Χόρχε Σέμπρουν – Ασκήσεις επιβίωσης

Jorge Semprun cover

«Μια παράδοση άνευ όρων, ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη».

… σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε στιγμή, σε οποιαδήποτε περίσταση, σ’ ένα δείπνο πρώην συμμαθητών του τάδε σπουδαίου λυκείου, πρώην βραβευμένων με το τάδε βραβείο ή στον δείνα διαγωνισμό, πρώην μελών του άλφα ή βήτα δικτύου, κάποιοι από εμάς ξαφνικά θα ξαναβρίσκονται γύρω από ένα τραπέζι για μια στιγμή πραγματικής μνήμης, πραγματικού μοιράσματος, ακόμη κι αν η ζωή, η πολιτική, η ιστορία θα μας έχουν χωρίσει, ακόμα κι αν θα μας φέρνουν σε αντίθεση, και τότε θα διαπιστώνουμε, με ζωηρό τρόμο και παράδοξο ενθουσιασμό, ότι έχουμε όλοι μας κάτι κοινό, ένα αγαθό που μας ανήκει αποκλειστικά, ένα είδος σκοτεινού και ακτινοβόλου νεανικού ή οικογενειακού μυστικού, το οποίο όμως μας καθιστά ιδιαίτερους, μας διαχωρίζει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο από την κοινότητα των θνητών, από τους κοινούς θνητούς: την ανάμνηση των βασανιστηρίων. [σ. 54]

Αντιστασιακός στο Παρίσι, κρατούμενος σε στρατόπεδο κοντά στη Βαϊμάρη, παράνομος στην Μαδρίτη, ο Σέμπρουν επιχειρεί μια συνολική έκφραση της αδιανόητης εμπειρίας των βασανιστηρίων. Άλλωστε η γραφή του πάντα ενέπλεκε τις σωματικές αισθήσεις στην βίωση των ιστορικών και προσωπικών γεγονότων. Το πραγματικό γεγονός αποκτά μυθιστορηματική διάσταση, η ζωή του ιστορικοποιείται και την ίδια στιγμή η Ιστορία ιδιωτικοποιείται. Στην εισαγωγή ο Ρεζί Ντεμπραί τιμά τον αγωνιστή με τον συνήθη του τρόπο: με φράσεις εξίσου λιτές και πυκνές μας θυμίζει πως ο αυτός ο Ισπανο – γερμανο – γάλλος πολύγλωσσος άνθρωπος – σύνορο έφερε τις ουλές του τρόμου του 20ού αιώνα, ένιωσε στο πετσί του τα μαγέματα και τα απομαγέματα κι έζησε όσο ελάχιστοι ένα τόσο πυκνό πεπρωμένο.

Jorge Semprun Paris_1970

Σε αυτό το αφήγημα ενός ρέοντος μα και ψύχραιμου εσωτερικού μονολόγου, ο συγγραφέας «Χ.Σ. Μητρώο 44904» θέτει την φαντασία του στην υπηρεσία της πραγματικότητας και αναπλάθει τα ψήγματά της· αφήνεται στο αδιάκοπο, ανήσυχο τρεμούλιασμα της ανάμνησης και, ταυτόχρονα, στην ακούραστη αναζήτηση της ακρίβειας. Το υποκείμενο αυτοεξετάζεται σαν αντικείμενο, η μνήμη κατακτά εκ νέου την λήθη, η Ιστορία προσαρτάται στην μνήμη (και εδώ ο Ντεμπραί εντοπίζει ενδιαφέρουσες διαφορές από τον Μαλρώ). Κι όλα αυτά σε ένα σύντομο κείμενο, γεμάτο απλές διαπιστώσεις και τόσο βαθιές αλήθειες, χωρίς συναισθηματισμούς και μεγαλοστομίες, χωρίς μελοδραματισμούς και θρηνωδίες.

Η πρώτη φράση τον βρίσκει στο ημίφως του μπαρ στο Ξενοδοχείο Lutetia, κουρασμένο από τα γηρατειά, να αναλογίζεται τις τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος. Κι ύστερα η μνήμη ξετυλίγεται σε πρόσωπα, γεγονότα, αισθήσεις, φόβους· σε στιγμές οριακές, σε αποφάσεις κρίσιμες, στο θάρρος των αγωνιστών, στην τόλμη των αντιστασιακών. Αλλά είναι οι σύγχρονες, αποσταγμένες σκέψεις πάνω στο βασανιζόμενο εαυτό του που πυκνώνουν σε βάθος την αναδρομή του.

Jorge Semprun [by Andre de Loba]

Μπροστά στα βασανιστήρια είναι πάντα προτιμότερο να ξέρεις τι σε περιμένει, τι θα αντιμετωπίσεις· είναι καλύτερο να μην τρέφεις αυταπάτες. Όμως το σώμα δεν γνωρίζει, καθώς δεν μπορεί να διαθέτει πρωθύστερη εμπειρία των βασανιστηρίων. Μπορεί σ’ αυτόν τον δίχως τέλος πόνο, να επιβάλλεις στο σώμα σου μια δίχως τέλος αντοχή; Η αντίσταση στα βασανιστήρια είναι εξ ολοκλήρου ζυμωμένη με μια απάνθρωπη, ή μάλλον υπεράνθρωπη βούληση ξεπεράσματος και υπέρβασης.

Σήμερα ο Σέμπρουν συνεχίζει να θυμάται όλους όσοι προστάτευσαν την δική του την ελευθερία με την σιωπή τους στα βασανιστήρια. Πέρασε ελεύθερος δέκα ολόκληρα χρόνια στην παρανομία, χάρη σε όλες εκείνες τις πολλαπλασιασμένες σιωπές. Σκέφτεται την «Ζυλιά», μια νέα και όμορφη γυναίκα, που στις συζητήσεις τους δεν ανέφεραν ποτέ την λέξη «βασανιστήρια». Είχαν μιλήσει για τον θάνατο, τους ήταν ευκολότερο να μιλούν για το αναπόδραστό του, γι’ αυτή την απόλυτη αλήθεια, παρά για τον ζωώδη πόνο ενός σώματος που βασανίζεται.

Jorge Semprun 5_

Η εμπειρία των βασανισμών ενώνει αναπόδραστα τους ανθρώπους, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όποτε βρίσκονται επιστρέφουν διαρκώς σε αυτές, την στιγμή άλλωστε που η ζωή τους προσφέρει τόσα θέματα για συζήτηση, για θαυμασμό ή για αγανάκτηση. Εξάλλου, εκείνο που έχει σημασία σε κάθε παρόν, είναι να ξεπεραστεί το επίπεδο της απλής απαρίθμησης γεγονότων και δεινών και να εξαχθεί κάποιο ηθικό δίδαγμα από την σχετική εμπειρία; Ποιοι κανόνες θα μπορούσαν να γίνουν γνώμονας μελλοντικής δράσης;

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης εμπειρίας του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης. Σιωπή από την οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν. [σ. 59]

Author Jorge Semprun poses after a representation of his the play 'GURS Une Tragedie Europeenne' directed by Daniel Benoin at the Rond Point Theater in Paris on March 8, 2006. Photo by Denis Guignebourg/ABACAPRESS.COM

Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου ο Σέμπρουν αναφέρεται στο επίσης συγκλονιστικό βιβλίο του Ζαν Αμερύ Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση και ιδίως στην πεποίθηση του τελευταίου ότι αυτός που κατακλύζεται από τον πόνο των βασανιστηρίων νιώθει το σώμα του όπως δεν το έχει νιώσει ποτέ πριν· ότι η σάρκα του πραγματώνεται απόλυτα μέσα στην αυτοάρνησή της… Ενθυμούμενος την δική του περίπτωση, ο Σέμπρουν γράφει πως μέχρι τότε το σώμα του κι εκείνος αποτελούσαν μια αξεχώριστη οντότητα. Αλλά στο Ωξέρ είχε την αίσθηση πως ποτέ μέχρι τότε δεν είχε σώμα. Ήταν σαν να ενσαρκωνόταν μέσα στον πόνο,, σαν να ανακάλυπτε την ευθραυστότητα, την γύμνια, την περατότητά του. Τότε το σώμα έγινε σαν μια ξεχωριστή οντότητα, ένα είδος άλλου «είναι».

Αλλά εντοπίζει μια βασική διαφωνία με τον Αμερύ. Ο Γερμανός συγγραφέας γράφει ότι αυτός που υπέστη βασανιστήρια είναι στο εξής ανίκανος να αισθάνεται οικείο τον κόσμο, ότι η εμπιστοσύνη του κλονίζεται και δεν αποκαθίσταται ποτέ πια. Η προσωπική εμπειρία του Σέμπρουν του δίδαξε ακριβώς το αντίθετο: είναι ο δήμιος εκείνος που δεν θα ξανανιώσει ποτέ οικείο τον κόσμο, ό,τι κι αν ισχυρίζεται ο ίδιος, ό,τι κι αν παριστάνει. Αντίθετα το θύμα θα δει τους δεσμούς με τον κόσμο να πληθαίνουν, να διακλαδώνονται και να πολλαπλασιάζονται οι λόγοι του να αισθάνεται οικείο τον κόσμο.

Jorge Semprun 2

… τα βασανιστήρια είναι απρόοπτα, απρόβλεπτα στα αποτελέσματά τους, στις φθορές τους, στις συνέπειές τους πάνω στη σωματική ταυτότητα. / Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε να προφυλαχτεί από μια πιθανή εξέγερση του σώματός του όταν, κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ζητά ευλαβώς – κτηνωδώς – από την ψυχή σας, από τη θέλησή σας, από το ιδεώδες σας για το Εγώ σας, μια παράδοση άνευ όρων: ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη. [σ. 38]

Εκδ. Πόλις, 2014, εισαγωγή Ρεζίς Ντεμπραί, μτφ. Έφη Κορομηλά, επιμ. Άννα Μαραγκάκη, σελ. 141, με δισέλιδο σημείωμα του εκδότη και με τρισέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας και της επιμελήτριας [Jorge Semprun, Exercises de survie, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 196, με τίτλο Torment and toreros, εμπνευσμένο από εκείνον τον αξέχαστο δίσκο. Από την μια πλευρά οι βασανισμοί, από την άλλη ο αδιαμφισβήτητος τορέρο Σέμπρουν.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.