Ian Fleming – Georges Simenon – Μποντ εναντίον Μαιγκρέ. Μια συζήτηση

BOND - MAIGRE_

Προτιμώ να απομακρύνομαι, να έχω μια απόσταση. Στέκεστε στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ. Ή στο Σανζ Ελυζέ. Προσπαθήστε να περιγράψετε αυτό που βλέπετε με εκατό λέξεις, ας πούμε. Είναι αδύνατον: είναι πολλές οι λεπτομέρειες που βλέπετε. Θα σας βγουν τρεις σελίδες. Αλλά αν είστε στην Ταγκανίκα και φαντάζεστε τον εαυτό σας μ’ ένα ποτήρι μοίρα στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ, τότε θα πιάσετε τα ουσιώδη με δυο προτάσεις. Γι’ αυτό προτιμώ να είμαι μακριά από τον τόπο της δράσης. [Σιμενόν, σ. 11]

fleming and simenon

Δέκατο έκτο βιβλίδιο της φετιχιστικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που μας προσφέρει κείμενα μινιατούρες στο μέγεθος και υπέρβαρα στην απόλαυση. Αφού λοιπόν μας έχει ήδη αποκαλύψει Το μυστικόν της Πασιφάης του Ανδρέα Εμπειρίκου, έχει προβεί στο Εγκώμιο του μακιγιάζ από τον Charles Baudelaire, έχει θέσει υπό το μικροσκόπιο Το μοτίβο της εκλογής των μικρών κουτιών του Sigmund Freud, έχει αιχμαλωτίσει την Αποφασιστική στιγμή της φωτογραφίας του Henri Cartier – Bresson, έχει προσκαλέσει έναν Ονειροφάγο [Lafcadio Hearn] κι έναν κλεπτομανή μεταφραστή [Dezso Kostolanyi], έχει περιγράψει την διαστροφή της ανάγνωσης δια χειρός Edith Wharton, την στιγμή του θανάτου του Maurice Blanchot κι Έναν Μεγάλο Ποταμό από τον Victor Segalen, μας προσκαλεί σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνομιλία. Και μάλιστα σε κατακίτρινες σελίδες, θυμίζοντάς μας κάποια παλιά φανζίν…

simenon con-la-figlia

Εταίροι διαλόγου δυο συγγραφείς που έπλασαν δυο χαρακτήρες που πλέον κινούνται αυτόνομα μέσα στις δεκαετίες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο Ιαν Φλέμινγκ συνάντησε τον Ζορζ Σιμενόν το 1964 στον πύργο του τελευταίου, κοντά στη Λωζάννη. Η συνομιλία τους μαγνητοφωνήθηκε από τον δημοσιογράφο Γκόρντον Γιανγκ και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και ύστερα στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s Bazaar.

Τα εξώφυλλα είναι πολύ σημαντικά και οι εκδότες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, λέει ο Φλέμινγκ και πράγματι εκφράζει την άποψη πολλών σύγχρονων αναγνωστών, φυσικά όχι για τον παρόντα οίκο. Ο Σιμενόν διαφωνεί· χάρη στην αμερικανική εμπειρία του υποστηρίζει το αντίθετο. Η κουβέντα βαθαίνει σύντομα: για τον πρώτο το «μετά το γράψιμο» είναι σημαντικό, και προβαίνει σε διαρκείς αλλαγές, σε αντίθεση με τον δεύτερο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αλλάξει ούτε κόμμα· προτιμά μάλιστα μερικά λαθάκια από μια απρόσωπη διόρθωση.

if-and-bottles

Ο Βέλγος προτιμά την γραφομηχανή, γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, παρά συνεχίζεις στον ίδιο ρυθμό. Κι αυτός ακριβώς ο ρυθμός αποτελεί τον ορισμό του στυλ, και όχι η γραφή. Κάποιοι Γάλλοι κριτικοί λένε ότι δεν έχω καθόλου στυλ. Κι έχουν δίκιο. Διότι σαράντα χρόνια τώρα αγωνίζομαι να αποφύγω οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία. Σκοπός μου είναι η απλότητα. Το γράψιμο δίνει στον Σιμενόν την δυνατότητα να μαθαίνει κάθε φορά κάτι καινούργιο, να φτάνει λίγο πιο μακριά, να προχωρά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων.

Η τέχνη της γραφής και η τεχνική της έκδοσης, οι αρχικές εμπνεύσεις και οι μεταγενέστερες σκέψεις, η τέχνη του λόγου και ο λόγος της δημιουργίας, η υστεροφημία και η ανάγνωση της κριτικής, όλα αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Στο ερώτημα του τρίτου της παρέας κατά πόσον οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο αμφότεροι αρνούνται κάποια μεγάλη επιρροή αλλά ο Σιμενόν προσθέτει ότι «για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει». Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον μάλιστα ότι δεν ταξιδεύει ποτέ για χάρη των βιβλίων του, για να παρατηρήσει πράγματα ή να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά είκοσι χρόνια αργότερα θυμάται διάφορα και τα χρησιμοποιεί ως υλικό για κάποιο βιβλίο.

The-Man-With-The-Golden-Gun-James-Bond-Ian-Fleming

Εγώ πλάθω τις ηρωίδες μου με τη φαντασία μου αποκλειστικά. Κι αντί να τις πλάθω υπερβολικά όμορφες, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα – μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα, ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμιά γυναίκα δεν είναι τέλεια. Αν και τ’ ομολογώ, είναι όλες αισθησιακές. [Φλέμινγκ, σ. 19]

Θα συμφωνήσουμε με τον φλεγματικό Φλέμινγκ, και θα προσθέσουμε ότι ακριβώς η μη τελειότητα κάνει κάθε γυναίκα συναρπαστική. Και θα βάλουμε το βιβλιαράκι μαζί με τους άλλους λαγούς στην τσέπη, ώστε να τα διαβάζουμε κατά την αναμονή ενός ραντεβού (ιδίως με τις δεσποινίδες και τις κυρίες(,) που πάντοτε αργούν), ενός συρμού που δεν μας ενδιαφέρει αν καθυστερεί ή ενός ποτού, που αναμφίβολα του ταιριάζει.

simenon

Εκδ. Άγρα, 2015, [Ο άτακτος λαγός – 16, σειρά Β΄], μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, σελ. 32[πρώτη κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2011, ως ευχετήριο βιβλίδιο εκτός εμπορίου για τους φίλους και τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη

 Skoulariki-Cover

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το νέο μου βιβλίο, Σκουλαρίκι στη μύτη, εκδ. Νησίδες 2015, ένα χρόνο μετά το Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, είναι μια συλλογή 28 βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που αυθαίρετα τα ονομάζω «Διηγήματα», δημοσιευμένα τα περισσότερα σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά μέσα σε μια χρονική διάρκεια τριών χρόνων.

Κι εδώ διερευνώ χωρίς νοσταλγία θέματα μνήμης κι επιθυμίας, ματαίωσης κι απώλειας, θέματα ταυτότητας ή το αίνιγμα του χρόνου, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσω τις φευγαλέες στιγμές της καθημερινότητας και να τις αποτυπώσω, όχι ρεαλιστικά, αλλά μυθοποιώντας τες μέσα από τη δυναμική της γλώσσας. «Ασχολούμενη εις έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας», εμμένω στην αγάπη μου για τη Λογοτεχνία – στην ανάγνωση και στη γραφή- και στην νοηματοδότηση του κόσμου μέσα από τη γραφή.

Ο τίτλος του βιβλίου από το ομώνυμο διήγημα Σκουλαρίκι στη μύτη, όπως φαίνεται από το οπισθόφυλλο: Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί– πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται– καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά -παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας  γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσo λίγα ή μήπως με πολλά; Tης έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; H μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά- χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ισχύει κι εδώ ο Πρόλογος από το προηγούμενο βιβλίο μου, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, σελ.11: « Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο, όπως το έκανε ο Όγκι Ρεν, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπνοπωλείου στο Μπρούκλιν που προμήθευε ιστορίες τον Πολ Όστερ στην ταινία του Γουάγκ , Καπνός…..εικονογραφώντας την ιστορία των ημερών μου…». Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, καταγράφω μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν.

kirsten-dunst-in-melancholia_

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Σας συστήνω τον Βασίλη, από το διήγημα «Οδός Αγαπηνού 8», που συσχετίζει το συναίσθημα της προδοσίας από τη συμμετοχή του στους πολιτικούς αγώνες με την τραυματική παιδική του πρώτη αγάπη, χωρίς όμως να παύει να αγωνίζεται ή ν’ αγαπάει από τότε.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Από την ταινία Γη, πλανήτης, μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ  δανείζομαι και τον τίτλο ενός διηγήματος της συλλογής, σελ.16, « Πλανήτης Μελαγχολία».  Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» – όπως προανέφερα –  όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, η γραφή αποτυπώνει μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν, όπως το βίωμα αποξένωσης και δυστυχίας της ανοϊκής γυναίκας του εν λόγω διηγήματος.

Εκδόσεις Νησίδες, 2015.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.