Σταυρούλα Πετρέλλη – Μήδειες και Κλυταιμνήστρες

ΜήδειεςΓυναικών κραυγή: άχρονη και διαχρονική

Αφιερωμένο στο υπέρτατο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στις γυναίκες που χρειάστηκε και χρειάζεται ν’ αγωνιστούν γι’ αυτό, το βιβλίο αποτελεί μια ιδιότυπη συλλογή ποιημάτων και πεζών κειμένων. Τα πεζά ακολουθούν γραμμική χρονολογική δομή, ξεκινώντας από τα μέσα του 17ου αι. π.Χ., όταν τα σαράντα εννέα πτώματα σφαγιασμένων Αιγυπτίων άδειασαν οριστικά τις ισάριθμες νυφικές κλίνες της πόλης του Άργους. Το πεντηκοστό σώμα διέφυγε της ενστικτώδους αυτοδιάθεσης καθώς η Υπερμνήστρα πρόδωσε τον όρκο των γυναικών. Για εκείνες κάλλιο κατάρα και φευγιό να ’ναι το ριζικό τους κι εξορία στα Δάση τα αφιλόξενα για σπιτικό να έχουν, παρά σε κλίνες να πλαγιάσουνε αντρών που δε θελήσαν. Οι πρότερες ικεσίες τους σε θεούς και ανθρώπους έμειναν αναπάντητες και οριστικά αγνοημένες, και δεν έμενε άλλο από την έσχατη προσωπική διάπραξη αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.

- A scene from Medea at the La MaMa Annex.Τρεις αιώνες και μια σελίδα μετά, η Υψιπύλη στην σύναξη των γυναικών της Λήμνου καλείται να αντιμετωπίσει το μίασμα της αντρικής επιβολής ενός αρσενικού Θεού που θα εκτόπιζε την Μεγάλη Θεά και θα γκρέμιζε τα ιερά της. Σύμφωνα με τα τελετουργικά και τις παραδόσεις της οι γυναίκες παρέμεναν σ’ όλη τους τη ζωή ελεύθερες, εκφράζοντας πνεύματα δυναμικότητας, δημιουργίας και έκστασης. Η κοινή καθαρτήρια απόφαση ορίζεται για το επόμενο βράδυ, σε μια ανάλογη απόδοση δικαιοσύνης.

Κι ήταν ο Έρωτας Maria Callas-Medea, Göreme (Cappadocia), giugno 1969αυτός/που λάβωσε με περισσή επιδεξιότητα/της Μήδειας το στήθος, με βέλος που εβούτηξε πρωτύτερα/στο πάθος./Εκείνο το παράταιρο/που ενώνει την οδύνη, /ίσα με τη γλυκιά του πόθου τη σαγήνη. [Ήταν ο έρωτας]

Δέκα χρόνια μετά την Αργοναυτική Εκστρατεία η Μήδεια μονολογεί καθισμένη στα σκαλιά της εισόδου του βασιλικού ανακτόρου στην Κόρινθο: Είναι φορές που με ξυπνάει ο θυμός κι άλλες φορές ο πόνος. Μα πιο συχνά το τίποτα, αυτό με ξημερώνει. Φοράει η καρδιά μου σάβανο. Πως ζω, πια δεν το νιώθω… Έμαθε πια να τραβάει τα μάγουλά της και ν’ αφήνει αχτένιστα τα μαλλιά της, να αποδέχεται πως δεν θα ξαναπεί κανείς «Μήδεια, κορίτσι ευτυχισμένο». Πώς να ανταποκριθεί στον δικό της βαθύτατο νόμο; Είναι ανώφελη η εξόντωση του Ιάσωνα που κρύφτηκε κάτω απ’ τα φουστάνια της· σκέφτεται πως αν τον σκοτώσει «σύννεφο ξεπαστρεύει, αγέρα ανώφελο λογχίζει»…

Ανακυκλώνοντας την Μήδεια… αφού ο χρόνος διάβηκε από τότε χρόνους εμπρός, /μα αδιάφορος για τη δική μου την άχρονη μνήμη…γράφεται εντός παρενθέσεως στο ποίημα Ερεσός – Αθήνα, και αυτός ο ανοιχτός χρόνος διατρέχει τους διαχρονικούς πόνους των γυναικών, από την Κλυταιμνήστρα γύρω στο 1180 π.Χ. (σ’ ένα κείμενο που αν και δεν είναι πρωτοπρόσωπο συνομιλεί ευθέως με την Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ) μέχρι σήμερα, τις πρώτες απογευματινές ώρες ή αργά το βράδυ, όπου μια γυναίκα κακοποιείται μέσα στο σπίτι της ή βιάζεται εκτός. Μετά τις απανταχού Λήμνιες και Δαναΐδες, Μήδειες και Κλυταιμνήστρες, ο κύκλος ολοκληρώνεται με τις Αμαζόνες και την χαμένη αφήγηση μιας άλλης γυναικείας Ιστορίας.

Στο αίμα μου κυλάν/μυριάδες μικροσκοπικά ./Στο βλέμμα του αναδύεται/το Χάος τροπαιούχο./Χείμαρρος από σβέλτες πέστροφες το κορμί σου…/Γυναίκα, /πώς να σ’ αγγίξω/χωρίς τον τρόμο μην ξεγλιστρήσεις/μέσα από τα σε δέος απ’ την επαφή σου/ – γι’ αυτό και τόσο αδέξια – / δάκτυλά μου. [Ερωτευμένη]

Σε Martha Graham - KLYTAIMNISTRA520_bαντίθεση με την συλλογική αφήγηση των πεζών, η ποίηση ακολουθεί έναν προσωπικό τόνο μα κι έναν υπόγειο εσωτερικό ρυθμό, όπου ο λόγος κάποτε μοιάζει αντηχεί ορχημένες φωνές, επικλήσεις αρχαίου χορού ή κραυγές μοναχικών θήλεων από τα βάθη του άχρονου χρόνου. Στα στιχουργήματα αυτά είναι πανταχού παρών ο έρωτας, κάποτε «όλο ρωγμές» όπως τιτλοφορείται ένα ποίημα, καθώς η ποιήτρια ομολογεί πως σκάβεται από την σκέψη της [ερωμένης], οσφραίνεται το χώμα ως τα έγκατα τα άγια, διαισθάνεται την αρχαία καταγωγή της και μένει οργωμένη απ’ τα δάχτυλά της, άλλοτε ως «παραίσθηση», σε άλλο ομότιτλο ποίημα, όπου τα μάτια παρομοιάζονται με φωτεινά ζώα που ποθούν και απειλούν ταυτόχρονα. Όταν η Μνήμη είναι Ανεπαρκής, η καρδιά σου/θυμάται τριανταφυλλώνες και αμπελώνες/να ποτίζονται από τις μήτρες μας./Η μήτρα σου όχι… Ενώ η Μνήμη της αφής προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι/να τη φιλάς κρυφά/στη σκιά του δρόμου, /να χώνεις τα τρεμάμενα δάκτυλα/κάτω απ’ το ρούχο της, /να νοιώθεις το δέρμα της δειλά…

 Η συγγραφέας ΣΠ(Μυτιλήνη, 1969) ζει από τα εφτά της στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Άγρα Ηρεμία κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις Αστάρτη.

Εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008, σελ. 93.

Στις εικόνες: Σκηνή από την Μήδεια [LaMaMaAnnex– Medea], η MariaCallas ως Μήδεια [Καππαδοκία, Ιούνιος 1969], Σκηνή από το κινηματογραφική όπερα – μπαλέτο – ντοκιμαντέρ Ανακυκλώνοντας την Μήδεια [Μαρία Κουσουνή], η Martha Graham ως Κλυταιμνήστρα.

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές της περιπλάνησης

…α1ν όμως στην καρδιά σας δεν υπάρχει θέληση, αν δεν διαθέτετε αγγελική υπομονή, αν όπως οι χελώνες δεν ξαναπαίρνετε το μονοπάτι του δικού σας απείρου, καθώς εκείνες ξαναπαίρνουν απ’ όπου κι αν βρεθούν το δρόμο που θα τις φέρει στον αγαπημένο ωκεανό, όσο μακριά από τους στόχους σας και να σας έχουν πετάξει οι ιδιοτροπίες της μοίρας, παραιτηθείτε, είναι ακόμα νωρίς…

…έγραφε ο Μπαλζάκ στις Illusions Perdues [ελλ. έκδ. Χαμένα Όνειρα] και η περιπλάνηση κατά την αναζήτηση του απόλυτου στην σύνθεση και την «κορωνίδα», όπως γράφεται, όλης της 90τομης Ανθρώπινης Κωμωδίας – βυθοσκόπησης της αστικής κοινωνίας στη Γαλλία του 19ου αιώνα που καυτηριάζει τα ήθη αριστοκρατών και αστών, αποτελεί μια από τις περιπλανητικές διαδρομές που επιχειρεί ο Σάββας Μιχαήλ στα πάντα ταξιδευτικά, πυκνά και ταυτόχρονα ποιητικά του δοκίμια. Μια από τις δικαιωματικές αφετηρίες αποτελεί ο Γάλλος συγγραφέας, εκείνος ο συντηρητικός υποστηρικτής της μοναρχίας που ταυτόχρονα θαύμαζε τον Fourier και τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και προφήτευσε τη επερχόμενη κοινωνική επανάσταση του 1848.

Για τον Μπαλζάκ στόχος της τέχνης και της μυθιστορίας δεν είναι η αντιγραφή της φύσης αλλά η έκφρασή της – η δημιουργία, όχι το δημιούργημα. Η Ανθρώπινη κωμωδία δεν μένει στην περιγραφή αλλά προχωρά στην αιτία της κίνησης· δεν είναι τυχαίο ότι τους ίδιους στόχους θέτει στο Κεφάλαιό του ο Μαρξ, θαυμαστής άλλωστε του Μπαλζάκ. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Πωλ Λαφάργκ ο Μαρξ ταύτιζε τον εαυτό του με τον Φρενχόφερ και την παθιασμένη αναζήτηση του απόλυτου από τον τραγικό μπαλζακικό ήρωα. Όποιος δεν δει την ταύτιση Μαρξ/Φρενχόφερ δεν μπορεί ποτέ να νιώσει τι πάθος και πόση οδύνη, ποια τραγωδία κινεί τη γραφίδα και τη γραφή του Das Kapital. Κι όποιος δεν διάβασε το Κεφάλαιο έχασε την ουσία της Ανθρώπινης Κωμωδίας, γράφει ο Μιχαήλ

Balzac_annexeΟ Μπαλζάκ περι/γράφει την διαδικασία των Χαμένων ονείρων σαν διαρκή διάψευση, σαν πορεία «απομάγευσης» του κόσμου, που ο MaxWeber αναγνώρισε ως γνώρισμα της αστικής νεωτερικότητας. Σβήνει κάθε μαγικός χαρακτήρας των πραγμάτων, το ιδιωτικό συμφέρον απογυμνώνει τα πάντα· ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η κερδοφόρα βιομηχανία ψευδαισθήσεων και το θέαμα αναδεικνύονται σε ιδεολογικούς στυλοβάτες του καπιταλιστικού συστήματος. Εδώ άλλωστε υπάρχει η πιο ανατρεπτική κριτική του ρόλου του Τύπου στην αστική κοινωνία.

Στο κέντρο της φενακισμένης πραγματικότητας βρίσκεται η μοντέρνα Πόλη· το αρχετυπικό Παρίσι είναι ο ιδεώδης τόπος της flânerie, της άσκοπης περιπλάνησης ως ιδιαίτερου τρόπου ζωής στη νεωτερικότητα, όπως το έδειξε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και αναρωτιέται ο Μιχαήλ: Μπορεί ένας flâneur, ένας μαέστρος της οφθαλμαπάτης και αριστοτέχνης της φαντασμαγορίας να ξεφύγει από τη σαγήνη της πόλης και να οραματιστεί πέρα από την λιτανεία των Χαμένων ονείρων;

gyorgy-lukacs in his libraryΤο κείμενο Apocalypsis cum Figuris αφορά την διαμάχη Λούκατς και Μπλοχ για την τέχνη και την φιλοσοφία. Πρόκειται για την περίφημη διαμάχη τους για τον εξπρεσιονισμό [1938]. Ο «πρόλογος» του θέματος περιλαμβάνει μια τραγική ειρωνεία: ο ναζισμός καταδίκασε τον εξπρεσιονισμό και όλα τα πρωτοποριακά ρεύματα του Μοντέρνου, όπως ακριβώς έκανε και η σοβιετική γραφειοκρατία, που τα καταδίκασε ως προάγγελους του φασισμού! Η διαφωνία άρχισε όταν ο KlausMannεκδήλωσε τη θλίψη του για την προσχώρηση στο στρατόπεδο του Χίτλερ του εξπρεσσιονιστή ποιητή GottfriedBenn, ενώ σύντομα ο Λούκατς συμφώνησε με την άποψη ότι ο εξπρεσιονισμός εκφράζει την μικροαστική απελπισία και τον ανορθολογισμό.

Επρόκειτο για την τελευταία ανοιχτή διαμάχη για τον μοντερνισμό εντός των τειχών του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος τον καιρό του παντοδύναμου σταλινισμού ενώ είχαν ήδη ξορκιστεί οι πρωτοπορίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου και είχε επιβληθεί το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το δόγμα αυτό επέμενε να καυτηριάζει ο Έρνστ Μπλοχ, όπως και, εκτός των τειχών, οι Μπρετόν, Τρότσκυ, Ριβιέρα με το Μανιφέστο για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη.

Τα έργErnst_Blochα των Λούκατς και Μπλοχ, Ιστορία και ταξική συνείδηση και Πνεύμα της Ουτοπίας αντίστοιχα, αποτέλεσαν σταθμούς στην μαρξιστική φιλολογία και συνειδητή έκφραση των αντιφάσεων και του πνεύματος της επαναστατικής θύελλας. Είναι γεννήματα της εποχής όπου επιχειρούνταν η σύζευξη της πιο προωθημένης φιλοσοφίας με την ίδια την επανάσταση, προτού η ανερχόμενη γραφειοκρατία κλείσει το θέμα με τον οριστικό διαχωρισμό τους. Ένα από τα πρώτα δείγματα πνευματικού στραγγαλισμού υπήρξε η καταδίκη του βιβλίου του Λούκατς από την Κομιντέρν και ο εξαναγκασμός του σε αυτοκριτική. Για μια ολόκληρη περίοδο ο Λούκατς θα συμβιβαστεί με τον σταλινισμό φτάνοντας και σε ύμνους στην «αθάνατη συνεισφορά του Στάλιν στην μαρξιστική αισθητική και στη γλωσσολογία!

Το 1934 ο Λούκατς δημοσίευσε το δοκίμιο Ακμή και παρακμή του εξπρεσιονισμού όπου, παρόλο που αναγνωρίζει ότι οι τάσεις των εξπρεσιονιστών δεν ήταν φασιστικές, επιμένει ότι πρόκειται για λογοτεχνική έκφραση του ιμπεριαλισμού που στηρίζεται μάλιστα σε ένα υπόβαθρο μυθολογικό και ανορθολογικό. Με ανάλογο σκεπτικό βλέπει και ως μορφές καπιταλιστικής φθοράς όλα τα σύγχρονα πρωτοποριακά ρεύματα στην τέχνη και την λογοτεχνία. Στον αντίποδα ο Μπλοχ θα προσεγγίσει μια άλλη ριζοσπαστική εκδοχή της μαρξιστικής αντίληψης της τέχνης, την μοντέρνα τέχνη και δη την «κρυπτοδιαλεκτική» του Τζόυς και του Προυστ και η διαμάχη των δυο διανοητών θα φτάσει ως τη ρήξη με τα έργα τους Καταστροφή του Λόγου και Η αρχή της ελπίδας και άλλους σταθμούς που ο Μιχαήλ παρουσιάζει ευσύνοπτα και ελκυστικά.

Θάλεια Ξενάκη [λάδι σε μουσαμά]Οι Μορφές της Περιπλάνησης που χαρτογραφούνται στον τόμο είναι πλείστες και πολύπλοκες και αφορούν την Έξοδο [Οδυσσέας, Κάιν, Ικέτιδες, Έξοδος], τον Οδυσσέα [στον οποίο καταχωρούνται ο Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα, ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς, ο Οδυσσέας των χαλεπών καιρών, ο Herman Melville και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η Ναυς των Ονείρων, το Μυστικό της Ζεμφύρας και Το Ασυνείδητο σαν Ταξίδι], την Μέθοδο [όπου ως Πυξίδες και Αστρολάβοι κινούνται οι Μαρξ και Κίρκεγκωρ, ο Λέων Τρότσκυ ως φιλόσοφος και ο Βάλτερ Μπέγιαμιν και τα περί επαναστατικής βίας κ.ά.], το Σώμα και τα Άστρα [Αντονέν Αρτώ, Γιώργος Χατζημιχάλης κ.ά].

Και τι απέγιναν οι ποιητές της Επανάστασης; Έχουν το δικό τους μερίδιο στην μετεπαναστατική τραγωδία της χώρας των Σοβιέτ: ο Μαγιακόφσκι, ο Γιεσένιν και η Τσβετάγιεβα αυτοκτόνησαν, ο Μπάμπελ, ο Πιλνιάκ και ο Μαντελστάμ κυνηγήθηκαν και εξοντώθηκαν. Το τελευταίο κείμενο αφιερώνεται στον Μαγιακόφσκι, το ζωντανό τούτο Σύννεφο με παντελόνια, που μάταια ο σταλινισμός θέλησε να το απολιθώσει μετά θάνατον σε ανδριάντα, ενώ δεν ήταν θεατής ή έστω ραψωδός, αλλά σάρκα από τη σάρκα της Επανάστασης. Ο Μαγιακόφσκι που οδηγήθηκε στην απόγνωση και στον θάνατο, ο ποιητής που μετατράπηκε σε συμβατικότητα και σε πρότυπο του αίσχους που ονομάστηκε «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», έμοιαζε, κατά τα λόγια της Τσβετάγιεβα ως ο πρώτος νέος άνθρωπος του νέου κόσμου, ο πρώτος από τους ερχόμενους…

Ο ριζοσπαστικός mayakovsky R2μοντερνισμός του δεν αφορούσε μόνο κάποιο αισθητικό ρεύμα αλλά ήταν η ίδια η αντανάκλαση και ο αναστοχασμός του Μοντέρνου. Το Μεσσιανικό λάμπει μέσα στην ποίησή του, ένα Μεσσιανικό όμως χωρίς ίχνος μεταφυσικού – θρησκευτικού στοιχείου. Το Μεσσιανικό χωρίς μεταφυσική: η ανατίναξη του συνεχούς της Ιστορίας, όπως το ονόμαζε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η ρήξη του κύκλου της Αιώνιας Επιστροφής των ανθρώπινων δεινών, το ριψοκίνδυνο άλμα – salto mortale και salto vitale– προς το βασίλειο της Ελευθερίας.

Ο Μαγιακόφσκι έζησε μέχρι τα απώτατα όρια το έπος, την τραγωδία της Επανάστασης και την έκπτωσή της σε φάρσα των γραφειοκρατών. Στο ξέφωτο της Ουτοπίας οδηγεί η ποίησή του και πιθανώς η κάθε αυθεντική ποίηση. Έξοδο η ποίηση δεν έχει, γράφει η Τσβετάγιεβα για τον Μαγιακόφσκι, έξοδος μπορεί να γίνει μόνο προς την πλευρά της δράσης. Σε κάθε είδους παρόμοια δράση είναι αφιερωμένος ο τόμος και πάνω απ’ όλα στην περιπλάνηση σε σκέψεις, τόπους και ιδέες, στην περιπλάνηση που αποτελεί σκέψη και δράση μαζί.

Εκδ. Άγρα, 2004, σελ. 372.

Στις εικόνες: György Lukács, Ernst Bloch, Ανδρέας Εμπειρίκος [έργο της Θάλειας Ξενάκη], Vladimir Mayakovsky.