Βασιλική Πέτσα – Όταν γράφει το μολύβι. Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία

petsa_otan-grafei-to-molibi_

Αναμέμνοντας την λογοτεχνία της ένοπλης βίας

Θυμάμαι πόσο με είχαν συνεπάρει αλλά και αιφνιδιάσει Οι πολίτες της σιωπής, ένα παλαιότερο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Νένης Ευθυμιάδη. Ήταν η πρώτη λογοτεχνική μου ανάγνωση ενός πολιτικού μυθιστορήματος με θέμα την τρομοκρατία. Εδώ η πολιτική βία εμφανίζεται κυρίως ως απειλή της επικείμενης εμφάνισής της, όπως γράφει η ερευνήτρια κάπου στη μέση του βιβλίου. Η ένοπλη ομάδα «Μηδέν» με την ανατίναξη μιας σειράς αγαλμάτων στρέφεται εναντίον συμβόλων εθνικής ταυτότητας· με την απανθράκωση σταθμευμένων αστικών λεωφορείων στηλιτεύει την σχετική κρατική ανεπάρκεια· με το χτύπημα ενός ναού θέτει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας. Η δολοφονία αστυνομικού, στρατιωτικού και αλλοδαπού αξιωματικού πλήττουν εξίσου θεμελιώδεις βεβαιότητες ή προκαταλήψεις. Η οργάνωση αναπροσαρμόζει την στρατηγική της για να αποφύγει την ταύτισή της με τις καθιερωμένες ερμηνείες και εμμένει στην συμβολική διάσταση των χτυπημάτων ως αυτόνομων εκφρασιακών ενεργημάτων.

Η στροφή εναντίον πολιτών είναι ζήτημα χρόνου κι έτσι σχεδιάζεται η ανατίναξη μιας αστικής πολυκατοικίας, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τον εφησυχασμένο μεταπολιτευτικό modus vivendi. Ολόκληρο το χωροθετημένο συγκρότημα μετατρέπεται ως πεδίο επιτήρησης και ελέγχου, μια σύγχρονη εκδοχή του στρατοπέδου, του κατεξοχήν χώρου μιας κατάστασης εξαίρεσης. Αλλά και η ίδια η επίδοξη βομβίστρια – γειτονική ανθοπώλισσα καθίσταται αντικείμενο επιτήρησης από την μικρή Χριστίνα και τους άλλους και καθώς αναπτύσσουν πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις η πίστη της στους σκοπούς της οργάνωσης αρχίζει να κλονίζεται. Η εξανθρώπιση των στόχων μέσω της διαπροσωπικής επαφής προκαλεί στην ηρωίδα κρίσεις συνείδησης και εγκλωβίζεται σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο από το οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Οι βεβαιότητές της για την αναγκαιότητα της βίας κλονίζονται και η ίδια αναλογίζεται μια εναλλακτική πορεία ζωής. Δεν επιλέγει όμως την παράδοση αλλά την συντριβή του εαυτού της.

faranda

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα από τα δεκάδες έργα που μελέτησε η ερευνήτρια για να συγκροτήσει μια μελέτη που καλύπτει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό και θέτει ως ερευνητικό στόχο την συγκριτική αποτίμηση των μυθοπλαστικών κειμένων της ιταλικής και της ελληνικής λογοτεχνίας στα οποία αναπαρίστανται ή και αναδιαμορφώνονται μυθοπλαστικά εκφάνσεις της ένοπλης βίας των δυο χωρών. Η αντιπαραβολή των αντίστοιχων έντεχνων λόγων τόσο ως προς την επιλογή των θεματικών και αφηγηματικών τεχνικών όσο και ως προς την ιδεολογική οργάνωση την οδηγούν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την ευρύτατη πολιτισμική επεξεργασία της ένοπλης βίας πολιτικών οργανώσεων και την κοινωνική επίδραση που άσκησε ως φαινόμενο.

Το ερευνητικό της πεδίο καλύπτει αποκλειστικά την δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, αντικαθεστωτικών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Το ένα μέρος του βιβλίου λοιπόν εστιάζει στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κρίσιμη μεταβατική περίοδο προς μια δημοκρατικότερη πολιτειακή συνθήκη και σηματοδότησε το τελευταίο στάδιο του «κοινωνικού δράματος» του Εμφυλίου. Ωστόσο για ένα σκέλος της αντισυστημικής Αριστεράς, οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μειοψηφικές ομάδες αντιτάχθηκαν στην ηγεμονική ιστορική αφήγηση και συσπειρώθηκαν γύρω από μια εναλλακτική πολιτική ταυτότητα που εστίασε στο «συμβάν» – λαϊκή εξέγερση.

1151

Ως προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές και αφηγηματικές τάσεις των ελληνικών μυθοπλαστικών έργων διαπιστώνεται το σχετικά περιορισμένο εύρος και η ελλιπής κριτική αναγνώρισή του που συσχετίζεται με την αδυναμία ευρείας επικράτησης συναινετικών πολιτικών αφηγήσεων για την ένοπλη πολιτική βία. Από την άλλη παρατηρείται η επικέντρωση σε ατομικές (και όχι συλλογικές) αφηγηματικές υποκειμενικότητες και η απουσία ρεαλιστικής αναπαράστασης στη διάπραξη βιαιοτήτων. Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας εντοπίζει δυο κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα: την τραγική αφήγηση και την οικογενειακή μυθιστορία.

Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική στην εργογραφία του Δημήτρη Νόλλα (Το πέμπτο γένος, Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, Ο καιρός του καθενός), οι χαρακτήρες λειτουργούν ως αυτοκαταστροφικοί «αντι – ήρωες», εμφορούμενοι από την ηθική της μελαγχολίας, ενώ η βία παραμένει απούσα. Στα έργα του Νόλλα ο ρόλος της θυσίας είναι κομβικός ενώ η τραγωδία έγκειται ακριβώς στην εξαφάνιση των προϋποθέσεων του τραγικού, στην κατάργηση των οριακών αντιθέσεων και στην εγκατάλειψη των ουτοπικών οραμάτων. Ειδική περίπτωση τραγικής αφήγησης αποτελεί και το έργο του Τάσου Δαρβέρη Μια ιστορία της νύχτας (1967 – 1974). Στην δεύτερη περίπτωση η πολιτική βία ερμηνεύεται είτε ως «αντι – βία» της Αριστεράς απέναντι στην δομική βία του συντηρητικού μεσοπολεμικού κράτους είτε ως βία που στοχοποιεί τις παγιωμένες συνήθειες της μεσοαστικής τάξης. Εδώ εξετάζονται τα βιβλία Τέσσερις ελληνικοί φόνοι του Αλέξη Πανσέληνου, Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι του Λευτέρη Μαυρόπουλου και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου.

maragopoulos-400

Η Πέτσα δεν εξαντλείται στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων κάτω από την ερευνητική προβληματική της αλλά και εμβαθύνει στο ευρύτερο φιλοσοφικό και θεωρητικό υπόβαθρό τους. Αυτό αποτελεί ένα από τα ακαταμάχητα θέλγητρα της έρευνάς της. Στο μυθιστόρημα της Ευθυμιάδη, για παράδειγμα, η τρομοκράτισσα, χαρακτηρίζεται ως άλλη Αντιγόνη μεταξύ δυο θανάτων, του συμβολικού και του πραγματικού. Η Χριστίνα από την άλλη ενσαρκώνει μια εναλλακτική εκδοχή αντίστασης στην εξουσία, βασισμένη όχι στην κατά μέτωπο αμφισβήτηση, αλλά στη φανέρωση της βίας που προϋποθέτει η κυριαρχία της. Η στάση της, και με τις δυο σημασίες της ακινησίας και της επανάστασης, καταδεικνύει την κατά Weber δύναμη της αδυναμίας και την αδυναμία της δύναμης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνομιλεί με τις σχετικές θέσεις του Agamben, ενώ η πράξη της Χριστίνας οράται και υπό το πρίσμα της κατά Benjamin «ασθενικής μεσσιανικής δύναμης». Η αγάπη για τον πλησίον και ο φετιχισμός του πένθους δεν μπορεί παρά να διαπερνούν το έργο των Φρόυντ, Κίργκεγκωρ, τις απόψεις του Ζίζεκ κ.ό.κ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην αντίστοιχη ιταλική πεζογραφική παραγωγή. Η σύγχρονη κοινωνικο – πολιτική ιστορία της Ιταλίας διακρίνεται από περιόδους έντονης συγκρουσιακότητας και μαζικής συμμετοχής στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, ενώ η ένοπλη βία ασκήθηκε από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ή άκρας Αριστεράς. Το σχετικό εισαγωγικό κείμενο εστιάζει στην ιστορία της ταραγμένης περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», που ξεκινούν με την σφαγή της Πλατείας Φοντάνα το 1969 (βλ. Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, του Ντάριο Φο σε δυο παλαιότερες δημοσιεύσεις του Πανδοχείου εδώ και εδώ) και τελειώνουν στην εξάρθρωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1982, ενώ είναι εμφανές ότι τα εξεταζόμενα βιβλία παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον εφόσον δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας.

natalia-ginzburg

Το νεανικό εξεγερσιακό πνεύμα του 1968 δεν αφορούσε μόνο το πεδίο της αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών αλλά προέταξε ως αίτημα και την επανεξέταση των διαπροσωπικών σχέσεων και της συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας. Οι γυναίκες και οι νέοι βγήκαν ως υποκείμενα αυτόνομα και ξεχωριστά από τον οικογενειακό πυρήνα. Έτσι το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα που εντοπίζεται στην σχετική ιταλική λογοτεχνία αφορά μια οιδιπόδεια ή ευρύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση. Η ρήξη σχετίζεται με την πατροκτονία ή αδελφοκτονία και λαμβάνει την μορφή της απόπειρας επούλωσης του τραύματος που προξένησε στην οικογένεια η συμμετοχή ενός μέλους σε ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση.

Στο επιστολικό μυθιστόρημα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ Αγαπητέ μου Μικέλε η περιγραφή της πολιτικής βίας υποβιβάζεται και η ίδια η ύποπτη δράση του γιου περιθωριοποιείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το βιβλικό υπόστρωμα του «άσωτου υιού» συνδυάζεται με την απόρριψη της πατρικής κληρονομιάς, ενώ η υποχώρηση της ανδρικής κυριαρχίας επιτείνει την έλλειψη νοήματος στην ζωή των γυναικών. Η νεότερη γενιά αδιαφορεί για το παρελθόν ή το μέλλον και προσηλώνεται στο παρόν. Αυτή η στάση, γράφει η Πέτσα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκούσια άρνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά σχετίζεται με τις ανεπάρκειες της προηγούμενης γενιάς, η οποία αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της ως πρότυπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αμυντική απάρνηση ενός τραυματικού παρελθόντος, η μνήμη του οποίου βαραίνει τις προηγούμενες γενιές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα από την συλλογή του Αντόνιο Ταμπούκι, Το παιχνίδι της αντιστροφής (για το βιβλίο βλ. εδώ).

il-paese-delle-meraviglie

Σε μια σειρά έργων η αφήγηση του τραύματος συγκροτεί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Η χώρα των θαυμάτων [Il paese delle meraviglie] του Giuseppe Culicchia αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας και προς την πολιτική συνειδητοποίηση του ήρωα που πληροφορείται τον θάνατο της αδελφής του κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης λόγω της συμμετοχής της σε ένοπλη οργάνωση. Η επαρχιακή πόλη όπου ζει ο νέος είναι καταδικασμένη σε ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο παρόν και δεν επιδέχεται ιστορικοποίηση. Οι πολιτικές εξελίξεις φτάνουν μόνο μέσω της μιντιακής ενημέρωσης και η απώλεια της Αλίτσε σηματοδοτεί την απώλεια της προοπτικής μιας «χώρας των θαυμάτων».

Ο πόλεμος των παιδιών [La Guerra dei figli] της Lidia Ravera εστιάζει σε δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων διακόπτει κάθε οικογενειακή σχέση και περνάει στην παρανομία και στοχοποιεί τον πιθανό πατέρα του παιδιού της άλλης. Η ένταξή της στην τρομοκρατική οργάνωση προκύπτει ως εναντίωση στην οικογένεια που μοιάζει με «δικτατορία» και ως αντίδραση στην ασφυκτική καταπίεση της μητέρας της. Είναι ενδιαφέρον ότι και εδώ οι ρόλοι της Αντιγόνης και της Ισμήνης μοιάζουν μοιρασμένοι, ενώ η αποσιώπηση της τραγικής είδησης από την δεύτερη αδελφή μοιάζει με συμβολική απόπειρα διαγραφής γεγονότων από την Ιστορία. Αυτή η συλλογική φαντασίωση της επανόρθωσης περιλαμβάνεται και στην ταινία Καλημέρα, νύχτα [Buongiorno notte] του Μάρκο Μπελόκιο, όπου ο Άλντο Μόρο δεν δολοφονείται, όπως συνέβη στην πραγματικότητα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αλλά κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από την ομηρία και να μείνει ζωντανός.

lidia-ravera

Στο μυθιστόρημα Ανατομία της μάχης [Anatomia della battaglia] του Giacomo Sartori ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ευρύτερο οικογενειακό και προσωπικό του παρελθόν και καταφεύγει στην αυτοεξορία σε μια χώρα της Αφρικής. Ενδιαφέρουσα μορφολογική επιλογή αποτελεί εδώ η απόδοση της εμφανούς ετερογλωσσίας των δυο κόσμων με διαφορετικές ιδιόλεκτους και χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων για την μια πλευρά. Ο συγγραφέας αναζητά τα κενά της Ιστορίας και αγγίζει την «αμνηστία Τολιάτι», σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των παρτιζάνων δεν χαρακτηρίστηκαν ως πολιτικά αλλά ποινικά εγκλήματα, αποδεικνύοντας τελικά ότι η πραγματική συμφιλίωση με τα αιματηρά γεγονότα εκείνης της εποχής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής μνήμης που αποσιωπά πτυχές της εθνικής ιστορίας.

Παρουσιάζονται ακόμα τα μυθιστορήματα Tuo figlio [Ο γιος σου] του Gian Mario Villalta, Libera I miei nemici [Απελευθερώστε τους εχθρούς μου] του Rocco Carbone, Piove all’ insu [Βρέχει προς τα πάνω] του Luca Rastello,  Piombo [Μολύβι. Στο τελευταίο νησί, 1980 και τριγύρω  [Nell’ ultima isola, 1980 e dintorni] του Duccio Cimatti και 1977, Εξέγερση [1977, Insurrezione] του Paolo Pozzi. Με τα δυο τελευταία βρισκόμαστε σε μια άλλη περιοχή, της βιωμένης εμπειρίας αλλά και των γλωσσικών πειραματισμών. Και ακόμα πιο βαθιά, η επική εκδοχή της μνήμης «εκπροσωπείται» με τα καταρρακτώδη έργα του Νάννι Μπαλεστρίνι Τα θέλουμε όλα, La violenza illustrate, Οι αόρατοι και Εκδότης (τρία εκ των οποίων έχουν κατ’ εξαίρεση μεταφραστεί στη γλώσσα μας). Η στρατευμένη λογοτεχνία του Μπαλεστρίνι εμφανίζεται ως μια βίαιη πράξη, όπου η γραφή διαμορφώνεται ως δράση δημιουργικής καταστροφικότητας, έναυσμα για την σύλληψη μιας καινούργιας τάξης πραγμάτων.

ballestrini_

Στο πρώτο μυθιστόρημα ο ανώνυμος προλετάριος πρωταγωνιστής ενσωματώνει το μοναδιαίο ατομικιστικό «εγώ» του στη συλλογική αγωνιστική υποκειμενικότητα ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η βία σε επίπεδο έκφρασης, με μια παράθεση διαφορετικών περί βίας λόγων. Η κατάργηση των σημείων στίξης διατηρείται και στο τρίτο έργο, που αποκτά μάλιστα την επική μορφή μεσαιωνικού ηρωικού ποιήματος. Αλλά οι κρατούμενοι θα είναι για άλλη μια φορά «αόρατοι», ενώ παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι στην ελπίδα:

… σε μια ορισμένη ώρα μέσα στη νύχτα όλοι μαζί ανάβαμε το λάδι στις δάδες έκλαιγαν πολύ ώρα θα πρέπει να ήταν ωραίο θέαμα απ’ έξω όλες εκείνες οι φωτιές που έτρεμαν επάνω στο μαύρο τοίχο της φυλακής μέσα σ’ εκείνο τον απέραντο κάμπου αλλά οι μόνοι που μπορούσαν να δουν τους πυρσούς ήταν οι λιγοστοί αυτοκινητιστές που τρέχουν μικροσκοπικοί […]  ή κάποιος αεροπλάνο ίσως που περνά πάνω ψηλά αλλά αυτά πετούν πολύ ψηλά εκεί πάνω στο μαύρο σιωπηλό ουρανό και δεν βλέπουν τίποτα… [σ. 251].

renault-moro_

Είναι ενδιαφέρον ότι στην ιταλική περίπτωση στη θέση των μελών έχουμε τους συγγενείς του θύτη ή του θύματος, συνεπώς η έμφαση αποδίδεται στους «θεατές» του κοινωνικού δράματος και όχι στους πρωταγωνιστές. Η σκοπιά αυτή της κοινής γνώμης απηχεί τον ισχυρισμό της Χάνα Άρεντ ότι η δημόσια σφαίρα συγκροτείται από τους θεατές και όχι από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής. Κατά βάθος όμως η συγκεκριμένη αυτή αφηγηματική επιλογή αποσκοπεί στην απόκρυψη του συμβάντος, μια στόχευση που απηχεί τη γενική ιδεολογία της μεταπολιτικής συνθήκης. Έτσι το παρελθόν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις πληγές του, συνεπώς, συμπεραίνει η Πέτσα, εντοπίζοντας και καταγράφοντας τις πρωτογενείς παθογένειες που το σημάδεψαν ίσως τότε να κατορθώσει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπήρξε αλλά είναι πλέον νεκρό και έτσι να ζητήσει την οριστική ταφή – την ανάστασή του.

Η μελέτη δεν ολοκληρώνεται με τα εκτενή συμπεράσματα. Το επίμετρο περιλαμβάνει μια παράπλευρη έρευνα πάνω σε θεμελιώδη θεωρητικά έργα που σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω ζητήματα (Ζιράρ, Ίγκλετον, Μπένγιαμιν, Σαρτρ, Καμύ, Άρεντ, Μερλώ – Ποντύ, Λούκατς, Μπαντιού, Ζίζεκ κ.ά) αλλά και σημαντικές έννοιες όπως η νοσταλγία, ο παροντισμός, ο αφηγηματικός φετιχισμός, η μελαγχολική γραφή (που σε αντίθεση με την πένθιμη γραφή αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια ως γεγονός) κ.ά. Στο παράρτημα δημοσιεύονται τρεις συνεντεύξεις: με την Adriana Faranda, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία συμμετείχε στην απαγωγή του Άλντο Μόρο, με τον Νάννι Μπαλεστρίνι και με τον Γιώργο Μομφερράτο, γιο του δολοφονηθέντα εκδότη Νικόλαου Μομφερράτου από την 17Ν.

protest-rue-saint-jacques-paris-6-may-1968

Η πρώτη, που είναι και η εκτενέστερη, είναι πραγματικά συγκλονιστική. Η Φαράντα περιγράφει πόσο σταδιακά και αδιόρατα, «φυσικά» για εκείνη την εποχή, γλιστρούσε κανείς στο επαναστατικό κίνημα, αναλαμβάνει το κομμάτι της συλλογικής ευθύνης που της αναλογεί, παρά την διαφωνία της τότε για την δολοφονία, κρίνει το παρελθόν της και υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς, τα πάντα εκτός από τον ένοπλο αγώνα. Σήμερα, λέει κάπου αλλού, «καμία ομάδα και καμία δύναμη δεν έχει στο μυαλό της μια επαναστατική διαδρομή, υπάρχουν όμως πλήθη στις πλατείες που μπορούν να εκραγούν».

Η Πέτσα τιμά τόσο την δοκιμιακή γραφή, αυτή την πλούσια παράδοση ύφους και σκέψης, όσο και την ερευνητική εργασία, γράφοντας ένα συναρπαστικό στην ανάγνωση μελέτημα που κατορθώνει ταυτόχρονα να ανοίξει ένα από δεκαετίες κλειστό παράθυρο σε μια ελάχιστα ερευνημένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε μια εξίσου άγνωστη λογοτεχνία αλλά και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όλων των ακάνθινων θεμάτων της.

balestrini-1971-vogliamo-tutto_

Εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 387. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με πρωτογενείς πηγές (λογοτεχνία, μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, χρονικά, ταινίες και ντοκιμαντέρ) και κριτική βιβλιογραφία (βιβλία και μελέτες, άρθρα, ημερήσιος τύπος, άλλα ντοκουμέντα και πηγές στο διαδίκτυο).

Στις εικόνες: Adriana Faranda, Natalia Ginzburg, Lidia Ravera, Nanni Ballestrini, το Ρενώ όπου βρέθηκε νεκρός ο Άλντο Μόρο, Οδός Saint-Jacques, Παρίσι, 6 Μαΐου 1968.

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Μαρία Ρασσιά – Η απόλαυση της σκιάς

rassia-maria_

Γράψτε για το βιβλίο σας

Η απόλαυση της σκιάς είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Κέδρος. Δύο νουβέλες και επτά διηγήματα γράφτηκαν σε διάστημα δύο ετών. Κάθε κείμενο, έγινε δυνητικά η αρχή ενός άλλου. Η απώλεια κάθε μορφής· ο προαιώνιος φόβος του θανάτου, είναι η αναζήτηση των ηρώων του βιβλίου μέσα από την καθημερινότητα τους. Στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες, αλλά να απεγκλωβιστούν από τον μικρόκοσμό τους. Και κάπου εκεί, στη μέση της διαδρομής τους, αρχίζουν να μετατοπίζονται, με κίνητρα κατά το δοκούν, όχι αθώα.

Τις προθέσεις τους χρειάστηκε να τις ανακαλύψω, μια σύνθετη αναζήτηση σε γεγονότα που βίωσαν στο παρελθόν ή που βιώνουν σε χρόνο Ενεστώτα. Και αν τελικά, όλοι τους και όλες τους, φαίνεται να τους απασχολούν ή να φοβούνται διαφορετικά θέματα, υπάρχει κάτι που τους ενώνει : ο σαρκασμός και η αμηχανία, που τους κάνει να αντιμετωπίσουν τις πιο μύχιες και ασυμπάθηστες σκέψεις τους. Η διαδρομή τους είναι σκοτεινή και κάποιες φορές παράλογη. Τοποθετούνται ειρωνικά, ενίοτε είναι προκλητικοί, για να αντέξουν αυτό που οι ίδιοι επέλεξαν. Δεν επιστρέφουν στα παλιά, δεν υπόσχονται απαντήσεις σε ερωτήματα που δημιουργούνται. Η αίσθηση της ερήμωσης σαν εσωτερική αναζήτηση, θα τους κάνει να αναρωτηθούν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τελικά θα βρουν τη δύναμη και την ησυχία και την γοητεία, να απολαύσουν την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από την χαραμάδα.

maria-rassia-02

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ο λόγος μου ξεκινάει από την παρατήρηση και την ανθρώπινη αντίληψη. Από την ανοικείωση, όχι με τη μορφή κάποιας νέας ιδέας, αλλά ως ένας πειραματισμός της μορφής. Όχι τυχαίος, αλλά κυνηγώντας την ανάπλαση μιας άλλης οπτικής, για να αποκτήσει το κείμενο αυτόνομη ύπαρξη. Τα ερωτήματα λοιπόν, δεν ήταν καινούργια για να με ωθήσουν να γράψω ιστορίες, ίσως η αντοχή για ζωή, σαν μια αφηγηματική επινόηση, από διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, που και οι ίδιοι ποικίλλουν, τόσο σε ηλικίες, ιδιότητες και βιώματα, μπαίνοντας χαμογελαστοί στον χώρο μου και αφού μου έδειξαν πως δεν έχουν διάθεση να φύγουν σύντομα. Οι εννέα ιστορίες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται χωρίς γραμμική αλληλουχία, αλλά σ’ ένα σύνολο με συνέπεια, για να μην λείψει ο αέρας στους ήρωες, όταν θα αντικρίσουν τα ανομολόγητα.

Κι επειδή οι απώλειες δεν κρύβονται, ακόμη και πίσω από ένα χαμόγελο, άρχισα να τις παρατηρώ στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μου στις διαδρομές με το μετρό, στους πεζούς που περιμένουν να ανάψει πράσινο το φανάρι για να περάσουν απέναντι.

Εκείνη την εποχή διάβασα το βιβλίο Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο και ομολογώ πως ένιωσα στο δέρμα μου αυτό που βίωναν τα  πρόσωπα-ήρωες. Και σκέφτηκα πως η ερημιά, η εγκατάλειψη με στοίχειωσαν, με γοήτευσαν, αλλά και το υπόγειο χιούμορ του αφηγητή. Στο Πέδρο Πάραμο, η γη, το χωριό είναι πανταχού παρούσα-παρόν, και βιώνει τη θλίψη και την απώλεια. Αυτό πυροδότησε μέσα μου εικόνες, σκέψεις και αισθήσεις. Και σα να άρεσε αυτό και στους δικούς μου ήρωες, που ήδη «μου μιλούσαν». Νομίζω πως πιαστήκαμε χέρι χέρι, για να ακούσουμε τους ψίθυρους από τις ρωγμές των τοίχων του ερημωμένου χωριού Κομάλα, που ο ήρωας του Ρούλφο, ο Χουάν Πρεσιάδο πηγαίνει για να βρει τον πατέρα του.

maria-rassia-03 [Anthonys Art Collectibles]

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο να διαλέξω έναν από τους εννέα χαρακτήρες των ιστοριών, για να τον συστήσω. Εκείνο όμως που με οδηγεί για να καταλήξω  σε έναν, είναι πως με τη Μήδεια, ακόμη δεν έχουμε αποχαιρετιστεί. Συνεχίζουμε κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα να αντικριζόμαστε και μπορεί να μιλήσουμε για λίγο. Η Μήδεια λοιπόν, με τον τίτλο μέσα στο βιβλίο:  «H Μήδεια θέλει να γεράσει», αποφασίζει μετά από δέκα χρόνια που έφυγε, να γυρίσει στον τόπο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Δέκα χρόνια την διατήρησαν σε μια φούσκα πάγου και κανένα συναίσθημα δεν κατάφερε να την φθείρει, αλλά ούτε και να την ανανεώσει. Γι’ αυτό και νιώθει την απέραντη επιθυμία να την αφήσουν οι άνθρωποι επιτέλους να γεράσει. Ο Γιώργος Χειμωνάς, ποιητής, νευρολόγος-ψυχίατρος, προλογίζοντας την ελεύθερη απόδοση της Μήδειας γράφει : «Δε φταίει αυτή, δεν έχει άλλο τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημα δεν βρίσκει, δεν υπάρχει για να το χρησιμοποιήσει». Η οπτική του αυτή, γεμάτη κατανόηση, την ερμηνεύει με επικοινωνιακούς όρους. Η Μήδεια χρησιμοποιεί το σώμα των παιδιών της, ως προέκταση του δικού της σώματος, για να μεταφέρει το μήνυμα της οδύνης της. Αυτή την εκδοχή του Χειμωνά, την σκεφτόμουν χρόνια.

Η Μήδεια λοιπόν, η δική μου Μήδεια,  επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, θέλει να ομολογήσει αυτό που εκείνη πιστεύει πως την ώθησε να σκοτώσει τα παιδιά της κι όχι αυτά που ειπώθηκαν από τρίτους, σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις.  Όσο λοιπόν σαν αφηγητής τριτοπρόσωπος, ήμουν μέσα στη σκέψη αυτής της γυναίκας, στο σημείο της ομολογίας της, στάθηκα παγωμένη και ανήμπορη μπροστά στις λευκές σελίδες, για να μεταφέρω την ανάμνησή της.  Κι έρχεται η Μήδεια τότε, που τόσες μέρες ήταν στην καθημερινότητά μου και μου μιλούσε και μου λέει : «δώσε μου τον λόγο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η στιγμή που θα μιλήσω για τα παιδιά, άλλωστε αυτό είχαμε συμφωνήσει από την αρχή , αλλά μου είχες πει πως δεν ήσουν έτοιμη ακόμη».

Και είναι σίγουρο, ότι αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια, τόσο το σώμα της, όσο και η συμπεριφορά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα, έχουν αλλάξει. Είναι σα να λέμε, πως αλλιώς ανεβοκατέβαινε μια σκάλα πριν και αλλιώς τώρα.

Και λέει η Μήδεια σε πρώτο πρόσωπο :  «Κάποιοι θα παραποιήσουν την ιστορία μου, γιατί δεν την αντέχουν. Κανείς δε θα αστειευτεί μαζί μου. Μπορεί η ετυμηγορία αυτή να αποτρέψει κάποιες μητέρες να σκοτώσουν τα  παιδιά τους. Αρκεί να προφέρουν δυνατά το όνομά μου με μίσος. Να πουν πως καμία δε θα μου μοιάσει. Θα είμαι φιγούρα με ρούχα κατάδικης ή τροφίμου τρελλοκομείου. Μπορεί και να θέλουν να είμαι σκεπασμένη με χιόνι. Αν ήμουν άγαλμα, θα κολλούσαν την τσίχλα τους πάνω μου και κάποιοι θα κατουρούσαν και θα γελούσαν. Κανείς άντρας δε θα μ’ ερωτευτεί, έμπνευση σε κανέναν δε θα γίνω».

Στο μόνο που σίγουρα έπεσε έξω η Μήδεια, είναι πως έγινε έμπνευση. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρη.

maria-rassia-04_

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Η μετά-αφήγηση του έργου μεταλλάσσεται. Το βιβλίο, οι ήρωες των εννέα ιστοριών, μεταλλάσσονται. Μετατρέπονται σε μια επικράτεια μυθοπλασίας. Ο Ζακ Ντεριντά στην Έννοια του αρχείου επισημαίνει : «Η αρχή ονομάζει την έναρξη και συνάμα την επιταγή».

Ο συγγραφέας επινοεί τη δική του εκδοχή σ’ εκείνον που προηγήθηκε. Ίσως από την ανάγκη μου να επαναπροσδιοριστώ και να διαχειριστώ προηγούμενες βεβαιότητες. Οι  προθέσεις μου στη διαδικασία της γραφής ήταν σκοτεινές, αλλά γόνιμες· δε θέλω να κρύψω την αμηχανία μου αυτή. Οι ήρωες του βιβλίου, κάποια στιγμή στην απλή καθημερινότητά τους, ανακάλυψαν πως τίποτε δε θα φωτίσει τις σκιές τους. Αναρωτήθηκαν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τότε η σκέψη πως ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει, τους έκανε να λειτουργήσουν σαν ακροατές των συναισθημάτων τους. Επεδίωξαν ας πούμε, έναν καταμερισμό. Μια αναζήτηση : ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει, που δεν βλέπουν και σε ερωτήματα που δεν χρειάζονται απαντήσεις. Το νέο στοιχείο θα είναι η μνήμη και ο χρόνος.

[Εκδόσεις Κέδρος, 2016]

[3η φωτογραφία: Anthonys Art Collectibles]