Antonio Tabucchi – Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα

TABUCCHI-FERNANDO PESSOA

Η τελευταία παρέλαση των εαυτών

Ένας άντρας ετοιμάζεται να πάει στο νοσοκομείο· ξυρίζεται, διαβάζει τα ποιήματα του Σα – Καρνέιρο. Στην μέση της σκάλας τον περιμένουν δυο φίλοι του και μαζί με τον προϊστάμενό του μπαίνουν στο ταξί. Στην διαδρομή ο άντρας κοιτάζει για ώρα πολλή από το παράθυρο τον μεγάλο μπαρόκ τρούλο της βασιλικής της Εστρέλα· ήταν εκεί μπροστά, στον κήπο, όπου πριν χρόνια έδινε ραντεβού στην Οφέλια Κεϊρός, τον μοναδικό του μεγάλο έρωτα. Συγχώρεσέ με Οφέλια, αλλά εγώ έπρεπε να γράφω, έπρεπε μονάχα να γράφω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο… ψιθυρίζει, ο άντρας που είναι ο Φερνάντο Πεσσόα. Περνάει ακόμα κι από τα μέρη όπου κατοικούσε σ’ ένα νοικιασμένο δωμάτιο, όπου η ιδιοκτήτρια τον προσκαλούσε τα βράδια να λάβει μέρος στις πνευματιστικές της συνεδρίες. Εκείνα τα βράδια είχε επαφή με τον Μπερνάντο Σοάρες κι έγραφε για λογαριασμό του το Βιβλίο της ανησυχίας.

Στην υποδοχή του νοσοκομείου ο Πεσσόα κάθισε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να ονειρεύεται την παιδική του ηλικία και την φωνή της γιαγιάς του Ντιονίζια, που είχε πεθάνει στο φρενοκομείο – του έλεγε, θα μ’ έχεις σ’ όλη σου τη ζωή να σου κάνω παρέα, διότι η ζωή είναι μια τρέλα κι εσύ θα μάθεις πώς να ζεις με την τρέλα. Στο δωμάτιο, που ήταν μια ταπεινή καμαρούλα με ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα λευκό ντουλάπι κι ένα μικρό τραπέζι, τον επισκέφτηκε ο Άλβαρο ντε Κάμπος.

Fernando Pessoa 1

Γιατί ήρθες; ρώτησε ο Πεσσόα. Γιατί αν είναι να φύγεις, έχουμε μερικά πράγματα να πούμε, του απάντησε ο Κάμπος· εγώ δεν θα ζήσω μετά από σένα, θα φύγω μαζί σου. O Πεσσόα του θυμίζει πως εκείνος ήταν που μπήκε στην ζωή του, τον αντικατέστησε, και τον έκανε να βάλει ένα τέλος στη σχέση του με την Οφέλια. Ο Κάμπος του εξομολογείται πόσο νοσταλγεί την εποχή που ταξίδευε στις θάλασσες της Ανατολής· μια εποχή που δεν ήξερε να χαρεί την ζωή που του είχε δοθεί, κι έτσι έχασε την ευκαιρία, η ζωή του ξέφυγε από τα χέρια. Ύστερα άρχισα να θέλω να αποκωδικοποιήσω την πραγματικότητα, λες και η πραγματικότητα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί…

Νοέμβριος 1935. Ο Φερνάντο Πεσσόα βρίσκεται ετοιμοθάνατος σ’ ένα νοσοκομείο της Λισσαβώνας. Στις τρεις μέρες της επιθανάτιας αγωνίας του δέχεται την επίσκεψη των ετερωνύμων του, των ποιητών που ο ίδιος έπλασε με τη φαντασία του χαρίζοντάς τους μια «πραγματική» ζωή. Τα περίφημα ετερώνυμα του Πεσσόα δεν ήταν μια σειρά από απλά ψευδώνυμα, από αυτά που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες για να διαχωρίσουν την λογοτεχνική τους ιδιότητα από την κοινωνική τους (ή άλλη) υπόσταση. Ήταν υπαρκτά και αυθύπαρκτα πρόσωπα, με τη δική τους ζωή, τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους ενδιαφέροντα, τον δικό τους διαφορετικό τρόπο γραφής. Σε μια επιστολή προς κάποιον (υπαρκτό) φίλο του, ο Πεσσόα περιέγραψε τον πρώτο του ετερώνυμο ως τον «πρώτο ανύπαρκτο γνωστό» του. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι, που ο μεταφραστής μας παρουσιάζει εν τάχει στο επίμετρό του, προσθέτοντας ότι, δίπλα τους, ο αληθινός Πεσσόα, το ορθώνυμο, ήταν κι αυτός ένα είδος ετερώνυμου του ίδιου του εαυτού του.

Fernando Pessoa III_

Η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και σταθερή τάση που έχω απώλειας της προσωπικότητάς μου και στην κλίση μου προς την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, πήραν έναν νοητικό χαρακτήρα· δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή ή στην επαφή μου με τους άλλους· ξεσπάνε προς το εσωτερικό και εγώ τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. [σ. 77]

Στο έργο του Ένα μπαούλο γεμάτο κόσμο ο Ταμπούκι δεν δημιούργησε τέσσερις ποιητές (για να αναφερθούμε μόνο στα σπουδαιότερα πρόσωπα) απλώς για να ερμηνεύσει την μοναξιά του. Στην πραγματικότητα ο καθένας τους στέκεται μπροστά στα μεγάλα θέματα της σκέψης του αιώνα μας· στις εσωτερικές λογοτεχνικές συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σ’ ένα μόνο άτομο, γιατί δεν θα γίνονταν πιστευτές. Ο Πεσσόα ένιωθε γοητευμένος από όλα τα φιλολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του και αντί να προσχωρήσει σε ένα μόνο ρεύμα προτίμησε να γίνει εκφραστής και ποιητής πολλών ρευμάτων και πολλών λεκτικών και υφολογικών παιχνιδιών. Τώρα, σε αυτό το πεζογράφημα, ο Ταμπούκι συνεχίζει με κάποιο τρόπο το ονειρικό κλίμα του αμέσως προηγούμενου βιβλίου του, τού Όνειρα ονείρων. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα συνομιλούν ισότιμα, στην ανθρώπινή τους διάσταση, με τον δημιουργό τους.

Fernando Pessoa II_

Ο Αλμπέρτο Καέιρο ήρθε λίγο μετά την αναχώρηση του Κάμπος και έσπευσε πρώτα να του ζητήσει συγνώμη που του προκάλεσε τόσες αγρύπνιες, για τις ατέλειωτες νύχτες που δεν κοιμόταν παρά έγραφε σε έκσταση. Ο Πεσσόα τον καθησυχάζει: εσείς συνεισφέρατε στο έργο μου, για μένα εκείνες οι νύχτες ήταν γόνιμες, το λογοτεχνικό μου έργο είναι ένα νυχτερινό έργο. Την επόμενη μέρα καταφτάνει ο Ρικάρντο Ρέις, άρτι αφιχθείς από την Βραζιλία όπου τον πίστωσε ο δημιουργός του, αλλά εξομολογούμενος τώρα ότι στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από ένα μικρό χωριό της Πορτογαλίας· κι έζησε όλα αυτά τα χρόνια σ’ ένα εξοχικό σπίτι και εκεί, κάτω από μια αιωνόβια μουριά, έγραψε όλες τις πινδαρικές ωδές του και τα ορατιακά ποιήματά του. Προτού φύγει ο Πεσσόα τον χαιρετά και του λέει: σας προσκαλώ να γράφετε ποιήματα ακόμα κι όταν εγώ δεν θα υπάρχω πια.

Έμαθα λίγα ουζμπέκικα, έτσι για την χαρά του πράγματος, αν και δεν θα μπορέσω ποτέ να πάω στη Σαμαρκάνδη, η γνώση όμως της γλώσσας εκείνων των περιοχών με κάνει να αισθάνομαι πιο κοντά στην πόλη που ονειρεύτηκα όλη μου τη ζωή… Τώρα μιλάει ο ο  Μπερνάντο Σοάρες που έχει πάρει την σειρά του στις αφίξεις κι έχουν πολλά να πούνε αλλά τι να πρωτοπούνε. Ο Σοάρες μιλάει για τις αϋπνίες που τον έκαναν να κάθεται όλες τις αυγές στο παράθυρο για να παρατηρεί τις διαβαθμίσεις του φωτός πάνω από την πόλη, για τις ζωγραφιές που κατάφερε τελικά να φτιάξει με τις λέξεις

Tabucchi 1d_

Την άλλη μέρα τον επισκέπτεται ο Αντόνιο Μόρα, που κάποτε μιλούσε για την επιστροφή των θεών, έγραψε κι ένα σχετικό βιβλίο αλλά δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να το εκδώσει, γιατί ποιος θα τολμούσε να εκδώσει τα βιβλία ενός τρελού; Τουλάχιστον αυτός ο συγγραφέας βρίσκει κατανόηση στο πρόσωπο του δόκτορος Γκάμα, που ισχυρίζεται ότι η τρέλα είναι μια συνθήκη που εφηύραν οι άνθρωποι για να απομονώσουν όσους ενοχλούν την κοινωνία. Ο Μόρα πάντως έχει ξεχάσει τον θάνατο και δεν τον φοβάται, γιατί διάβασε τον Λουκρήτιο, που διδάσκει την επιστροφή της ζωής στην Τάξη της Φύσης, στον αιώνιο κύκλο του νερού, του χώματος, των γόνιμων άνθεων.

Ο Πεσσόα δεν μένει σιωπηλός. Αγαπητέ Αντόνιο Μόρα, η Περσεφόνη με καλεί στο βασίλειό της, ήρθε η ώρα να εγκαταλείψω αυτό το θέατρο εικόνων που ονομάζουμε ζωή μας [….] να ξέρατε πόσα πράγματα είδα [….] υπήρξα άντρας, γυναίκα, γέρος κοριτσάκι, υπήρξα ο όχλος των μεγάλων μπουλβάρ στις πρωτεύουσες της Δύσης, υπήρξα ο πράος Βούδας της Ανατολής του οποίου ζηλεύουμε την ηρεμία και τη σοφία, υπήρξα ο εαυτός μου και πολλοί άλλοι, όλοι οι άλλοι που μπορούσα να είμαι, γνώρισα τιμές και ατιμίες, ενθουσιασμούς και καταρρεύσεις [….] κι όλα αυτά γιατί η ζωή δεν είναι ποτέ αρκετή. [σ. 66]

Fernando Pessoa IV

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σχέδια Júlio Pomar, σελ. 91 [Antonio Tabucchi – I tre ultimi giorni de Fernando Pessoa. Un delirio, 1994]. Περιλαμβάνονται σημείωμα του μεταφραστή και βιογραφικά σημειώματα του συγγραφέα και του καλλιτέχνη. Τα πορτρέτα του Πεσσόα αποτελούν μέρος ενός συνόλου 233 σχεδίων του Pomar που έγιναν για την διακόσμηση του σταθμού του μετρό Alto dos Moinhos της Λισσαβώνας.

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.