Jean – Paul Sartre – Οι λέξεις

Sartre_1

Η μαθητεία στον γραπτό κόσμο

Κάθε άνθρωπος έχει τον φυσικό του χώρο· ούτε η περηφάνια ούτε η αξία καθορίζουν το υψόμετρο: Αυτό το αποφασίζει η παιδική ηλικία. Ο δικός μου φυσικός χώρος είναι ένας έκτος όροφος στο Παρίσι με θέα τις στέγες. […] Για να ξαναβρώ τη χαρά μου επανέκαμπτα στο συμβολικό μου έκτο όροφο, ανάσαινα και πάλι τον ασφυκτικό αέρα των Γραμμάτων, το σύμπαν απλωνόταν στα πόδια μου και κάθε πράγμα ικέτευε ταπεινά ένα όνομα· δίνοντας το όνομα ήταν σαν να το δημιουργούσα και ταυτόχρονα να το αποκτούσα. Δίχως αυτή την κεφαλαιώδη ψευδαίσθηση, δεν θα είχα γράψει ποτέ. [σ. 73]

Όλα αρχίζουν από τον παππού Σαρλ Σβάιτσερ που κάποια στιγμή αφοσιώθηκε στην δημιουργία σημαντικών περιστάσεων από ασήμαντα γεγονότα, ενώ οι αντιστάσεις της γιαγιάς Λουίζ δεν ξεπερνούσαν τα όρια της αξιωματικής αντιπολίτευσης.  Έμαθαν στην μικρότερη κόρη τους Αν Μαρί να πλήττει, να στέκεται ευθυτενής και να ράβει. «Είχε χαρίσματα και θεώρησαν ευπρεπές να της τα αφήσουν ακαλλιέργητα· είχε ακτινοβολία και φρόντισαν να της την κρύψουν. Αυτοί οι περήφανοι αστοί έκριναν πως η ομορφιά είναι πάνω από τα μέτρα τους και κάτω από την κοινωνική τους τάξη· επιτρεπόταν μόνο στις μαρκησίες και τις πόρνες». Μόνο πενήντα χρόνια αργότερα, ξεφυλλίζοντας ένα οικογενειακό λεύκωμα, η Αν – Μαρί αντιλήφθηκε ότι είχε υπάρξει ωραία. Είναι μια από τις δεκάδες φορές που η γλυκόπικρη ειρωνεία του Σαρτρ αγγίζει μια προσωπική οικογενειακή ιστορία που συνάμα αποτελεί και μια συλλογική κατάσταση.

Sartre 0

Η ζωή μας είναι μια διαδοχή τελετών και εμείς καταναλώνουμε τον χρόνο μας εξαντλούμενοι σε αβρότητες. [σ. 40]

Ευτυχώς εκείνο το κορίτσι πρόλαβε και παντρεύτηκε έναν χτυπημένο από τους πυρετούς της Κοχινκίνας αξιωματικό. Ο γάμος του συμβιβασμού έβρισκε το αληθινό του πρόσωπο στην ασθένεια και το πένθος. Δίχως χρήματα και δουλειά ο Αν – Μαρί επέστρεψε στο πατρικό της, με τον μικρό απογαλακτισμένο. Ο αλαζονικός θάνατος του πατέρα του είχε δυσαρεστήσει την οικογένεια και η μητέρα του μάντευε την αποδοκιμασία, κι έτσι για να κερδίσει την συγνώμη τους αναλώθηκε απλόχερα. Αλλά για τον μικρό Ζαν Πωλ εκείνος ο θάνατος ήταν το μεγάλο γεγονός που άλλαξε την ζωή του: του έδωσε την ελευθερία του, απαλλάσσοντάς τον από τον «σάπιο» δεσμό της πατρότητας. Σε ποιον θα μπορούσε να υπακούσει; Του έδειχναν μια νεαρή γυναίκα και του έλεγαν πως είναι η μητέρα του, ενώ εκείνος νόμιζε πως είναι μια μεγάλη αδελφή, που άλλωστε ήταν η περισσότερο υποταγμένη απ’ όλους.

Και ο παππούς μπορούσε να τον χαίρεται δίχως να τον κατέχει: ο μικρός υπήρξε η «μαγεία» του, καθώς ευχόταν να τελειώσει τις μέρες του σαν μαγεμένος γέροντας.  Ζούσε σύντομες στιγμές αιωνιότητας, στιγμές που γινόταν ο ανδριάντας του εαυτού του. Και ο μικρός, ευτυχής υποκριτής του φρόνιμου παιδιού, δεν βρίσκεται ούτε από κάτω, ούτε από πάνω, αλλά αλλού. Άλλωστε αν ο Σαρλ Σβάιτσερ δεν ήταν παππούς αλλά πατέρας θα είχε κάψει όλα τα περιοδικά: ως παππούς επέλεξε την συντριμμένη από θλίψη επιείκεια. Κι ο Ζαν Πωλ δεν απαιτούσε περισσότερα και συνέχισε ειρηνικά τη διπλή του ζωή, που δεν διακόπηκε ποτέ: συνέχισε σε όλη του την ζωή να διαβάζει με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τη «Série Noire» παρά τον Wittgenstein.

jean_paul_sartre_portrait_by_mygrimmbrother_

Οι λέξεις κατέγραφαν τα πράγματα, μετατρέποντας τις πράξεις σε ιεροτελεστίες και τα γεγονότα σε τελετές. [σ. 57]

Εκεί, λοιπόν, στο γραφείο του παππού του, αρχίζει η ζωή του, ανάμεσα στα βιβλία· εκεί και θα την τελειώσει. Τα βλέπει σαν όρθιες πέτρες, σαν αλέες από μενίρ στα ράφια της βιβλιοθήκης. Αισθάνεται περιτριγυρισμένος από ογκώδη, αρχαία μνημεία, που ήταν παρόντα στην γέννησή του. Η μητέρα του έγινε η πρώτη αναγνώστρια των ιστοριών, το κορίτσι των πρωινών του. Δεν είχε αυτιά παρά μονάχα για την φωνή της, την «ταραγμένη από την υποταγή»· αγαπούσε τις μισοτελειωμένες φράσεις της, τις πάντα αργοπορημένες λέξεις της, την ξαφνική βεβαιότητά της που κατέρρεε απότομα και μετατρεπόταν σε πανωλεθρία, προτού ξανασυντεθεί μετά από μια σιωπή. Η ιστορία ήταν πρόσχημα: ήταν η σύνδεση των παραμιλητών της. Τότε γνωρίζει την μαγεία των λέξεων:

Κατάλαβα αμέσως: μιλούσε το βιβλίο. Από το βιβλίο ξεπηδούσαν φράσεις που μου προκαλούσαν φόβο· ήταν αληθινές σαρανταποδαρούσες, που έβριθαν από συλλαβές και γράμματα, τέντωναν τους διφθόγγους, έκαναν τα διπλά σύμφωνα να πάλλονται· φράσεις τραγουδιστές, ένρινες, κομμένες από παύσεις και αναστεναγμούς, πλούσιες σε άγνωστες λέξεις, γοητεύονταν από εκείνες τις ίδιες και από τους μαιάνδρους τους χωρίς να νοιάζονται για μένα: μερικές φορές εξαφανίζονταν πριν μπορέσω να τις καταλάβω, άλλες φορές τις είχε καταλάβει εκ των προτέρων και κείνες συνέχιζαν να κυλάνε μεγαλοπρεπώς προς το τέλος τους…. [σ. 56]

Sans Famille

Ήταν θέμα χρόνου να ζηλέψει την αναγνωστική ιδιότητα της μητέρας του και να σπεύσει να πάρει τον ρόλο της. Έκλεψε ένα βιβλίο με τίτλο Περιπλανήσεις ενός Κινέζου στην Κίνα κι άρχισε να προφέρει όλες τις συλλαβές. Τα βράδια σκαρφάλωνε στο πτυσσόμενο κρεβάτι του με το βιβλίο του Hector Malot Χωρίς οικογένεια. Ήταν τρελός από χαρά: ένοιωθε δικές του αυτές τις αποξηραμένες φωνές που ήταν κλεισμένες στα μικρά τους φυτολόγια. Το νόημα εκείνων των σκληρών και μαύρων λέξεων το έμαθε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ενώ ακόμα και την εποχή της συγγραφής του βιβλίου διατηρούσαν την αδιαφάνειά τους: ήταν η τροφή της μνήμης τους. Τα βιβλία του γίνονται τα κατοικίδιά του, ο στάβλος του, η εξοχή του, η βιβλιοθήκη του το σύμπαν παγιδευμένο, γεμάτο με ατέλειωτο πλούτο, με ποικιλία, με το ίδιο το απρόβλεπτο. Άρχισε να ταξιδεύει στις σελίδες του Fontenelle, του Αριστοφάνη, Rabelais, στην εγκυκλοπαίδεια Grand Larousse

Άνθρωπο και ζώα ήταν εκεί, αυτοπροσώπως: οι γκραβούρες ήταν τα σώματά τους, το κείμενό ήταν η ψυχή τους, η ιδιαίτερη μυρωδιά τους εκτός των τειχών, θα συναντούσε κανείς αόριστα προσχέδια που πλησίαζαν πάνω – κάτω τα αρχέτυπα δίχως να αγγίζουν την τελειότητά τους […] Ανεπίγνωστα πλατωνιστής, πήγαινα από τη γνώση στο αντικείμενο της γνώσης· έβρισκα περισσότερη πραγματικότητα στην ιδέα απ’ ότι στο κείμενο. […] Στα βιβλία συνάντησα το σύμπαν: αφομοιωμένο, ταξινομημένο, καταχωρισμένο, κατανοητό, και επιπλέον επικίνδυνο· δεν διαχώριζα την αταξία των αναγνωστικών εμπειριών μου από την αβέβαιη πορεία των πραγματικών γεγονότων. [σ. 62]

Sartre 3

Επί μια ολόκληρη δεκαετία ο Σαρτρ απασχολείτο με την αυτοβιογραφική σύνθεση των Λέξεων, ενός βιβλίου που είναι πλέον κλασικό στο είδος του. Μετά τις Λέξεις του απονεμήθηκε το Νόμπελ, το οποίο και απέρριψε. Χωρισμένο σε δύο μέρη [Διαβάζω – Γράφω], είναι γεμάτο από μνήμες παιδικότητας και μνήμες ανάγνωσης, από τους άγουρους στοχασμούς ενός ανθρώπου που αργότερα θα γινόταν φιλόσοφος, από τις πρώιμες ηδονές ενός συγγραφέα που είχε την τύχη να ανατραφεί μέσα στα βιβλία και να απολαύσει την ζωή του γύρω και μέσα από αυτά.

Αυτό το βιβλίο της απόλυτης μαθητείας είναι γραμμένο με ιδιαίτερη ποιητικότητα, ευστροφία, ειρωνεία, συναισθηματική φόρτιση αλλά και την απαραίτητη κριτική απόσταση. Ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα μετατράπηκε τελικά στο ωραιότερο δυνατό πεζογράφημα, όπως του τονίζει ένας φίλος τους σε μια ταινία που περιλαμβάνει την συζήτηση με φίλους του το 1972, μέρος της οποίας περιλαμβάνεται στο επίμετρο. Κι ας απαντά ο συγγραφέας ότι ήθελε απλώς να είναι «ένας αποχαιρετισμός στη λογοτεχνία και την ωραία λογοτεχνική γραφή», και οι αναγνώστες να βρεθούν παρασυρμένοι σε ένα είδος αμφισβήτησης της λογοτεχνίας από την ίδια την λογοτεχνία.

Sartre 1A

Μου άρεσε που αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα· αμήχανος, κατάκοπος, γευόμουν τη διφορούμενη ηδονή να καταλαβαίνω δίχως να καταλαβαίνω: ήταν η συμπύκνωση του κόσμου… [σ. 68]

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 2003 (ανατύπωση: 2008), σελ. 333 [Les mots, 1964]. Περιλαμβάνεται επίμετρο με συνεντεύξεις και χρονολόγιο του συγγραφέα.

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.