Μαρκήσιος ντε Σαντ – Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής

Οι deSade-justine-coverPRπολλαπλές αναγνώσεις του σαδισμού

Αποδείξαμε ότι οι μοναχικές αποκλίνουσες ηδο­νές είναι εξίσου απολαυστικές με τις άλλες και, μά­λιστα, πολύ πιο εξασφαλισμένες. Επομένως, η από­λαυση, αν την εξετάσουμε ανεξάρτητα από το αντι­κείμενο που μας χρησιμεύει, όχι μόνον απέχει πολύ απ’ οτιδήποτε μπορεί να αρέσει στο αντικείμενο, αλλά είναι και αντίθετη προς τις δικές του ηδονές. Προχωρώ ένα βήμα παραπέρα: η απόλαυση μπορεί να αντληθεί κατ’ εξοχήν μέσω της πρόκλησης πό­νου στον άλλο, μέσω της κακομεταχείρισής του και της υποβολής του σε μαρτύρια – μη σου φαίνεται παράξενο-, με μόνο σκοπό την αύξηση της ηδονής του αφέντη που προστάζει τέτοιες πρακτικές. Ας προ­σπαθήσουμε τώρα να το αποδείξουμε. [σ. 272]

DesadeJustine1Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…

Marquis_De_Sade_by_ScreetownGhost…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση.

MessenoireΝα το διαβάσει ως κείμενο που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας, που συνάμα την παρωδεί με ανελέητο τρόπο, ακόμα και με την ίδια την μορφή της γραφής: ως ένα χριστιανικό μαρτυρολόγιο (το μοναστήρι ως τόπος, οι βασανιστές ως διάβολοι, τα μαρτύρια ως δοκιμασία, οι εξαντλητικές περιγραφές τους ως θεμελίωση της διδασκαλίας) αλλά και ως μια ειρωνική αγιολογία της Ζυστίν που ακριβώς λόγω της καρτερίας και της καθαρότητάς της παρά την υποταγή της εμπνέει για ιδιαίτερη λατρεία – άλλη μια ομοιότητα με την αγιογραφίες των μαρτύρων των περισσότερων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα ως καυστική κριτική για την υποτίμηση και τον εξευτελισμό του σώματος στην χριστιανική κοσμοθεωρία αλλά και τον μισογυνισμό της χριστιανικής εκκλησίας.

Η συγκίνηση της λαγνείας δεν είναι τίποτε άλλο πα2875417_bukobjectρά ένα είδος δόνησης που παράγεται στην ψυχή μας μέσω των παλμών τους οποίους η φαντασία προκαλεί στις αισθήσεις μας με την ανάμνηση του αντικειμένου της λαγνείας…Έτσι, η λαγνεία μας, αυτό το ανεξήγητο γαργαλητό που μας οδηγεί σε παρεκτροπές, που μας με­ταφέρει στην ψηλότερη κορυφή ευτυχία; όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, μπορεί να προκληθεί με δύο τρόπους. Είτε όταν αντιληφθούμε ότι το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε διαθέτει πραγματικά ή στη φαντασία μας το είδος της ομορφιάς που μας ευφραίνει περισσότερο, είτε όταν δούμε αυτό το αντικεί­μενο να βιώνει την ισχυρότερη δυνατή αίσθηση. Κι όμως, αίσθηση πιο ζωηρή από τον πόνο δεν υπάρχει. Οι εντυπώσεις που προκαλεί ο πόνος είναι βέβαιες, δεν είναι καθόλου παραπλανητικές όπως οι εντυπώσεις της ηδονής, που μονίμως τις υποκρίνονται …[σ. 273]

Justine_ou_les_Malheurs_de_la_vertu_(ménage_à_trois)Να αντιληφθεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο ερωτισμός και οι πρότυπες συμπεριφορές του· να δει ξεκάθαρα την σκοτεινή δίοδο που συνδέει τον ερωτισμό με την βία αλλά και το ενδεχόμενο της αδυναμίας της απόλαυσης της σάρκας εξαιτίας των αιωνόβιων απαγορεύσεων και καταπιέσεων. Να αποδεχτεί, ανεξάρτητα από την δική του θέση, την σεξουαλικότητα ως μια απόλυτη αλήθεια σε κάθε άνθρωπο· να αντιληφθεί το ανθρώπινο σώμα ως τόπο όπου δεν χωρεί ο ορθός λόγος και οι ηθικές επιταγές.

Να συλλογιστεί πάνω στην φιλοσοφία του Ντε Σαντ ως απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ηδονής του κάθε ανθρώπου, μιας ηδονής που δεν γνωρίζει άλλη ηθική από την δική της και δεν λογοδοτεί πουθενά, προτείνοντας ακόμα – σε αντίθεση με ό,τι συχνά φαίνεται και παρά τις εμφανείς αντιφάσεις– ακόμα και την πλήρη ισότητα και αμοιβαιότητα ανάμεσα στην επικράτηση των ατομικών επιθυμιών. Να επεκτείνει την παραπάνω φιλοσοφική παραδοχή ως μόνη και απόλυτη tumblr_m3bmdt1W981r62zy2προϋπόθεση πλήρους ελευθερίας, που αγνοεί κάθε είδους κοινωνικό θεσμό και κάθε μορφή εξουσίας και καταναγκασμού, ως το ενδεχόμενο της ανυπακοής σε κάθε εκτός σώματος επιταγή.

Να το διαβάσει ως ανάγνωσμα που επανήλθε στα ελευθέρια τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η σεξουαλική απελευθέρωση είτε στους δρόμους του επαναστατημένου Παρισιού, είτε στα κοινόβια των απανταχού χίππις και ψυχεδελιστών αναζητούσε ανάλογα έργα. Να αναζητήσει τα κείμενα των διανοητών που την ίδια εποχή αλλά και προγενέστερα θεωρητικοποίησαν τα διονυσιασμένα πάθη και τις μύριες παρεκτροπές τους, από τον Φουκό και τον Λακάν, μέχρι τον Μπλανσό και τον Μπατάιγ, τον Κλοσόφσκι και τον Ονφρέ.

Να το διαβάσει ως απόλυτα καλλιγJustineραφημένο λογοτέχνημα, αναζητώντας εντός του και τους κανόνες της ερωτικής λογοτεχνίας, της ψυχολογίας, του γοτθικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορήματος τρόμου, της φιλοσοφικής πραγματείας, της πολιτικής καταγγελίας, της πορνογραφίας, της αισθησιακής αισθητικής. Να το απολαύσει ως εξαιρετικό λογοτέχνημα, που τηρεί μια σειρά τεχνικών ώστε να ελκύει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να το διαβάσει ως δική του αναγνωστική, ψυχολογική και συνειδησιακή δοκιμασία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του απέναντι στα ίδια τα γραφόμενα αλλά και στην απόλαυση των περιγραφομένων από τους ίδιους τους φορείς.

quillsΝα το διασχίσει ως μια ιστορία του σώματος, των παθών της σάρκας και των βασάνων που υφίσταται σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Ή ως μια απροκάλυπτη πρόκληση στα ήθη και στα πρέποντα, ακόμα και ως εγχειρίδιο πάνω στο ακρότατο είδος ηδονής, εκείνο που αφορά την καταστροφή της ίδιας της ζωής και την τελετουργία του θανάτου. Να συμπαθήσει την Ιουστίνη ως υποκείμενο απόλυτης ψυχικής αντίστασης σε κάθε είδους βιασμό και εξαχρείωση, ακόμα και όταν – ή κυρίως όταν – η άρνηση της υποταγής της ακριβώς αυξάνει τους βασανισμούς και την κακομεταχείριση.

tumblr_mji7g6d9251s4pbxso1_1280Να επιστρέψει στην περίοδο που γράφτηκε και να το διαβάσει ως ένα μνημείο λόγου μιας εποχής όπου η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει οριστικά την οπίσθια πορεία της, ως ένα λογοτέχνημα που γράφτηκε λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση, υπονοώντας εκείνα που την προκάλεσαν και προοιωνίζοντας εκείνα που θα αλλάξουν. Να μην αγνοήσει την εντός του έργου αντανάκλαση του συγγραφέα, ως ένα κάτοπτρο των δικών του διώξεων, εξευτελισμών και φυλακίσεων που αποτέλεσαν το τίμημα του ελεύθερου λόγου του και της επιθυμία για συνέπεια λόγων και πράξεων· ως το ύστατο μέσο έκφρασης της αλήθειας ενός συγγραφέα που έζησε κυνηγημένος, καταδικασμένος σε θάνατο, έγκλειστος σε άσυλα, μισητός τοις πάσι.

Η Ζυστίν/Ιουστίνη αποτελεί την τελική εκδοχή ενός έργου που άρχισε να γράφεται το 1787 στην Βαστίλη και ολοκληρώθηκε ως Νέα Ιουστίνη το 1791. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε οδηγώντας τον συγγραφέα ξανά στη φυλακή και το βιβλίο στην καταστροφή. Η έκδοση περιλαμβάνει τις γκραβούρες του 1797.

«Σας 1041129426ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Εκδ. Νεφέλη [Ερωτική λογοτεχνία], 2011, μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης, 544 σελ. [Μarquis de Sade, Justineou les Malheurs de la vertu, 1791]

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 160. Νίκος Σταμπάκης

b193032Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η θύρα είναι μάλλον κατάλληλο μέσο εισόδου σε ένα βιβλίο που λέγεται Το Διπλό δωμάτιο (εκδόσεις Φαρφουλάς). Πρόκειται βέβαια για ένα μονό δωμάτιο, που πρέπει όμως κανείς να το φανταστεί διπλασιαζόμενο σε έναν καθρέφτη (με τον ανάλογο, ίσως, διπλασιασμό θυρών). Είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που άρχισε με τους Αναπόφευκτους (2012) κι ελπίζω να ολοκληρωθεί στην προσεχή διετία. Κατά βάση πρόκειται για ένα αφήγημα που αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής μου και στο οποίο δεν μπόρεσα να μην δώσω τη μορφή ενός ψευδο-αστυνομικού πολυ-αινίγματος, του οποίου τη λύση εξακολουθώ να αγνοώ.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b175189Τα βιβλία που έχω εκδώσει, καθώς και τα δύο που παραμένουν ανέκδοτα (το ένα μάλλον έτοιμο, το πρώτο μόνο σε μορφή προσχεδίου), με συνοδεύουν χρόνια μέχρι που τείνουν να ωριμάσουν σε γεωλογικούς σχηματισμούς. Βέβαια, για την τελική μορφή παίζουν ρόλο ο χρόνος και η τύχη. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο (Το Μπαούλο με τις μπίλιες) επρόκειτο να εκδοθεί πολύ παλιότερα απ’ όσο βγήκε τελικά, και αν είχε γίνει έτσι θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο. Με ανάλογο τρόπο διαμορφώθηκε σε διάστημα 16 ετών Η Νύχτα των αποκρίσεων, μια σειρά παιγνίων πάνω σε πεζό και έμμετρο λόγο. Από την άλλη, η δεύτερη συλλογή ποιημάτων, Το Άλας των ηφαιστείων, απαρτίζεται από δυο ενότητες, η βασική από τις οποίες γράφτηκε λίγο-πολύ παροξυσμικά, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Μια τρίτη συλλογή, ανέκδοτη ακόμη, υπήρξε η πιο δύσκολη στην τελική (;) διαμόρφωσή της, από το 1998 μέχρι πέρυσι, μολονότι έτρεφα άλλοτε την αυταπάτη ότι είχε ολοκληρωθεί μέσα σε μερικούς μήνες. Γενικά είναι γραφή δύο ταχυτήτων, ακαριαία στη σύλληψη των ψηφίδων της αλλά συνήθως αργή στην τελική συγκόλληση.

b161338Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό είναι οι ιδέες να παγιδεύσουν εμένα, οπότε ο τρόπος δεν εναπόκειται στον έλεγχό μου. Βέβαια, έχει συμβεί και το συμμετρικό αντίθετο, αφού η εκκρεμής ακόμη τριλογία μου προέκυψε από σκαριφήματα στο γόνατο, που έγιναν σε μιαν εποχή κατά την οποία κατατρυχόμουν από τις αλληλοαντικρουόμενες πεποιθήσεις ότι πρέπει να γράψω και ότι δεν μπορώ να γράψω. Δεκαετίες αργότερα, ακόμη ανακαλύπτω τις άγνωστές μου σχέσεις και προϊστορίες των βεβιασμένων φαντασμάτων που δημιούργησα σε μια στιγμή ριζικής αβεβαιότητας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

b143812Η πρώτη γραφή, είτε μου επιβάλλεται είτε προκύπτει από έναν ελαφρό καταναγκασμό, δεν γνωρίζει εργασιακούς κανόνες, εκτός από την απουσία παραγόντων που θα με αποσπούσαν. Στους παράγοντες αυτούς δεν περιλαμβάνεται η παρουσία ανθρώπων, τους οποίους μπορώ να αγνοήσω, περιλαμβάνεται όμως η μουσική. Κατά τα άλλα, έχω γράψει σε καφετέριες, τραίνα, σκόρπια χαρτιά πάνω στο κρεβάτι… Στη φάση αναδιάταξης παλιού υλικού για έκδοση, όπως είναι η περίπτωση στα εκτενέστερα πεζογραφήματα, λειτουργώ με τη μεθοδικότητα ενός editorή scriptdoctorπαλιών διαδοχικών εαυτών μου, σε μια διαδικασία δημιουργίας κειμένων-παλιμψήστων. Εκεί το γραφείο κρίνεται απαραίτητο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b128932Έχω ήδη γράψει μια μελέτη για τον Buñuel, που ήταν η διδακτορική μου διατριβή. Δεν είναι βέβαια πρόσωπο της λογοτεχνίας, άρα τον εντάσσω στα «γενικότερα». Είναι περίπτωση ανθρώπου που έπιασε ένα νέο σχετικά μέσο, κατάλαβε αμέσως τη γλώσσα και τον ορίζοντά του, το αποδόμησε αδίστακτα χωρίς να εγκαταλείπει τις λαϊκές του ρίζες, το πήγε εκεί που είχε έννοια να πάει, έπαιξε με όλες τις αμφισημίες του, είδε τις φαντασιακές του δυνατότητες αλλά αρνήθηκε συστηματικά τον εγκλεισμό στη φόρμα ή στο τελικό νόημα, άγγιξε την ανησυχία του αιώνα του, και, παρ’ ότι για 30 χρόνια αδυνατούσε να λειτουργήσει ελεύθερα κι έπεφτε στην ανάγκη της ρουτίνας, δεν ξέχασε την κατεύθυνση της επιθυμίας του, και μέχρι τέλους, με κάθε ευκαιρία, επανερχόταν σε αυτήν. Κρίμα που δεν γύρισε την τελευταία ταινία που ονειρευόταν, για την τρομοκρατία της πληροφορίας. Οπότε, αν μου γινόταν σήμερα η πρόταση, μάλλον θα ετοίμαζα για έκδοση αυτήν τη μελέτη, που την έχω λίγο-πολύ αφήσει πίσω (εκτός από κάποια παραλλαγμένα κεφάλαια που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί).

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

b161255Η λειτουργία της αέναης περιπλάνησης στο δάσος των σημάτων, που αποτελεί τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορώ να δω τη γραφή, είναι στη βάση της ποιητική. Όταν παίρνει τη μορφή αφήγησης (την οποία, καθώς είπα, δεν μπορώ να δω διαφορετικά από μια παρωδία αστυνομικής αναζήτησης, όπου ο λαβύρινθος πάντα βγαίνει κερδισμένος και ο μπάτσος πάντα, και οικτρά, ηττημένος), προσαρμόζω την άσκησή της στην απαιτούμενη πειθαρχία, αλλά αυτό αφορά μάλλον τη δική μου πρακτική παρά κάποιο είδος διπλής οπτικής.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Lautréamont, Εγγονόπουλος, Edward Lear, Alfred Jarry, Raymond Roussel, Benjamin Péret.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b162539Εκτός από έργα των παραπάνω, οι Εκλάμψεις (Rimbaud), η Μελαγχολία του Παρισιού (Baudelaire),η Αυρηλία (Nerval), το Passagen-Werk (WalterBenjamin), τα βιβλία της Αλίκης (Carroll), ο Φαντομάς (Allain-Souvestre), ο Σωσίας (Ντοστογιέφσκυ), οι Εξομολογήσεις Άγγλου οπιοφάγου (de Quincey), η Οδός των κροκοδείλων (Bruno Schulz), η Ζαζί στο μετρό (Queneau), η Ζωή, Οδηγίες χρήσεως (Perec). Βιβλία αστικών/δασικών/ονειρικών λαβυρίνθων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Γουέικφιλντ» (Hawthorne), «Το Βιβλίο της άμμου» (Borges), «Μανταλένια» (Εμπειρίκος), «Ο Μαύρος γάτος» (Poe), «Σφύρα και θα έρθω» (M.R. James), «Η Μουσική του Έριχ Ζαν» (Lovecraft), «Η Βαμπίρισσα» (Κουτρουμπούσης). Kafka, Γονατάς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος/νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χάρηκα με τις δυο συλλογές ποιημάτων που έβγαλε τα τελευταία χρόνια ο Κοστ Σιγαρέτ στις εκδόσεις «Απόπειρα». Σκέφτηκα ότι καιρός ήταν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Θα έλεγα τον Λέβιν από την Άννα Καρένινα, εν μέρει επb185038ειδή συνήθως αγνοείται απ’ όσους γνωρίζουν το έργο από διασκευές, μολονότι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Παρ’ ότι alter egoτου Τολστόι (μεγάλη παγίδα), καταφέρνει να εντυπώνεται πιο επίμονα στη μνήμη (τη δική μου τουλάχιστον) απ’ ό,τι η πρωταγωνίστρια, γιατί στοχάζεται με ενδιαφέροντα και αποδεικτικό τρόπο το δράμα του ενώ το ζει, ανάγοντάς το σε βασικά θέματα της ύπαρξης, τη σχέση επιθυμίας και πραγματικότητας, την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, το ερώτημα της αυτοκτονίας. Πολύ προβληματικά (αφού ο σεξισμός ελλοχεύει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό), η Άννα στοχάζεται (κατ’ αντίστιξη/ανταπόδειξη) τα ίδια θέματα με τρόπο αποσπασματικό και παραληρηματικό, καταλήγοντας μάλλον αξιωματικά στο δίπτυχο αυτοκτονία-τρέλα (ο Λέβιν πάντα σώζεται παρά τρίχα, και όχι πάντα τόσο πειστικά, χάρη στη στιβαρή παρά τα πάθη της και τα διαρκή της αδιέξοδα σκέψη του). Σε πείσμα των επιφυλάξεών μου, η αντίθεση των δυο ηρώων (που συναντώνται μία και μόνη φορά στο βιβλίο) είναι αξέχαστη.

Στο χώρο του φανταστικού, ο Πήτερ Ίμπετσον, πρωτb149223αγωνιστής του ομώνυμου βιβλίου του George du Maurier που μετέφρασα στα ελληνικά πριν από κάμποσα χρόνια, αποτελεί έναν άλλον alter ego ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει την καταστροφή μιας υπόσχεσης ευτυχίας που επιζεί στις παιδικές του αναμνήσεις με την απόδραση στο όνειρο, όπου η αμφιταλάντευση μεταξύ εκπληρωμένης επιθυμίας και συντριπτικής ματαιότητας είναι επίσης διαρκώς παρούσα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μάλλον, λόγω του εμβληματικού του χαρακτήρα, και παρά τα πολλά του προβλήματα, το Πάλι, στο οποίο και αφιέρωσα ένα κεφάλαιο σε μιαν αγγλόφωνη ανθολογία ελληνικού υπερρεαλισμού που είχα μεταφράσει και επιμεληθεί πριν από χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι διαδρομές με τον ηλεκτρικό ενώ διάβαζb173971α το Hearing Trumpet της Leonora Carrington, ένα από τα πρώτα αγγλόφωνα βιβλία που αγόρασα (στου Κάουφμαν) και, μάλλον γοητευμένος από την πρωτόγνωρη εμπειρία της ανάγνωσης ξενόγλωσσου πρωτοτύπου, προσπαθούσα να βρω μεταφραστικές λύσεις για τα έμμετρα στιχουργήματα-γρίφους που περιέχονται στο μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια, εννοείται, να έχω κάνει ακόμη την παραμικρή μετάφραση στη ζωή μου. Μου έχουν διατηρηθεί στη μνήμη κάποιοι πρόχειροι δεκαπεντασύλλαβοι που είχα σκαρώσει τότε. Η μετάφραση βέβαια παραμένει εκκρεμότητα μετά από 26 χρόνια.

 Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μb192903εταφραστής είναι ένα είδος ηθοποιού, με την έννοια ότι υποδύεται κάποιον άλλον δανείζοντάς του τη δική του γλώσσα και φωνή. Αυτό που προκύπτει είναι βέβαια μια τρίτη φωνή, κάτι που ο Borges τράβηξε στα άκρα με τη σύλληψη του «τρίτου ποιητή» που δεν είναι ούτε ο Fitzgerald ούτε ο Ομάρ Καγιάμ. Η δοσολογία προφανώς πρέπει να ευνοεί τον συγγραφέα, κι έτσι η γλώσσα οφείλει να ρέει κατά τον τρόπο που βλέπω να επιθυμεί εκείνος (ή «εκείνη», η ίδια η γλώσσα), και όχι βέβαια κατά τον τρόπο του εγωπαθούς λογοτέχνη που οικειοποιείται το έργο, δηλαδή με την αυθαίρετη μεταγραφή στο τοπικό ή προσωπικό ιδίωμα του μεταφραστή. Επειδή όμως η μετάφραση είναι και ακροβασία, τα ατυχήματα είναι πολύ εύκολα, είτε με τη μορφή ενός γλιστρήματος προς την αυθαιρεσία, είτε ενός νηπιακά γελοίου σφάλματος, στο οποίο μπορεί κάλλιστα να υποπέσει κανείς μετά από ένα δύσκολο «νούμερο». Με τον καιρό, έχω μάθει να συγχωρώ στον εαυτό μου τέτοιους είδους ολισθήματα, γνωρίζοντας ότι αποτελούν παρεπόμενα μιας σκληρής πειθαρχίας. Ωστόσο, κάθε πειθαρχίας προηγείται η προδιάθεση να ακούσεις διαλεκτικά την άλλη φωνή, ικανότητα που δεν εκμαθαίνεται.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αναμφίβολα η πιο δύσκολη ήταν η μετάφb161254ραση του Φαουστρόλλ του Jarry, που είναι και η τελευταία μου υπό μορφή βιβλίου μέχρι στιγμής. Η πιο απολαυστική ήταν η μετάφρασή μου στα αγγλικά του περίφημου παρωδιακού δοκιμίου του Ελευθερίου Δούγια (Άλεκ Σχινά) για τον Υπερλεξισμό (από το περιοδικό Πάλι — στην προαναφερθείσα ανθολογία που κυκλοφόρησε από το University of Texas Press), ένα κείμενο που θεωρείτο μη μεταφράσιμο αλλά που προσωπικά διασκέδασα παίζοντας δημιουργικά με τις λεξιπλαστικές δυνατότητες που μου προσφέρονταν (και χάρηκα που το αποτέλεσμα άρεσε και στον συγγραφέα του). Στο ίδιο βιβλίο, ευχαριστήθηκα επίσης τις μεταφράσεις του Εγγονόπουλου στα αγγλικά.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω b142177ιδιαίτερη αγάπη για το πρώτο τομίδιο που μετέφρασα, εντελώς ερασιτεχνικά, και που δημοσιεύτηκε ξανακοιταγμένο 15 χρόνια αφού ολοκλήρωσα την πρώτη μορφή του, τη μικρή ανθολογία Τα Γραπτά της α-νοησίας του Lear, που ήταν και από τα πρώτα-πρώτα βιβλία των εκδόσεων Φαρφουλάς (2007). Στις ίδιες εκδόσεις, ο Αιρεσιάρχης και Σία του Apollinaire, ο Φαουστρόλλ του Jarry, τα υπερρεαλιστικά δοκίμια του René Crevel, τα σπαράγματα των Arthur Cravan και Jacques Vaché. Και ο Πήτερ Ίμπετσον στις εκδόσεις «Αρχέτυπο», εξαντλημένο πια, όπως και ο Ναπολέων του Νότινγκ Χιλ στις πάλαι ποτέ εκδόσεις «Κατάρτι», ένα βιβλίο του Chesterton, συγγραφέα εντελώς ξένου σε μένα ιδεολογικά, αλλά που συχνά αγγίζει θέματα που με απασχολούν συστηματικά (εν προκειμένω το αστικό τοπίο ως λαβύρινθο), και το απόλαυσα ως πρόκληση, καθ’ ότι σπαρταριστό κείμενο, τουλάχιστον κατά τα πρώτα δύο τρίτα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελb136780α πιο πολύ να μιλήσω για ένα βιβλίο που έμεινε στη σκιά, και που μολονότι ούτε επέλεξα ούτε και λάτρεψα μου έδωσε την αίσθηση ενός σήματος. Μου ανατέθηκε προ ετών να μεταφράσω ένα βιβλίο που δεν είχα διαβάσει, το Point/Counter Point του Huxley, που στα ελληνικά υπάρχει μόνο σε μια κακή και εξαντλημένη πια μετάφραση, ως Κοντραπούντο. Μολονότι βρήκα πολλά συζητήσιμα στοιχεία στο κείμενο, με αιφνιδίασε η εικόνα ενός ολοζώντανου Λονδίνου της δεκαετίας του ’20, τόσο αναγνωρίσιμου όσο και μακρινού. Για διάφορους λόγους, η περιπλάνηση στο Λονδίνο παίζει κεντρικό ρόλο σε δικά μου πεζογραφήματα όπως και σε αγαπημένα μου κείμενα (de Quincey, du Maurier, Machen, Chesterton). Δυστυχώς, ο οίκος έκλεισε και η μετάφραση παραμένει ανέκδοτη, αλλά έχω προσπαθήσει έκτοτε να φανταστώ το χώρο στον οποίο τοποθετεί ο Huxley το ιταλικό εστιατόριο-στέκι των πρωταγωνιστών του στη σημερινή πλατεία του Σόχο.

b128935Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τίποτε το ιδιαίτερο, αν και είναι πολύ πιθανό να παίζει μουσική, γιατί ζω σε ένα σπίτι γεμάτο δίσκους και CD. Επειδή συνήθως μεταφράζω νύχτα, ίσως κάτι που δεν χρειάζεται πολλή ένταση (π.χ. ένα κομμάτι από τη folk συλλογή μου).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b107217Για το άμεσο μέλλον, σκέφτομαι μιαν ανθολογία κειμένων του Robert Desnos (πεζά, ποιήματα και κριτικές) για την αδικοχαμένη τραγουδίστρια Yvonne George, την οποία είχε ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση. Η υλοποίησή της εξαρτάται και από τον δικό μου χρόνο και από την αγορά του βιβλίου, τώρα με την κρίση, αλλά ο Desnos είναι μια εκκρεμότητα για μένα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει αυτό. Όσο σημαντικότερο το κείμενο τόσο βαρύτερη η ευθύνη του μεταφραστή, κάτι που αναγνωρίζεται στις όποιες σοβαρές κριτικές. Όταν η δυσκολία του κειμένου απαιτεί κρίσιμες επιλογές, αυτό εν γένει δεν μένει ασχολίαστο. Αν μια μετάφραση περάσει απαρατήρητη ως τέτοια, ίσως και να b125427συμβαίνει επειδή ο μεταφραστής έχει απλώς κάνει σεμνά τη δουλειά του. Ούτως ή άλλως, δεν βλέπω γιατί πρέπει να είναι αυτή η έγνοια μου. Είναι καλό να έχεις ένα corpus μεταφράσεων που σε εκφράζουν και που ίσως συνομιλούν με το όποιο άλλο έργο σου (προσωπικά διακρίνω αυτές που ανέλαβα ως εργασία από εκείνες που επέλεξα και στις οποίες θέτω με λίγο-πολύ σαφή τρόπο τη σφραγίδα μου), όμως το ενδεχόμενο να υποταχθούν τα κείμενα στις εκάστοτε φιλοδοξίες ή εμμονές του μεταφραστή (όταν εκείνος θέλει να τα μετατρέψει διά της βίας σε «φτερό» στον συγγραφικό/θεωρητικό του σκούφο) πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

b136779Έχω υπάρξει επανειλημμένα επιμελητής/διορθωτής. Δύο προφανή προβλήματα είναι η αδαής «διόρθωση» που εκθέτει τον μεταφραστή, και αντίστροφα η υποχρεωτική διόρθωση που τον διασώζει μεν αλλά μπορεί και να τον ενοχλήσει. Μου έχει συμβεί να προκύψουν στην επιμέλεια σοβαρά λάθη που δεν υπήρχαν στη μετάφρασή μου, όπως και ως επιμελητής έχω κάνει συχνά σιωπηρές μεταφράσεις για να αποκαταστήσω συστηματικές αστοχίες. Ενώ, από την άλλη, έχω αποδεχθεί ταπεινά τις όχι λίγες δίκαιες διορθώσεις που μου έχουν γίνει κατά καιρούς, αλλά και έχω αναλάβει την ευθύνη για λάθη μου που πέρασαν αδιόρθωτα. Το θέμα της «αφάνειας», σε όλο αυτό το πλέγμα πιθανών προβλημάτων, τίθεται όταν ο επιμελητής/διορθωτής αισθάνεται ότι αδικείται (όχι κατ’ ανάγκην σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αλλά μάλλον από επαγγελματική άποψη) σώζοντας π.χ. μια κακή μετάφραση που τελικά θα πιστωθεί σε άλλον, δηλαδή όταν η ποιότητα της δευτερεύουσας εργασίας είναι καλύτερη από της ευνοημένης πρωτεύουσας. Ιδανική μορφή, εννοείται, θα ήταν μια καλόπιστη συνεννόηση και διασταύρωση, διεπόμενη από αμοιβαία εμπιστοσύνη, κάτι όχι πάντα δυνατό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφρb83411άσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Πήτερ Ίμπετσον, ναι, συχνά-πυκνά, αλλά αυτό συνέβαινε και πριν τον μεταφράσω.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Κυρίως κινηματογραφικές (θεωρητικές, όχι πρακτικές). Ναι, ο κινηματογράφος υπάρχει παντού στη γραφή μου, αλλά αυτό το στοιχείο προηγείται των σπουδών.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως μεb133045ταφραστής. Τα τελευταία χρόνια υποτιτλιστής.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Confound the Wise του Νικόλαου Κάλας, ένα βιβλίο-φάντασμα που κατάφερα επιτέλους να αποκτήσω πριν από λίγο καιρό. Κλασικό κείμενο αναφοράς της υπερρεαλιστικής αισθητικής θεωρίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα βιβλίο που ελάχιστοι έχουν διαβάσει, λόγω μη διαθεσιμότητας. Ανακαλύπτω ότι χρειαζόταν έναν καλό επιμελητή για τα αγγλικά του — αμήχανο να διορθώνεις νοερά τα γλωσσικά ολισθήματα ενός βιβλίου που εκδόθηκε εδώ και πάνω από 70 χρόνια. Και που βέβαια δεν έχει επανεκδοθεί, όπως και παραμένει απρόσιτο το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού έργου του Κάλας, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις για αποκατάσταση της έλλειψης.

b148255Κι αυτή η αίσθηση του τυχαία σημαίνοντος, του Unheimliche, ανακαλύπτοντας κατά την ανάγνωση ότι στο βιβλίο ο Κάλας κάνει ιδιαίτερη μνεία στον Φοιτητή της Πράγας, ταινία που παίζει βασικό ρόλο στο τελευταίο βιβλίο μου, ξεκινώντας από το εξώφυλλο.

Κατά τα άλλα, προετοιμάζομαι για να ολοκληρώσω επιτέλους την τριλογία των, ας τα πούμε έτσι, «μυθιστορημάτων» μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω παρακολουθήσει άπειρο κινηματογράφο στη ζωή μου, αλλά όχι ιδιαίτερα σύγχρονο. Με ενδιαφέρει ο κινηματογράφος ως απόγονος των μαγικών θεαμάτων περασμένων αιώνων και έχω την αίσθηση ότι η εξέλιξη, παρά τις απεριόριστες εικονοπλαστικές δυνατότητες της τεχνολογίας, οδήγησε στην απομάγευση. Μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως νιώθω ότι μετά το θάνατο του Buñuel δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από το μέσο. Αγαπώ τις ταινίες των Powell/Pressburger, την κινηματογραφική μεταφορά του Πήτερ Ίμπετσον από τον Hathaway, τα ποιήματα τρελού έρωτα του Borzage, τις ταινίες των Carnet/Prévert, το Vertib138478go του Hitchcock, το Some Came Running του Minnelli, το Πορτραίτο της Τζέννυ του Dieterle, τον Chaplin, τους αδελφούς Marx, και πάρα πολλά άλλα. Κινηματογραφικές αναφορές υπάρχουν διάσπαρτες στα κείμενά μου, αλλά προέρχονται κυρίως από το προπολεμικό ή πρώιμο μεταπολεμικό Χόλιγουντ. Από πιο σύγχρονους, βλέπω πάντα με ενδιαφέρον τις ταινίες του Lynch, του Švankmajer, ή (όταν τις βρω) του Guy Maddin. Του Gilliam επίσης. Και των Coen (αν και δεν μου αρέσουν πάντα). Ίσως και μερικούς ακόμη. Με ενδιέφερε το σκοτεινό φαντασιακό στοιχείο στον Tim Burton(στο Edward Scissorhands και όχι μόνο) μέχρι τον πραγματικό βιασμό της Αλίκης, πριν από λίγα χρόνια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μάλb144055λον ναι, σε αυτό το στάδιο, με την προϋπόθεση ότι δεν θα μου αφαιρούσε τη μνήμη και ότι θα μπορούσα να βλέπω πού και πού καμιά ταινία και να ακούω δίσκους. Ωστόσο θα ήθελα να έχω προλάβει να γράψω το βιβλίο που συμπληρώνει την τριλογία μου, τουλάχιστον για να μάθω πώς τελειώνει.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Περιμένω κάποτε να μου κάνουν τη μόνιμη ανόητη ερώτηση που γίνεται στο γνωστό ερωτηματολόγιο: τι θα θέλατε να σας πει ο Θεός αν τον συναντούσατε. Προσωπικά θα ήθελα να μου πει: «Είχες δίκιο τελικά: δεν υπάρχω». Κι εγώ να απαντήσω: «Εμ, τα ’λεγα».