Καρλ Κράους – Ρήσεις και αντιρρήσεις

kraus exΑφορισμοί που γελοιοποιούν, συντομογραφίες που ξεγυμνώνουν

Ο όχλος περιεργάζεται τα «αξιοθέατα». Εξακολουθούν λοιπόν, να ρωτάνε αν ο τάφος του Ναπολέοντα αξίζει να θεαθεί από τον κύριο Σούλτσε κι όχι αν ο κύριος Σούλτσε είναι άξιος να δει τον τάφο του Ναπολέοντα.

Το λογοπαίγνιο, αξιοκαταφρόνητο ως αυτοσκοπός, μπορεί να αποτελέσει το πιο ευγενές μέσο έκφρασης, με το να χρησιμεύσει ως συντομογραφία μιας πνευματώδους θέασης πραγμάτων. Μπορεί να γίνει επίγραμμα κοινωνικής κριτικής, γράφει ο Καρλ Κράους στον εκατοστό εξηκοστό από τους εξακόσιους συνολικά αφορισμούς που βρίσκονται προς απόλαυση στην παρούσα συλλογή, και ακριβώς την λέξη λογοπαίγνιο κάλλιστα θα την αντικαθιστούσε η λέξη αφορισμός. Αλλά η αφοριστική γραφή του Κράους δεν χαρακτηρίζεται μόνο από πράγματι πνευματώδεις παρατηρήσεις και ευσύνοπτες κριτικές – αλλά και ευθύβολες δηλητηριώδεις βολές κατά κάθε προσώπων, πραγμάτων, θεσμών.

Kokoschka_Karl_Kraus_II_1925Πολέμιος του αυστριακού φιλελευθερισμού και της σύγχρονης βαρβαρότητας, παθιασμένος αρθρογράφος κατά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ομιλητής σε αντιπολεμικές διαλέξεις, φανατικός αντιδημοσιογράφος με σατιρικό μένος κατά των εφημερίδων που ασελγούσαν στην αλήθεια, στην γλώσσα και στην τέχνη, ο Κράους  [γεν. Βοημία, 1874, στη Βιέννη από το 1877, θάν. 1936] σύντομα απέκτησε εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές. Αποκήρυξε τον καθολικισμό, έβαλλε κατά των λογοτεχνών – ο τίτλος ενός έργου του Στο κράτος των ποιητών και των κοπράνων είναι ενδεικτικός. Με την απροκάλυπτη ειλικρίνεια και την ανελέητη κριτική του σε δημοσιογράφους, επιστήμονες και ανθολόγους, ακύρωσε την ίδια του την υστεροφημία, οδηγώντας όλους αυτούς σε μια πλήρη συνομωσία σιωπής.

Κι όμως, ήταν τόσο έντονη η πνευματιkraus1κή του δραστηριότητα, που η φήμη και η υπόληψη του διαχύθηκαν και χωρίς τη βοήθειά τους. Έγραφε σάτιρες, θεατρικά έργα, κριτικές, δοκίμια, σατιρικά και λυρικά ποιήματα, αφορισμούς, διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις όπου κάποτε έπαιζε κι ο ίδιος, διασκεύαζε και σκηνοθετούσε έργα για το ραδιόφωνο, εξέδιδε επί τριάντα επτά χρόνια το μαχητικό περιοδικό Ο Πυρσός (με συνεργασίες των Άουγουστ Στίνγμπεργκ, Φρανκ Βέντεκιντ, Όττο Στεσλ κ.ά.), οργάνωνε εκατοντάδες αναγνώσεις έργων δικών του και άλλων, πολλές από τις οποίες μάλιστα έκανε σε εργάτες. Μια από αυτές τις αναγνώσεις γοήτευσε και τον Τόμας Μαν που βρισκόταν στο ακροατήριο. Η ανεξαρτησία του πνεύματος φυσικά πληρώθηκε και με άλλους τρόπους: ο Κράους υπέστη σωματικές επιθέσεις από δημοσιογράφους, προσωπικούς διωγμούς, δικαστικούς αγώνες, συκοφαντίες και διασυρμούς απ’ όλους όσους μαστίγωσε με τις λέξεις του.

Αν είναι να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την πνευματικότητα των γυναικών, τότε θα πρέπει να αρχίσουμε να ενδιαφερόμαστε και για τον αισθησιασμό των αντρών. Τι αίσια προοπτική!

…και ο λόγος περί Γυναικών. Άλλοτε η αποκαθήλωση της υποτιθέμενης «ομορφιάς»: Μια γυναίκα που δεν μπορεί να είναι άσχημη, δεν είναι όμορφη. /  Υπάρχουν γυναίκες που δεν είναι, απλά φαίνονται όμορφες. / Τι απέγινε η γυναίκα εκείνη, οι ατέλειες της οποίας αποτελούσαν ένα τέλειο σύνολο! Κι ύστερα η «φύση» και τα «στερεότυπα»: / Μια γυναίκα χωρίς καθρέφτη κι ένας άντρας χωρίς αυτοπεποίθηση – πώς θα τα βγάλουνkk πέρα στη ζωή; / Μια γυναίκα πρέπει να φαίνεται τόσο έξυπνη, ώστε η βλακεία της να αποτελεί μιαν ευχάριστη έκπληξη. Και πάντα ένας διαβρωτικότατος εγωπαθής σαρκασμός: Μ’ αρέσει να μονολογώ με γυναίκες. Ωστόσο ο διάλογος με τον εαυτό μου είναι πιο συναρπαστικός.

Σειρά έχει η δημοσιογραφία: Αποστολή του τύπου είναι να διαδίδει το πνεύμα και, ταυτόχρονα, να καταστρέφει την αντίληψη. / Η δημοσιογραφία φαινομενικά μόνο υπηρετεί την επικαιρότητα. Στην πραγματικότητα καταστρέφει τη διανοητική αντίληψη των ανθρώπων της αύριον. / Οι εφημερίδες έχουν την ίδια περίπου σχέση προς τη ζωή, που έχουν κι οι χαρτορίχτρες προς τη μεταφυσική. /Το να γράφεις τη φιλολογική στήλη μιας εφημερίδας είναι σαν να τυλίγεις μπούκλες πάνω σε μια φαλάκρα./ Να μη διαθέτεις ούτε μια σκέψη και να μπορείς να την εκφράζεις – αυτό είναι που κάνει τον δημοσιογράφο. / Συχνά ο ιστορικός δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας δημοσιογράφος στραμμένος προς τα πίσω.

Υπάρχουν συγγραφείς, που μέσα σε είκοσι μόνο σελίδες καταφέρνουν να πουν αυτό, που εγώ, για να το πω, καμιά φορά χρειάζομαι δύο ολόκληρες αράδες.

KarlKraus2Οι λογοτέχνες θα βρεθούν στο απυρόβλητο; Φυσικά και όχι! Γιατί γράφουν πολλοί; Επειδή δεν διαθέτουν αρκετό χαρακτήρα, ώστε να μη γράφουν. / Στη λογοτεχνία να φυλάγεσαι απ’ τους απατεώνες της δομής του λόγου. Σ’ αυτωνών τα σπίτια βάζουνε πρώτα τα παράθυρα κι ύστερα χτίζουνε τους τοίχους. / Μπορεί να γράψει κανείς ένα ολόκληρο βιβλίο γύρω από μια μηδαμινότητα τη στιγμή που μια αράδα μόνο θα της έπεφτε κιόλας πολύ. / Η σημερινή λογοτεχνία αποτελείται από συνταγές που γράφουν μόνοι τους οι ασθενείς.

Από την ανελέητη ειρωνεία του δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν οι πολιτικοί [Ο κοινοβουλευτισμός είναι ο στρατωνισμός της πολιτικής πορνείας], οι εστέτ [Είμαι αναγκασμένος να κάνω στους εστέτ μια συνταρακτική αποκάλυψη: η παλιά Βιέννη υπήρξε κάποτε νέα], οι ψυχαναλυτές [Το υποσυνείδητο, σύμφωνα με έρευνες που έγιναν πρόσφατα, έχει καταντήσει ένα είδος «γκέτο» των ιδεών. Πολλοί είν’ αυτοί τώρα που θέλουν να γυρίσουν στα σπίτια τους], οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι βλάκες, οι ηθικοί και οι ανήθικοι: Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα στατιστική: πόσοι άνθρωποι ακριβώς εξαιτίας των απαγορεύσεων, θα έμπαιναν στον πειρασμό να τις παραβιάσουν, και πόσες πράξεις άραγε είναι επακόλουθα ποινών;

portrat_grΌταν δεν γελοιοποιεί τους άξιους γελοιοποίησης, ο Κράους είναι ικανός να γράφει πολύ ποιητικότερα από τους κατ’ ευφημισμόν ποιητές: Τα φρύδια της ήταν πινελιές στοχασμού – πότε πότε κυρτώνονταν σε αψίδες θριάμβου της φιληδονίας. / Τη νάρκωσε με αιθέρα ηδονής, για να την υποβάλει σε μια σοβαρή εγχείρηση στοχασμού. Το βιβλίο περιλαμβάνει επιλογή από τα έργα του Ρήσεις και αντιρρήσεις, Pro domo et mundo και Τη νύχτα. Ο αφορισμός, αυτό το ιδιαίτερο είδος που τιμήθηκε από τον Σαίξπηρ και τον Τζόναθαν Σουίφτ μέχρι τον Όσκαρ Ουάιλντ και τον Τζορτζ Μπέρναρ Σόου στην πένα του Κράους  – και παρά το αμετάφραστο κάποιων αμίμητων λογοπαίγνιων, όπως γράφει στην πλούσια εισαγωγή του ο μεταφραστής – βρίσκει την απόλυτα σαρκαστική, διεισδυτική και ταυτόχρονα ευφορική και οργιαστική πλευρά του.

Εκδ. Opera, 1992, επιλογή – μετάφραση Άγγελος Παρθένης, σελ. 172. Περιλαμβάνει εισαγωγή, χρονολόγιο, βιβλιογραφία και  36 σημειώσεις του μεταφραστή [Karl Kraus, Sprüche und Widersprüche [1909], Pro domo et mundo [1912], Nacths [1918]].

Κάρλος Φουέντες – Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα

Το 1προσωπικό λεξικό ενός σπάνιου συγγραφέα

Μόνο το λεχθέν είναι ευτυχές και μόνο το ανείπωτο είναι δυστυχές. Η μυθιστορία κάνει ορατή την αόρατη πλευρά της πραγματικότητας […] αλλά και μια καινούργια πραγματικότητα που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. Έτσι το μυθιστόρημα πλάθει ένα καινούργιο χρόνο για τους αναγνώστες καθώς μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία, όμως και τα δυο συμβαίνουν σήμερα, στο παρόν του αναγνώστη που, διαβάζοντας, αναπολεί και ποθεί… [σ. 216 – 217]

… γράφει ο Φουέντες στο περί μυθιστορήματος μικροκείμενό του, σ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό λεξικό όλων όσων αγάπησε, σ’ ένα επιλεκτικό λημματολόγιο των εκλεκτών λέξεων που συμβόλισαν τους κόσμους όπου περιηγήθηκε, δημιούργησε, εκστασιάστηκε και πολέμησε. Οι σκέψεις του για το μυθιστόρημα έχουν ήδη δικαιωθεί από τα περίφημα βιβλία του: Το μυθιστόρημα λέει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η ιστορία· ίσως γράφει εκείνο που ακόμα δεν αποκαλύφθηκε, αναπολεί όσα ξεχάστηκαν, γίνεται η φωνή της σιωπής όσων υποβιβάστηκαν από την αδικία, την αδιαφορία, την προκατάληψη, την άγνοια, το μισός ή το φόβο, οι φωνές που ακόμα δεν είπαν την τελευταία τους λέξη.

c1Αυτή είναι όχι μόνο η δική μας συμμετοχή στη ιστορία αλλά η ίδια δημιουργία της ιστορίας. Οι απαντήσεις του μυθιστορήματος δεν είναι ποτέ δογματικές, ούτε οι πραγματικότητές του περατωμένες. Μόνο η πολιτική μπορεί να γίνει δογματική – η μυθοπλασία μπορεί να γίνει μόνο αινιγματική. Το μυθιστόρημα μας προτείνει την πιθανότητα μιας λεκτικής φαντασίας ως πραγματικότητας όχι λιγότερο πραγματικής από την ίδια την ιστορία. Η λογοτεχνία ενός πλήθους σπουδαίων συγγραφέων από την ινδο – αφρολατινική Αμερική επιφέρει μια νέα αξίωση: την μεταβίβαση από την ταυτότητα στη διαφορετικότητα. Η ποικιλία και όχι η μονοτονία, η διαφορετικότητα περισσότερο από την ενότητα, η σύγκρουση περισσότερο από την ηρεμία θα καθορίσουν τον πολιτισμό του αιώνα μας. Το μυθιστόρημα είναι μια συστατική επιστολή των πολιτισμών που απέναντι στα παλιρροϊκά κύματα της παγκοσμιοποίησης τόλμησαν να παραμείνουν αυτό που είναι.

c5Τι γράφει άραγε για το Σεξ στη ζωή του ο συγγραφέας που δεν παρέλειψε να το λογοτεχνήσει με σκληρό τρόπο ιδίως στα ύστερα, συναρπαστικά του βιβλία; Από την σεξουαλική στέπα που αποτελούσε το Μεξικό της δεκαετίας του ’40 με τις φτωχές θεραπαινίδες του έρωτα που κάλυπταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης μέχρι τον μακρύ κατάλογο των ενήλικων ερώτων του, ο Φουέντες προτιμά να κρατήσει τα ονόματα για τον εαυτό του παρά να συντάξει το ευρετήριο ενός Δον Ζουάν – αισθάνεται άλλωστε ότι ποτέ δεν καταχράστηκε, πάντα συντρόφευε, πάντα πειραματίστηκε με το ταίρι του, με αμοιβαιότητα και ίση βεβαιότητα πως αμφότεροι συμμετείχαν «στην αναζήτηση συναισθημάτων διαρκείας παρ’ όλη την παροδικότητα των συνευρέσεων». Και ύστερα, ο έρωτας μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ένα σώμα λέξεων γυρεύει την προσέγγιση ενός άλλου σώματος λέξεων. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σε όλους τους εραστές, ακόμα κι αν οι απογοητεύσεις και οι αποτυχίες. μας αναγκάζουν καμιά φορά να καταριόμαστε την γενετήσια ορμή. Καθεμιά από τις γυναίκες του αντιπροσωπεύει όχι μονάχα μια ώρα περαστικής και θνητής πληρότητας αλλά κάτι που έγινε λογοτεχνία. Και ποιος μπορεί να αποτάξει παρ’ όλη τη συντομία και το κόστος αυτό το ακτινοβόλο κέντρο του κόσμου που είναι η ερωτική κλίνη;

c7Το κείμενό του για τις Γυναίκες αφιερώνεται στην Γερμανοεβραία φιλόσοφο Έντιθ Στάιν [Αγ. Τερέζα], την Άννα Αχμάτοβα και την Σιμον Βέιλ· στην τελευταία πιστεύει γιατί είναι μια χριστιανή εκτός εκκλησίας που θεωρεί την εκκλησία ως δογματική και γραφειοκρατική δομή και θέλει να είναι με το Θεό και να δρα ελεύθερα. Το «φιλοσοφικό» του λήμμα αφιερώνεται στον Βίτγκενσταϊν γιατί θέτει υπό κρίση όλες τις πεποιθήσεις μας και όλες τις επίκτητες αλήθειες, γιατί μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν θέλουμε να επανεξετάσουμε διότι αποτελούν μέρος της διανοητικής αρχιτεκτονικής και της ηθικής μας θωράκισης. Για τον Φουέντες αυτός είναι ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα, αυτός που πάει κατευθείαν στην καρδιά της γλώσσας και κατά συνέπεια της λογοτεχνίας γιατί είναι ικανός να αποδεχτεί το ανείπωτο.

c2Σ’ ένα από τα κάπως πιο εκτεταμένα κείμενα, που αφιερώνεται στις Πόλεις Μαστούς, ο συγγραφέας εκφράζει την πίστη του για τις πόλεις σε αντίθεση με τη φύση που τον αναστατώνει υπερβολικά. Ζηλεμένος ταξιδιώτης, με σύντομες φράσεις υμνεί τις πόλεις των συγγραφέων, διατρέχει ευρωπαϊκούς και βορειοαμερικάνικους τόπους και πάλι καταλήγει στους δικούς του τόπους και ου-τόπους, το Μοντεβιδέο του Χουάν Κάρλος Ονέτι, του Φελισβέρτο Ερνάντες και του φαντάσματος του Λοτρεαμόν, το Ρίο ντε Τζανέιρο του Αλφόνσο Ρέγιες, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, εκεί όπου κατάλαβε γιατί το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται και γιατί ένας άντρας μπορούσε να ερωτευτεί έως απώλειας της τιμής μέσω της Μέτσα Ορτίς ή της Τίτα Μερέγιο, άλλωστε…

… δεν υπάρχει πόλη περισσότερο εξαϋλωμένη στις νεφέλες της γλώσσας, της λογοτεχνίας της, της διαβατάρικης μουσικής της, περισσότερο πληγωμένη από τα θραύσματα των προσδοκιών της, τις απίστευτες κακοποιήσεις, τους εξαφανισμένους της, τα βασανιστήριά της, τα δεινά της που δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την εκθαμβωτικά καρναβαλική χροιά των δικτατόρων της, τις βαλσαμωμένες αγίες της, τις προεδρικές της μπαλαρίνες, τους αγύρτες αυλικούς της….[σ. 295]

c3Από τα λήμματα δε θα μπορούσε να λείπει μια μέγιστη ασθένεια της εποχής μας: η ξενοφοβία. Με μέγιστη απλότητα ο Μεξικανός αγωνιστής γράφει τα ξεχασμένα αυτονόητα: Ζούμε στη διαρκή συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε, δηλαδή με το διαφορετικό. Μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή αυτότητα. Ένας απομονωμένος πολιτισμός σύντομα αποθνήσκει ή μετατρέπεται σε φολκλόρ, μανία ή φαντασμαγορικό θέατρο. Δεν υπάρχει παγκοσμιότητα που να αξίζει χωρίς τοπικότητα που να χρησιμεύει. Πώς γίνεται εν ονόματι μιας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα να είναι ελεύθερα να κυκλοφορήσουν ενώ οι εργαζόμενοι άνθρωποι όχι;  Πώς γίνεται να απορρίπτουμε τους πολιτισμούς που οι ίδιοι ως Δύση εκμεταλλευτήκαμε ή γαλουχήσαμε με αρχές οικουμενικές που τώρα απορρίπτουμε, όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ελεύθερη διακίνηση;

c4Οι λεξικογραφημένοι μικρόκοσμοι που απαρτίζουν [απάρτιζαν] την ζωή του Φουέντες δεν καταγράφονται με στεγνό, ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν  δοκίμια πυκνά και απόλυτα. Το αντίθετο: ο συγγραφέας γράφει ως ο λογοτέχνης που υπήρξε, ιδίως στα τελευταία του αριστουργήματα, δηλαδή με γραφή ενθουσιασμένη και τρικυμιώδη, με συναισθηματική φόρτιση αλλά και ψύχραιμη σοφία, σε κείμενα πλημμυρισμένα με παραληρούσες λέξεις, αυτοσχέδιες αλήθειες και πυκνότατες φιλοσοφίες.

Το λημματολόγιο περιλαμβάνει ακόμα συναισθήματα [Αγάπη, Ευτυχία, Ζήλεια], συγγραφείς [Κάφκα, Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Φόκνερ], λογοτεχνικό ήρωα [Δον Κιχώτης], σκηνοθέτη [Μπουνιουέλ], ζωγράφο [Βελάσκεθ]· έννοιες βαθιές και πολυδιάστατες, όπως το Εγώ, η Ελευθερία, η Εμπειρία, η Ιστορία, το Κάλλος, ο Χρόνος, ο Θεός. Δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την Πολιτική, την Επανάσταση, την Αριστερά, την Κοινωνία των Πολιτών, την Παγκοσμιοποίηση, τους τόπους που τον σημάδεψαν [Ιβηρική Αμερική, Μεξικό, Ζυρίχη], εκείνα που του ομόρφυναν τη ζωή [Ανάγνωση, Κινηματογράφος, Φιλία]. Εξομολογείται για την Οικογένεια, υμνεί την Σίλβια (την γυναίκα του), μοιράζεται τα προσωπικά του δράματα [Τέκνα], φιλοσοφεί τον Θάνατο, ξαναθυμάται την Οδύσσεια, τον Ιησού…

portadaH φαντασία και ο λόγος, η μνήμη και η λαχτάρα συνιστούν όχι μόνον το ζωτικό υλικό της μυθοπλασίας, αλλά και τον τόπο συνάντησης της ημιτελούς ανθρωπιάς μας. Η λογοτεχνία μας διδάσκει πως οι ύψιστες αξίες είναι οι συμμετοχικές αξίες. Οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Ίταλο Καλβίνο όταν ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία είναι ένα πρότυπο αξιών, ικανό να προτείνει γλωσσικά, οπτικά, φανταστικά σκηνικά και ένα συσχετισμό συμβάντων. Επιβεβαιωνόμαστε στον Ουίλιαμ Γκας όταν μας κάνει να αντιληφθούμε πως σώμα και ψυχή ενός μυθιστορήματος είναι ο λόγος και η φαντασία, και όχι οι καλές προθέσεις; η συνείδηση που το μυθιστόρημα αναταράζει, όχι η συνείδηση που βολεύεται. Αδελφωνόμαστε με τον μεγάλο φίλο μας τον Μιλαν Κούντερα όταν μας θυμίζει πως το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου ως πρόβλημα. [σ. 223]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012 [Α΄ έκδ. 2004], μτφ. από τα Ισπανικά: Αμαλία Βασιλακάκη, σελ. 376 [Carlos Fuentes, En esto creo, 2002]

Πρώτη δημοσίευση [εκτός από το τελευταίο παράθεμα]: mic.gr.