποι.