Μιχάλης Μακρόπουλος – Σπουργίτω και Γκράχαμ. Δύο νουβέλες

Ήξερbook_coverε και κατάλαβε. Μια ανάσταση, αν δεν είναι θεανθρώπινο θαύμα αλλ’ ανθρώπινη βούληση που πηγάζει από τη μοναξιά, τον πόνο, την λαχτάρα, δεν μπορεί να γίνει συνολικά και μονομιάς, αλλά πρέπει από κάπου να ξεκινήσει, κι ένα νεκραναστημένο όνομα είναι μια αρχή εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη. Από το παρελθόν ανασταίνεις το όνομα, αυτό βρίσκει τον έως τότε ξένο άνθρωπο και τον φέρνει στα μέτρα του, του δίνει σάρκα φτιαγμένη από μνήμη και πνεύμα που έχει ζήσει ξανά σε άλλο σώμα, όνομα και άνθρωπος είναι πλέον ένα και το αυτό, και η ανάσταση έχει τώρα συντελεστεί. [σ. 30]

 Μια νεαρή γυναίκα μπαίνει στο χωριό ένα ανοιξιάτικο πρωί, όταν «κάθε χρώμα έχει τη μυρωδιά του». Η παντοπώλισσα ψάχνει την απάντηση στην ιδρωμένη πλάτη της, ενώ ο πενηνταπεντάχρονος Σπυρομέλης με το λεξιλόγιο πεντάχρονου απλά ηρεμεί με την ματιά της. Όταν κατασκονισμένη καθίσει στο καφενείο της πλατείας, ο Μητσιμπεράτης θα την ρωτήσει  το όνομά της κι εκείνη θα σχεδιάσει στο χαρτί έναν σπουργίτη. Θα την πάει στην κυρα – Σίγια, στο σπίτι που μυρίζει μοναχικά γηρατειά («γιατί μυρωδιά δεν έχει μόνον η ύλη της ζωής αλλά και η ζωή η ίδια»), κι εκεί στο διάλειμμα της τηλεοπτικής της ζωής, θα μιλήσουν με το πρόσωπο και το βλέμμα και παρά το κολλημένο πάνω της μαύρο ρούχο της μοναξιάς θα την δεχτεί, βαπτίζοντάς την άμεσα με το όνομα και τα ρούχα της χαμένης της κόρης: Δέσπω.

DSC03278Αυτή λοιπόν την ανάσταση συλλογίζεται ο Μητσιμπεράτης και το δράμα εκεί μόλις τώρα αρχίζει, ενώ στο σπίτι του μαίνεται εδώ και έξι χρόνια, από τότε που το ατύχημα της καλής του Λίγιας τους έχει αιχμαλωτίσει σε ατέλειωτες ανταλλαγές φόβου, μίσους και αγάπης. Εκείνη άλλωστε αυτοτιμωρούμενη και τιμωρήτρια, ακριβώς επέλεξε την εθελούσια φυλάκιση, κατηγορώντας τον βουβά αντί να τον μέμφεται ευθέως, σε μια εξάρτηση που βάθαινει και πλάταινει την αγάπη της. Τώρα η Νέα Δέσπω θα κληθεί να βοηθάει και το δικό του σπίτι, κοινώς, κατά την γλώσσα του χωριού, «η μουγγή θα φροντίζει την σακάτισσα».

DSC04103Το τριζοβόλημα του χαλικιού κάτω απ’ τις σόλες της και το βούισμα των εντόμων, όμοια όπως το νερό ξεπλένει το στόμα από μια άσχημη γεύση, ξέπλεναν το μυαλό της απ’ ό,τι βίαιο είχε δει και νιώσει το προηγούμενο βράδυ. Κι ο ρυθμός του βαδίσματός της γινόταν και ρυθμός μέσα της, ένας παλμός που γεννούσε κανονικότητα και γαλήνη. Το ρυθμικό βάδισμα, ο ουρανός, η μουσική των κουδουνιών, οι μυρωδιές της άνοιξης κι όλα της τα χρώματα, ξέσφιγγαν ό,τι μέσα της ήταν σφιγμένο και τ’ άνοιγαν διάπλατο προς τον κόσμο. Ό,τι ήταν έξω, ήταν και μέσα της. Είμαι ο ουρανός, σκέφτηκε… [σ. 67]

Η Δέσπω, νεκρή και αγέννητη θυγατέρα αντίστοιχα, θα μάθει τα γράμματα, από το μολύβι του Μητσιμπεράτη, τα λόγια της ερημίτισσας δασκάλας του χωριού ή την παλαιά ορθογραφία της κυρα Σίγιας, που γράφει το τρέχη και το πηρούνι με ήττα. Θα αναζητήσει τον καθαρμό από την φύση, θα βιώσει μια σχέση έντονης εξάρτησης με την Sian as Pauline  LeonΛίγια, θα συνυπάρξει με περιφερειακούς χαρακτήρες μιας περιφέρειας που αναπαράγεται στον μικρόκοσμό της, από τον τρελό ως τις αρχές του τόπου και θα περάσει την Μεγάλη Εβδομάδα έχοντας κρυμμένες τις δικές της Εβδομάδες, ή καλύτερα, Χρόνια ολόκληρα Παθών, προτού φτάσει ως την άκρη τους. Κι όταν τελειώσει κι αυτή η άκρη, η τραγική ζωή της θα χωρέσει σε λίγες σελίδες.

Αν η «Ξένη» της πρώτης και μεγαλύτερης νουβέλας είναι πλήρως εξαρτημένη, εκείνος της δεύτερης διαβιεί σε πλήρη ανεξαρτησία στην αυτοσχέδια παράγκα του σε μια απότομη παραλία. Και εκείνος έχει άγνωστο παρελθόν, που μια περαστική παρέα του κολλά ερήμην του, σαν ουρά από πολύχρωμα χαρτάκια σε ξεσχισμένο χαρταετό. Ο ζωγράφος Γκράχαμ ακούει διαρκώς μια χιλιοπαιγμένη κασέτα με το Άστραλ Γουίκς του Βαν Μόρρισον, προκαλεί ανάμεικτες αντιδράσεις στα προσκεκλημένα μέλη της, έλκει και έλκεται από την Μαρία, εκτοξεύει θραυσματικά κοινωνικά σχόλια, χάνεται σε μια φωτογραφία, DSC03274αναζητά τις απαντήσεις του στην έρημη φύση και πασχίζει να επανασυνδεθεί με την τέχνη του, με τον τρόπο…

…που σαν ζωγράφος ανάσαινε, αργά και βαθιά, όποτε βρισκόταν έξω στην ύπαιθρο έχοντας μπροστά του τον άδειο μουσαμά, που σιγά σιγά γέμιζε, και παραπίσω έναν δρόμο που ξετυλιγόταν ευθύς ή καμπυλωτός, ένα χάλασμα, τον ουρανό· κι ένιωθε τον τρόπο που κοιτούσε σαν ζωγράφος, πως μάτια και παραμέσα κι άλλα μάτια, κι άλλα πιο μέσα, άνοιγα απανωτά, για να φτάσει ο κόσμος ως τα δάχτυλά του που βαστούσαν το χρωστήρα και να γίνει εικόνα. [σ. 132]

DSC04108Αν η «επαρχιακή» ζωή αγωνίζεται να ξεγλιστρήσει από την  μοναξιά και τον κοινωνικό έλεγχο, οι αγώνες των ξένων που επιχειρούν εκεί να συνεχίσουν ή να επανασυγκολλήσουν την ζωή τους μοιάζει ακόμα δυσκολότερη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι χαρακτήρες των ιστοριών προσπαθούν να σταθούν σ’ έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν λανθασμένα ή τυχαία, ψυχανεμιζόμενοι την ίδια στιγμή πως , ό.τι συνέβαινε, δε συνέβαινε τυχαία, πως υπήρχαν αντιστοιχίες κι αναλογίες στα πράγματα, συμμετρίες, αντιθέσεις που τόνιζαν τις συμμετρίες αυτές και, σαν κλειδί στην κλειδωνιά του, κλείδωναν τις αντιστοιχίες, τη μια μέσα στην άλλην, και κύκλοι έκλειναν και μεγαλύτεροι ανοίγονταν. [σ. 27]

Εκδ. Γιάννης  Πικραμένος, 2011, σελ. 144.

Ο συγγραφέας (και μεταφραστής) στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Ο πρώτος και τελευταίος πίνακας είναι του Γιάννη Κολέφα από το Σταυροσκιάδι Πωγωνίου,  ενώ ο ενδιάμεσος απεικονίζει πώς φαντάζομαι την Δέσπω.  Οι δυο φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.

Χάρης Μαυρομάτης – Οι εξορίες του ιεροκήρυκα Σέργιου Σκανδάλη

mayromatis-exoriesΑκόμα και εξόριστος στα κακοκτράχαλα βουνά, ο άλλοτε κοσμικός ιεροκήρυκας μικρής επαρχιακής πόλης Στέργιος Σκανδάλης δεν ξεχνάει τις συνήθειές του: ελαφρό ρίμελ και σκιά στο κάτω μέρος των ματιών του και αραιό άρωμα στην άκρη του μαντιλιού του. Έτσι επιτηδευμένα ταλαιπωρημένος βγαίνει από τον ξύλινο οικίσκο του περιορισμού του Δασικό Χωριό Κέδρος μπροστά στην θέα, ενώ στα αθέατα μέρη πίσω από το βουνό πνέει τα λοίσθια ο εμφύλιος. Αλλά τα δάκρυά του διαλύουν κάθε καλλωπισμό και μετατρέπονται σε κόκκους δύσοσμους και ελεεινούς όπως οι κόκκοι της αμαρτίας του Αγίου Αντωνίου των Ερήμων ή ο λεροί βόστρυχοι του Αγίου Συμεών του Στυλίτη, ο οποίος έπασχε, ως γνωστόν, από έναν έντονο χριστοκίνητο μαζοχισμό ακραίας μορφής.

Μόνο η Αγία Γραφή και το Ιερό Κοράνι γαληνεύουν τον ιεροκήρυκα από τον εξοριακό πόνο. Όσο κι αν ξαποσταίνει όμως στους παρηγορητικούς τους λόγους, του λείπει το δεσποτικό του Αγίου Νικολάου, στη μέση του ναού, με το απέναντι παράθυρο να βλέπει το μπαλκόνι του σπιτιού της κυρίας Θέκλας, γηραιάς κυρίας αλλά ικανής συνομιλήτριάς του. Τα λόγια του τελευταίου κηρύγματος στον εσπερινό της Αγίας Άννας στις 8 Δεκεμβρίου 1949 έρχονται και ξανάρχονται στο μυαλό του. Όταν κατέβηκε από το δεσποτικό και βγήκε από τον ναό, τον περίμενε η πατρική αγκάλη του Μητροπολίτη Άρτης, που με το στρατιωτικό τζιπ τον οδήγησε στην εξορία για ίαση της ψυχής και καταλάγιασμα του πνεύματος.

~~~Εκεί που βρίσκεται τώρα οι λέξεις περισσεύουν, καθώς δεν χρησιμοποιεί παρά ελάχιστες για τις ανάγκες του, ενώ οι σωματικές του ταραχές απαλύνονται στο σώμα της γης, ανοίγοντας οπές στο πετρωμένο χώμα ή το παγωμένο χιόνι. Ήχοι που τον συντροφεύουν: οι χτύποι του καλεμιού από τους Καλαρρύτες, οι τσελιγκάδες του Συρράκου, τα σφυρίγματα των ζωοκλεφτών, η ψαλμωδία ενός ιερέας από το Μυρόφυλλο των … Τρικάλων. Συχνοί επισκέπτες του οι αντάρτες που έρχονται να πιούν και να πλυθούν, ενώ οι αυτοσχέδιες λειτουργίες του στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού έχουν ως αντίφωνο τον βόμβο των εκρήξεων. Μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας διαφορετικός επισκέπτης, ο νεαρός Νικόλαος Κοντόπουλος που επιθυμεί να γίνει μοναχός και του υπόσχεται την επιστροφή…

Θα σε πάρω πρώτα πρώτα εσένα αποδώ και θα σε κατεβάσω στην πόλη, να βρεις τους άμβωνες που σου έλειψαν. Θα σε αφήσω εκεί να μείνεις στα κελιά του Αγίου Κωνσταντίνου και να γυρνάς τις νύχτες σα φάντασμα στις εκκλησιές που άφησες γύρω σου. Να εμφανίζεσαι ξαφνικά στις απογευματινές συγκεντρώσεις των γυναικών, στα τζάμια των καφενείων των αντρών τις νύχτες του χειμώνα. Να περπατάς υπό βροχή ως σύνολο οστών και δέρματος στον έρημο κεντρικό δρόμο και να τρομάζεις τους χωροφύλακες που περιπολούν.

Άγιος Βασίλειος 4Ο επιστροφέας κουρνιάζει σε εγκαταλειμμένο σπίτι, ξεχνιέται με τα απομεινάρια του αλλοτινού κατοίκου –  ζωγραφισμένα σκηνικά θεάτρου και σχέδια ανάπλασης της πόλης –  και επαναλαμβάνει τα σπαρακτικά του κηρύγματα στον άμβωνα ως άγνωστος και σαλός ή σε μια ολονυχτία απέναντι απ’ την κόγχη του ιερού του Αγίου Βασιλείου, της ταπεινής βυζαντινής βασιλικής της πόλης. Στην δεύτερη αυτή εξορία του, μέσα στον κόσμο αυτή τη φορά, ανακαλεί πλήθη οικογενειακών αναμνήσεων, βρίσκει μια ιδιότυπη προστασία από κάποιον μυστηριώδη πολίτη, ενοικεί υπό την σκέπη των τριών μονοθεϊσμών και οδηγείται στην πολυπόθητη συνάντηση με τον Ιβηρίτη πλέον μοναχό Ευσέβιο, πρώην Νικόλαο, που προσθέτει την δική του αδιανόητη ιστορία, με προσωπικές αποκαλύψεις στο σπειροειδές σχήμα του δαπέδου στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ιβήρων, φώτα άκτιστα και ειλητάρια μικροσκοπικά. Ένας πλαγιογράμματος σχολιαστής μπολιάζει με ειρωνεία την συγγραφική πένα, ενώ ένας άλλος πρωτοπρόσωπος παρατηρητής εμπλέκεται με τον δικό του τρόπο στην ιστορία.

Ο ναός της Παρηγορήτριας  της Άρτας - 1897Όπως και στον Κήπο των Νεκρών, την προηγούμενη, νουβέλα του συγγραφέα, έτσι κι εδώ ο αναγνώστης βρίσκεται εν μέσω διαφορετικών ειδών και αντικρουόμενων διαθέσεων. Η πίστη δανείζεται από την βλασφημία, η θρησκευτικότητα διασπάται από την αποκαθήλωσή της, η σοβαρότητα των καταστάσεων με την διακωμώδηση των συστατικών τους, η συγκινησιακή διήγηση από μια οξύτατη παρωδία. Ο πυρήνας όμως της αφήγησης είναι κατάφωτος αναζητήσεων που σκοπίμως μένουν ημιτελείς, όπως η ομίχλη της άλλοτε περίλαμπρης πόλης με την απωλεσθείσα (ή κρυμμένη) βυζαντινότητα, καθώς οι σύγχρονοι περιπλανώμενοι της παραδίδονται ή κατασκευάζουν ή διαφεύγουν από τις αμέτρητες προσωπικές εκδοχές του Θεού ή ενός Θεού, που, όπως εκείνος του Στέργιου, «είναι ρευστός, παίρνει το σχήμα του δοχείου όπου τον τοποθετεί».

Per_66491Ο συγγραφέας (Άρτα, 1946) εργάστηκε ως δημοσιογράφος και τραπεζικός. Καθώς, όπως μαθαίνω, επικοινωνεί σπάνια με τον συγγραφικό και αναγνωστικό περίγυρο, ας γνωρίζει πως είναι προσκεκλημένος στο Αίθριο του Πανδοχείου.

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 114

.Στις εικόνες: ο Άγιος Βασίλειος στην Άρτα, μια ιδιαίτερη περίπτωση περικαλλούς ναού που επιτέλους βρίσκει τη θέση του στην λογοτεχνία και η περίφημη Παρηγορίτισσα με τιμητική φρουρά εις ανάμνησιν.