Στο αίθριο του Πανδοχείου, 134. Niemands Rose

kjsjsΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους, ή διηγημάτων, αν προτιμάτε, που εκδόθηκε φέτος την άνοιξη από την Απόπειρα.

Μιλάμε για βιβλίο που εξ ολοκλήρου βασίστηκε στα κείμενα του ιστολογίου σας;

Ναι, πρόκειται για μία ανθολογία διηγημάτων που προέρχονται από το ιστολόγιο που διατηρώ από το 2007.

Πώς αρχίσατε να γράφετε αυτά τα κείμενα; Ως κείμενα αυτοέκφρασης, ως ασκήσεις γραφής; Πότε σκεφτήκατε το ενδεχόμενο έκδοσής τους;

Σκάρωνα στίχους –δεν τολμώ πια να τους αποκαλέσω ποιήματα- αδιαλείπτως, από μικρό παιδί. Τα πονήματά μου είχαν γίνει αποδεκτά και δημοσιεύθηκαν σε όποιο λογοτεχνικό περιοδικό επέλεξα να τα στείλω. Είχα και την τύχη να μελοποιηθούν κάποιοι στίχοι μου και να απαγγελθούν από έναν σπουδαίο ηθοποιό του θεάτρου, σε ένα βιβλίο-CD των εκδόσεων Κέδρος. Όμως, μετά από μία σειρά απίθανων συμπτώσεων πήρα τη γενναία απόφαση να σταματήσω να γράφω ποιήματα, σε μια στιγμή αυτεπίγνωσης, πως ποτέ δε θα γίνω μια καλή ποιήτρια, μια ποιήτρια που θα αποδεχόμουν εγώ, η εξαιρετικά αυστηρή και στριφνή αναγνώστρια.

op1Τίποτα δεν πάει χαμένο όμως, θέλω να πιστεύω. Από την ενασχόλησή μου με τη στιχουργία, αποκόμισα κάποια οφέλη, όταν πια αποφάσισα να στραφώ στην πεζογραφία, ανοίγοντας ένα μπλογκ όπου δημοσίευα –ανάμεσα στα άλλα- μικρές αυτοτελείς ιστορίες, μάλλον ως ασκήσεις γραφής και αυτοέκφρασης. Σύντομα, είχα την τύχη να εμφανιστεί ο Άρης Μαραγκόπουλος που, χωρίς καθόλου να γνωριζόμαστε, μου έγραψε για τις αρετές που διέκρινε στη γραφή μου, πράγμα που αναπόφευκτα συνέτεινε στο να συνεχίσω να γράφω και μάλιστα με μεγαλύτερο μεράκι. Ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά βλέμματα στα γραπτά μου, από τα οποία αντλούσα το κίνητρο, την αξίωση και συχνά την έμπνευση. Το 2011 κλήθηκα να συμμετάσχω σε μία συλλογική ηλεκτρονική έκδοση, το «Ανθολόγιον-Ιστολόγιον» από τους Creative Commons. Στο τέλος του ’11 γνωρίστηκα μ’ αυτόν που πια είναι αδερφικός μου φίλος, τον επιμελητή εκδόσεων Δημήτρη Λυμπερόπουλο που επέμεινε πολύ στο να υποβάλλω μια συλλογή από τα κείμενά μου σε επιλεγμένους εκδοτικούς οίκους, χωρίς συστάσεις και μεσολάβηση. Η πρώτη θετική απάντηση που πήρα ήταν από την Απόπειρα. Ακολούθησε κι άλλη.

ypΌσο αυτά βρίσκονταν αναρτημένα στο μπλογκ, σας απασχόλησε το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας;

Έχει συμβεί να αντιγράψει κάποιος αυτούσιο ποστ μου και να το αναρτήσει αλλού σαν δικό του. Αυτή ήταν μία αστεία περίπτωση λογοκλοπής γιατί ήταν καταφανής. Γι’ αυτό αρκέστηκα να το σχολιάσω χιουμοριστικά μιλώντας για κλεφτοποστάδες. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις λογοκλοπής μου είναι ασύλληπτες, ίσως γιατί είμαι υπερβολικά εγωίστρια για να δεχτώ –τουλάχιστον συνειδητά- να μιμηθώ αλλότριο ύφος ή να απαλλοτριώσω την ιδέα κάποιου. Άλλωστε οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερες και αδέσποτες.

Πώς καταλήξατε στο συγκεκριμένο όνομα για το ιστολόγιό σας;

Ήταν η περίοδος που είχα ανακαλύψει τον Παούλ Τσελάν και είχα συγκλονιστεί σε τέτοιο βαθμό από το έργο του, που δεν πέρασε από το μυαλό μου χρησιμοποιήσω κάτι άλλο για «ταυτοτικό οδόστρωμα», όπως έγραφε ο Νίκος Κουρμουλής στην κριτική του στην Αυγή. Συχνά όμως μετανιώνω που οικειοποιήθηκα μια φράση από το έργο του σημαντικότερου ίσως μεταπολεμικού ποιητή.

lapoesieΗ χρησιμοποίηση του Niemands Rose και ως περαιτέρω συγγραφικού ονόματος αφορά στην άμεση σύνδεση με το μπλογκ σας; Τι απαντάτε σε όσους δυσκολεύονται να αποδεχτούν την χρήση ψευδωνυμίας ή κρυπτωνυμίας στη λογοτεχνία;

Μ’ αυτό το ένδυμα έγραψα τα κείμενά μου, μ’ αυτά με γνώρισαν οι αναγνώστες του μπλογκ, μ’ αυτό ένιωθα άνετα να τα μεταφέρω και στο χαρτί. Το πρόβλημα θα προκύψει όταν ενδεχομένως θελήσω να απεκδυθώ την ψευδωνυμία μου.

Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του μικρού κειμένου και όχι το διήγημα ή το μυθιστόρημα; Θα δοκιμάσετε και σε άλλα είδη γραφής;

burrrΤα ιστολόγια, φρονώ, δεν ενδείκνυνται δια σινδόνια και άλλα είδη προικός. Το πετίτ ήταν ό,τι πρέπει. Δοκιμάσαμε και θα δοκιμάζουμε εις το διηνεκές του χρόνου και άλλα είδη γραφής ώσπου βέβαια πολύ σύντομα να τα εξαντλήσουμε και να αναγκασθούμε να επινοήσουμε τα δικά μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Επειδή γράφω πολλά χρόνια, πολύ πριν αποτελέσει το πληκτρολόγιο το κύριο εργαλείο γραψίματος, έχω σκαρώσει στίχους ακόμα και σε τσιγαρόχαρτο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Για κάποιο διάστημα μίξαρα ειδησεογραφία με μυθιστοριογραφία κι αναρωτιέμαι τι να γίνονται τα αληθινά πρόσωπα, πέρα από τις ειδήσεις, πέρα κι από τις αφηγήσεις μου. Είναι βέβαια κι αυτή η ηρωίδα στα αυτοβιογραφικά που μαθαίνω θέλοντας και μη τα νέα της.

b-vian.1179102694Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω παρατηρήσει κάποιο πάττερν. Μάλλον δε μ’ αρέσει να ομφαλοσκοπώ στη συγγραφική μου ιδιότητα. Είναι αντιαισθητικό, σα να χορεύεις και να κοιτάς τα πόδια σου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βρίσκομαι αισίως στο δεύτερο βασικό πτυχίο και έχω ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχω ένα υπόβαθρο δημόσιας υγείας, παιδαγωγικών και κοινωνικής έρευνας. Αυτή την περίοδο διδάσκω ως επιστημονική συνεργάτης σε μεταπτυχιακό της Ιατρικής και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Η κοινωνιολογία είναι η μεγάλη μου αγάπη, κι όπως έγραφε ο Χρήστος Νάτσης στην κριτική του για «Τα φώτα στο βάθος» στο Bookstand τα διηγήματά μου κινούνται από την έννοια στην έγνοια, κάτι που μοιάζει να είναι απότοκο των σπουδών μου, ή, αντίστροφα, κινήθηκα προς τις κοινωνικές επιστήμες ακριβώς γιατί έχω αυτή την δυνατότητα.

dsc_0703_Τι γράφετε τώρα;

Έχω μία σύλληψη για ένα θεατρικό έργο, που όμως προϋποθέτει κάποια έρευνα, έχω αφήσει on hold ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, έχω ολοκληρώσει κάποια διηγήματα, ενώ έχω ξεκινήσει κάτι που ακόμα που δεν ξέρω αν θα εξελιχθεί σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Έχω αρκετές ιδεές, αλλά δυστυχώς στερούμαι ελεύθερου χρόνου και προσήλωσης, ως εργαζόμενη μητέρα δύο παιδιών, με ακαδημαϊκές υποχρεώσεις. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ρόλους θα πρέπει και να βρω χρόνο να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Μεγάλο στοίχημα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα σας τους αναφέρω, τυχαία, όπως μου έρχονται στο μυαλό, Βυζιηνός, Παπαδιαμάντης, Σκαρίμπας, Ροϊδης, Μπορίς Βιαν, Μπάροουζ, Μπουκόφσκι, Τιμ Ρόμπινς, Λένος Χρηστίδης, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα, Όργουελ, Μπρυκνέρ, Σαραμάγκου,Τζόναθαν Κόου κ.α. Οι αγαπημένες των παιδικών μου χρόνων, ήταν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή, ενώ της πρώιμης εφηβείας η Διδώ Σωτηρίου, η Λιλή Ζωγράφου και ο Χρόνης Μίσσιος.

george_orwellwebΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το πιο αγαπημένο μου θα αναφέρω, τον Αναρχικό των δύο κόσμων της Ούρσουλα Λεγκαίν.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Μάριου Χάκκα και του Δημοσθένη Βουτυρά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Έχω την αίσθηση πως διαφαίνεται ένα καινούργιο ρεύμα στην νεοελληνική λογοτεχνία που διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική συγκυρία της κρίσης και δεν αφορά τόσο στο έργο των νέων ανθρώπων που έχω κατά νου, αλλά σε κομβικής σημασίας ομοιότητες στη θέασή τους στον κόσμο. Θέλω να πιστεύω πως έχω συγγένεια μαζί τους, θα ήταν άδικο να αναφέρω κάποιους και να ξεχάσω άλλους, αλλά πραγματικά νιώθω πως κάτι καλό θα αναδειχτεί μέσα από τις πιο ζοφερές συνθήκες.

saramago 1Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Νίκος Μπελογιάννης στην Εντολή της Διδώς Σωτηρίου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Έχω σταματήσει την ανάγνωση στις τελευταίες σελίδες το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, γιατί η ιστορική περίοδος με την οποία καταπιάνεται μου είναι γνωστή. Διαβάζω ταυτόχρονα αλλά με προσήλωση, κάποια μικρά κι επικίνδυνα βιβλία, επικίνδυνα να σου πειράξουν τον εγκέφαλο, όπως τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, την Αιγυπτιακή Νουβέλα του Πάνου Θεοδωρίδη, το Είναι σφαγή το ξημέρωμα κύριε Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη και τον Ακίνητο Δρομέα του Αργύρη Χιόνη. Έχω στραφεί, όπως φαίνεται, στη νεοελληνική λογοτεχνία μάλλον από κάποια ανάγκη να καλύψω το κενό περίπου μιας δεκαετίας. Ζώντας στο εξωτερικό αλλά και για άλλους λόγους, δεν προτιμούσα Έλληνες συγγραφείς.

Roth-TrenholmΩστόσο, με στεναχωρεί και δεν τα αναφέρω με έπαρση το ότι δεν αφοσιώνομαι σε ένα ανάγνωσμα κάθε φορά, όπως έκανα παλιότερα. Ίσως η τωρινή μου προσέγγιση να αντανακλά κάποιου είδους αγωνία, την επίταση της βιβλιομανίας μου, ή ίσως την πολυδιάσπαση που έχω αποκομίσει από την εμπλοκή μου με το ουέμπ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, αλλά όχι με υπερβάλλοντα ζήλο. Άλλωστε ξέρω πως δεν είναι πάντα αντικειμενικές οι βιβλιοκρισίες. Προτιμώ να μου συστήνουν βιβλία οι φίλοι μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

portrait_of_charles_bukowski_by_docsonian-d4xzryxΤαξιδεύοντας με το τρένο διάβαζα με τέτοια προσήλωση τον «Έρωτα στα χρόνια της χόλερας» ώστε δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στην Αθήνα από Θεσσαλονίκη. Πάνε και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε. Μυστηριωδώς μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη περισσότερο από κάθε άλλη ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο. Μια δεύτερη έντονη μνήμη είναι να διαβάζω Λένο Χρηστίδη, νομίζω «Τα Χαστουκόψαρα», στο κατάστρωμα του πλοίου για Κρήτη και Μαξ Στίρνερ στο πλοίο για Πάρο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φροντίζω να βλέπω αρκετές θεατρικές παραστάσεις. Οι μεγάλες εκπλήξεις έρχονται συχνά από τα μικρά θεατρικά σχήματα. Είδα για παράδειγμα από την «Ορχήστρα μικρών πραγμάτων» την παράσταση «Παρθενώνας», την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» από την ομάδα Gaff, και τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» από τους Μηχανικούς του Φθηνού Μελοδράματος και εκστασιάστηκα και με τους τρεις.

Αν dogκάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτός ο Μεφιστοφελής δε σταματάει να κάνει προσφορές. Φτυστός ο καπιταλισμός.

Στις εικόνες: William S. Burroughs, Boris Vian, Pascal Bruckner, George Orwell, Jose Saramago, Philip Roth, Charles Bukowksi και ο Σκύλος.

Lorrie Moore – Η πόρτα στη σκάλα

ex_LORI MOORE_EKDOSEIS_POLIS

Ο μοντέρνος υπόγειος ρατσισμός

Δεν είχα ιδέα πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σ’ αυτή την πόλη. Στο Ντέλακρος, ναι, ίσως – αν και ούτε εκεί άκουσα ποτέ να συνέβη – αλλά εδώ; Το εδώ ήταν τόσο περήφανο για τον εαυτό του. Το εδώ ήταν τόσο προοδευτικό, παράδειγμα προς μίμηση. Το εδώ ήταν τόσο απαρέγκλιτα αριστερίζον. Το εδώ ήταν τόσο – τόσο λευκό. Το μόνο χρώμα που ήξεραν εδώ πέρα ήταν το τοπικό χρώμα, που το χρησιμοποιούσαν για λόγος καμουφλάζ και βολής. Αν εδώ ήταν Σολτ Λέικ Σίτι, ήξερα πως οι μισοί κάτοικοι  ευχαρίστως θα γίνονταν μορμόνοι. Αντ’ αυτού όμως, πνιγμένοι μέσα στο περί δικαίου αίσθημα και στην αυταρέσκεια και στην απόλυτη ομοιομορφία, ήταν όλοι τους μέλη της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών. [σ. 202]

Μια από τις βαθύτερες εκπλήξεις που μπορεί να νιώσει κανείς είναι η εμφάνιση του ρατσισμού ακριβώς στο περιβάλλον που όχι απλώς δείχνει να τον έχει ξεπεράσει αλλά και να διατείνεται το αυτονόητο της ελευθερίας και του δικαίου. Αλλά μέχρι να φτάσει στην πρώτη στη σειρά πολλών έκπληξή της η ηρωίδα, έχει διανύσει ήδη διπλό δρόμο. Πρώτα παρατηρώντας τον μοντέρνο αμερικανικό κόσμο έξω από το «παράθυρό» της – αρχικά με τρυφερές παρατηρήσεις, στην πορεία με έκπληκτες διαπιστώσεις και στο τέλος με τραγικές συνειδητοποιήσεις – και ύστερα βγαίνοντας στον κόσμο, μέσω της αναγκαστικής αναζήτησης εργασίας, και σύντομα ως αναπόδραστα εμπλεκόμενη με μια δίχρονη αφροαμερικανή.

LON119932Όλα αυτά τα στάδια της πορείας της μας τα διηγείται αυτό(πρωτο)προσώπως η εικοσάχρονη φοιτήτρια Τάσι, καθώς αναλαμβάνει μπέιμπι σίτερ της μικρής μιγάδας που υιοθετεί ένα ζεύγος λευκών μεσοαστών. Αλλά εδώ είναι η πρώτη ενδιαφέρουσα επιλογή της συγγραφέως: μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου η ηρωίδα πλέκει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της (και το νέο αγροτικό – βιολογικό – οικολογικό της τοπίο), των σπουδών της (σε ένα κολέγιο που προσφέρει μαθήματα μιας τεράστιας και γελοίας επιδερμικότητας και εξειδίκευσης μαζί), των μοναχικών περιπλανήσεών της, της επιθυμίας της να ζήσει την αναμενόμενη ζωή στην πόλη, με όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές ηδονές, του αμήχανου έρωτά της με τον Βραζιλιάνο συμφοιτητή της και πίσω πάλι στο περιβάλλον όπου μεγάλωσε, όπου…

Στην αρχή υπήρχε η προσδοκία πως θα έρχονταν άνθρωποι από όλη τη χώρα και θα κατασκήνωναν στην ύπαιθρο και θα έμεναν εδώ ελπίζοντας να δουν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους που μπορεί να εμφανίζονταν στους σταθμούς αναψυχής των αυτοκινητοδρόμων ή στα χωράφια έξω από την πόλη. Η εμπορική έκρηξη και η δημοσιότητα δεν κράτησε ούτε ένα χρ0d2de4f3c3720bfae4cdaf9fd844571cόνο και μετά χάθηκε, σαν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους. Έλεγαν πως το δημοτικό συμβούλιο μάζεψε τα πάντα, τα φόρτωσε σ’ έναν πύραυλο και τα ξανάστειλε πίσω στον πλανήτη τους, αφήνοντας μόνο κάποια αδέσποτα υπολείμματα. / Είχα την αίσθηση πως αυτά τα αδέσποτα υπολείμματα ήταν οι φίλοι μου, που τώρα τους ένοιωθα σαν αρειανούς. [σ. 95]

Σε ευρύτερη πλαίσιο, στο ίδιο «πρώτο» μέρος εκτίθεται η σχεδόν υπερρεαλιστική κατάσταση του συστήματος των υιοθεσιών, μιας κοινή συναινέσει μυστικοπαθούς διαδικασίας όπου εμπλέκονται προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, μεσολαβητικά πρακτορεία, υπηρεσίες «προστασίας» φυσικών μητέρων και κέντρα αυθαίρετων αποφάσεων. Σε μια παράπλευρη περίπτωση εκ παραδρομής αναφέρεται παιδί από βιασμό. Παραδόξως, ακριβώς μέσα στο εργοστάσιο των υιοθεσιών, φυλές και τάξεις ξεχνούν τις διακρίσεις τους και αναμειγνύονται με όλους τους τρόπους. Το γεωγραφικό – και εν τέλει γεωπολιτικό – παρατηρητήριο και πεδίο του μύθου είναι εκείνο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, άγνωστο στους περισσότερους και παρανοημένο, ανά τομείς παραδοσιακό και μοντέρνο μαζί, τυπικό δείγμα μιας ευρείας πλην σιωπηλής πλειοψηφίας.

Μια ολόκληρη σημειολογία διακρίσεων

il_570xN.249695989Οι φυλετικές προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στο σώμα και την καρδιά του «Ελεύθερου Κόσμου» αναβλύζουν πλέον ελεύθερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ιστορικό Σημείο Μηδέν εξαπολύει τα θραύσματά του στους υποκριτικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ που απορρόφησαν ένα άλλο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού αλλά και στην εκ νέου δημιουργία φανατικών από τις δυο πλευρές, που επιλέγουν την τρομοκρατία για να αφανίσουν ζωές – των άλλων και της δικής τους. Οι δυο αρσενικές παρουσίες στη ζωή της, ο αδελφός της και ο σύντροφος της, θα αλωθούν ακριβώς από τις παράπλευρες χοάνες του πολιτικού και του θρησκευτικού φανατισμού. Η Τάσι θα βιώσει με τον χειρότερο τρόπο τις επιλογές του πρώτου για συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα και του δεύτερου για τρομοκρατούμενη αυτοθυσία.

Αν οι ενήλικες είναι έκθετοι στο επίκεντρο των φυλετικών προκαταλήψεων και της ξενοφοβικής συμπεριφοράς, τότε τι τύχη έχει η μικρή Μαίρη – Έμμα; Να αποτελέσει το θύμα όχι μόνο κάθε απροκάλυπτης τέτοιας στάσης αλλά και της πλέον διαδεδομένης μορφής του νέου ρατσισμού: εκείνου που δρα υπόγεια και έχει εμποτιστεί στις συνειδήσεις· εκείνου που λανθάνει ακόμα και στους πιο «καλλιεργημένους» πολίτες ή ζει και στην πιο απλή καθημερινότητα. Πόσο μάλλον στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο αμερικάνικο κόσμο, όπου ο πληθυσμός τελικά για να εκτονώσει τις πλείστες νευρώσεις του αναζητά νέους εχθρούς και κάποτε τους βρίσκει και στους παλαιούς. lorrie_moore_wideweb__470x324,0Είναι χαρακτηριστική η «μαθητεία» της Τάσι στις πραγματικές απόψεις του εργασιακού της περιβάλλοντος: καθώς απασχολεί τα παιδιά των φίλων και επισκεπτών του ζεύγους, καταγράφει τις συζητήσεις των γονέων τους δυο πατώματα πιο κάτω και αυτός είναι ένας ενδεικτικός παλμογράφος της «κοινής γνώμης». Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πρόταση μιας άλλης μητέρας να παίζει το παιδί της με την Μαίρη – Έμμα, ώστε να αποκτήσει «ποικιλία» στις παρέες της.

Αν λοιπόν η νεαρή κοπέλα σε πρώτη φάση δεσμεύεται σταδιακά στον νέο της ρόλο (όπου κι εκεί, σε προσωπικό – ψυχολογικό επίπεδο, διαρκώς λογοδοτεί απέναντι στην μητέρα, που δείχνει κι αυτή περισσότερο από ποτέ πνιγμένη στον νέο της ρόλο), στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πως οφείλει διαρκώς να προστατεύει την μικρή από τον συνήθως αόρατο και σιωπηλό εχθρικό περίγυρο. Τελικά η άβγαλτη Τάσι μοιάζει να είναι η ωριμότερη όλων ή πιθανώς να ήταdeja-vu-jessica-grundyν εξαρχής ώριμη. Αν οι οικογένειες είναι τόσο επίπλαστες, οι ψευτοπατριωτικές αποστολές τόσο μάταιες, οι κοινωνίες μισούν τόσο πολύ οποιονδήποτε διαφορετικό και ο καθένας κρύβει το δικό του βρώμικο ένοχο μυστικό και, τότε η ενηλικίωσή της έχει ήδη συμβεί, μακριά της.

Η συγγραφέας [Νέα Υόρκη, 1957] διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin κι έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων και άλλα δυο μυθιστορήματα. Η γλώσσα της είναι ευφάνταστη και λογοπαιγνιώδης· αλατίζει τον ρεαλιστικό και κάποτε ποιητικό της λόγο με πανέξυπνους παραλληλισμούς και απρόσμενες λεκτικές ακροβασίες και συνολικά συντάσσει μια προσωπική και μια ευρύτερη έκθεση της αθώας και ταυτόχρονα ενήλικης ματιάς στη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

moore_lorrie-19981022015RΟι ιστορίες ήττας του ανθρώπινου πνεύματος πάντα εξέφραζαν και υπογράμμιζαν μια πλησμονή κοινωνικού προβληματισμού. Η εξασθένηση της ψυχής, οι ιστορίες πτώσεων και ανεπιτυχών επανακάμψεων – τρένα που χάθηκαν, γράμματα που δεν παρελήφθησαν, η έξαρση της αλαζονείας, η καταστροφή παιδιών κάποιου και η κατάληξή τους στην κατσαρόλα – όλα αυτά είναι ένα είδος ψυχαγωγίας του δέους και του τραύματος, χωρίς χρησιμότητα, που παρουσιάζεται εκ του ασφαλούς σε τραπέζια όπου δεν λείπει η αγάπη και το χρήμα. Όποτε όμως η ζωή είναι πιο στερημένη, όποτε τα τραπέζια είναι μόνο μισογεμάτα, ο κωμικός θρίαμβος των φτωχών αποτελεί ένα χρήσιμο ημι-ψεύδος. Εκεί χρειάζονται τα καλαμπούρια. Και τότε το μωρό έπεσε από τις σκάλες. Μπορεί να είναι και αστείο! Ειδικά σ’ έναν τόπο και χρόνο όπου συμβαίνουν και χειρότερα. Όχι πως τα βάσανα είναι διαγωνισμός, αλλά σίγουρα είναι κάτι παραπλήσιο. Η κατανόηση και η ορθή προοπτική απαιτεί μια πιο μπακάλικη, πιο χασάπικη αντιμετώπιση. Και για να ανακουφιστούν τα βάσανα του ακροατή, τα πράγματα πρέπει να είναι αστεία. Έστω κι αν δεν ήταν αστεία εξ αρχής. Κάπως έτσι μας απογοητεύουν καμιά φορά οι ιστορίες: Δεν είναι και τόσο αστείες. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν είναι αστείες ούτε κατά διάνοια. [σ. 323]

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 414, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [A gate at the stairs, 2009].