Ζωρζ Σιμενόν – Η φυγή του κυρίου Μοντ

TELIKO FYGH

Η επιθυμία της απόδρασης, της νέας  – ακόμα και κατώτερης της τρέχουσας – ζωής και της ανωνυμίας δεν θα μπορούσε να λείπει από τις πλείστες φαντασιώσεις του μέσου αστοανθρώπου που έχει περιγράψει η τρικυμιώδης πένα του Βέλγου Μαιτρ. Μιλάμε για έναν πόθο ευσεβή, ευσεβέστατο, που δεν γνωρίζει όρους και όρια, μα κάνει τα γλυκά μάτια ακόμα και στους «ευτυχείς»· ή στους φαινομενικά ευτυχείς. Έτσι και ο 48χρονος Νορμπέρ Μοντ, με την «ολοκληρωμένη» οικογένεια και την επιτυχημένη επιχείρηση σε μια έκλαμψη της στιγμής κάνει την κίνηση που όσο δύσκολη φαίνεται, τόσο εύκολα πραγματοποιείται. Κι εμείς στην αρχή διαβάζουμε τις δυο εκδοχές της εξαφάνισής του, την καταγγελία της γυναίκας του στην αστυνομία (γεμάτη με αλήθεια, που όμως «συμβαίνει να είναι το μεγαλύτερο ψέμα») και την τριτοπρόσωπη διήγηση του συγγραφέα.

Georges-SimenonΚανένας εσωτερικός διάλογος δεν τον ταλανίζει, καμιά σκέψη δεν παρεισφρύει στην ημέρα της εξαφάνισης. Μόνο ο ήλιος παίζει τον ρόλο του. Η μεταμόρφωσή του ξεκινάει από το κουρείο και συνεχίζεται με περιπλάνηση σε άγνωστες γειτονιές. Νωρίτερα είχε δει την αναχώρησή τους σε όνειρο, μαζί με αληθινές εικόνες σαν κι αυτή: Ξαφνικά πέρασε μια γυναίκα. Δεν είδε παρά μια μαύρη σιλουέτα και μία ομπρέλα. Περπατούσε γρήγορα στο γυαλιστερό απ’ τη βροχή πεζοδρόμιο, συγκρατώντας το φόρεμά της με το ένα χέρι, θα χανόταν στρίβοντας στη γωνία του δρόμου, χάθηκε, και τότε του ήρθε η επιθυμία να τρέξει, να ξεφύγει απ’ το σπίτι· του φάνηκε ότι μπορούσε ακόμη να το κάνει, ότι θα αρκούσε μια μεγάλη προσπάθεια, και ότι μόλις θα βρισκόταν έξω θα σωζόταν. [σ. 38]

couloirΑυτός ο άνθρωπος που πάντα φοβόταν μην προκαλεί, μην τυχόν και δεν βρίσκεται στη σωστή του θέση, μήπως γίνεται ενοχλητικός, τώρα δεν έχει καμία θέση πουθενά. Σηκώνει τα απαραίτητα χρήματα, αγοράζει πρόχειρα ρούχα κρύβοντας το καλό του κουστούμι, αφήνεται να παρασυρθεί από το πλήθος, μπαίνει στο τρένο, αλλάζει σταθμούς, καταλήγει στο λιμάνι της Μασσαλίας και παρατηρεί τον κόσμο, «έκπληκτος που η ζωή συνεχιζόταν». Στο ξενοδοχείο όπου καταλύει γίνεται αυτήκοος μάρτυρας του τσακωμού ενός ζευγαριού από το διπλανό δωμάτιο· η βίαιη συμπεριφορά του άντρα και η αποχώρησή του σηματοδοτούν την δική του είσοδο στη ζωή της Ζυλί. Μόνο που εδώ δεν ακολουθεί κανένας αναμενόμενος θυελλώδης έρωτας αλλά μια περιπλάνηση σε ταβερνεία και μπαρ, μια συνύπαρξη στον πραγματικό έξω κόσμο, στις έρημες αίθουσες αναψυχής και στους νυχτερινούς δρόμους, στα ξενοδοχεία και στα τραίνα.

Άλλη μια εικόνα που είχε πολλές φορές εντυπωσιάσει τον κύριο Μοντ, μια εικόνα που την αντικρύζεις στους δρόμους του Παρισιού όταν ρίχνεις το βλέμμα σου στις τζαμαρίες των εστιατορίων: Αντικρυστά, έχοντας ανάμεσά τους ένα τραπέζι απ’ όπου έχουν σηκώσει τα πιάτα, με λερωμένο τραπεζομάντηλο, φλιτζανάκια του καφέ, ποτήρια του κονιάκ ή του λικέρ, ένας άντρας κάποιας ηλικίας, καλοζωισμένος, ξανανιωμένος, με ευτυχισμένο και κάπως ανήσυχο βλέμμα, και μια νεαρή γυναίκα με την τσάντα της στο ύψος του προσώπου και ένα καθρεφτάκι στο χέρι να ξαναβάφει το πάνω τόξο των χειλιών της. [σ. 90]

Τώρα οedward hopper 2 Μοντ δεν είναι ο Άνθρωπος που έβλεπε τα Τραίνα να περνούν (παρά το γεγονός ότι διατηρεί κοινά στοιχεία με τον έτερο εμβληματικό σιμενονικό χαρακτήρα) αλλά ο Άνθρωπος που βρίσκεται ο ίδιος μέσα στα Τραίνα. Τώρα αΑναγνωρίζει πως όταν αποφάσισε να φύγει δεν ένιωσε καμία έκπληξη ή ταραχή με την απόφαση: ήξερε πως ήταν μοιραίο να συμβεί, σαν μια νομοτέλεια του βαθύτερου εαυτού. Είναι ευτυχισμένος κάθε φορά που κοιτάζει τον κόσμο από το παράθυρο, που κινείται σ’ ένα κόσμο άλλων διαστάσεων. Η σποραδική ερωτική του επαφή με την Ζυλί είναι απλώς αυτονόητη. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσαν να σηκωθούν και οι δυο και να πουν αντίο, να φύγει ο καθένας απ’ τη μεριά του και να μην ξαναϊδωθούν ποτέ. Θα νόμιζε κανείς ότι δεν ήξεραν πώς έπρεπε να το κάνουν και γι’ αυτό έμειναν εκεί. [σ. 94]

Image 043Η ησυχία βάραινε τους ώμους, η αίθουσα έμοιαζε έρημη, ο αέρας ήταν σαν να είχε μείνει μετέωρος, ανάμεσα στους αραιούς πελάτες, και κάθε θόρυβος ακουγόταν μεμονωμένος, έπαιρνε σημαντικές διαστάσεις, κάποιο επιφώνημα από κάποιον που έπαιζε χαρτιά, το χτύπημα απ’ τις μπίλιες του μπιλιάρδου, ο ξερός γδούπος απ το συρτάρι με τις πετσέτες που το ανοιγόκλεινε το γκαρσόν. Οι λάμπες άναψαν, και υπήρξε κάποια ανακούφιση, αλλά τότε, μες στο σούρουπο, το γκρίζο θέαμα του δρόμου έγινε θλιβερό, μια περίεργη ακολουθεί από άντρες, γυναίκες, παιδιά που προχωρούσαν βιαστικά ή αργά, διασταυρώνονταν, προσπερνούσαν, χωρίς να γνωρίζονται, πηγαίνοντας ο καθένας ένας Θεός ξέρει προς ποια κατεύθυνση ή πουθενά  συγκεκριμένα, ενώ τα τεράστια λεωφορεία μετέφεραν στριμωγμένα ανθρώπινα φορτία. [σ. 95]

M.67.25.18Ακόμα κι όταν του κλέβουν τα χρήματα, αισθάνεται ακόμα πιο ελεύθερος· η Ζυλί κάποτε σχολιάζει: «Δείχνεις πάντα ευχαριστημένος…Θα μπορούσε να σε βάλει κανείς σε οποιαδήποτε κατάσταση». Είναι θέμα χρόνου για τον κύριο Μοντ να βυθιστεί σε ακόμα πιο διαφορετική ζωή. Θα εργαστούν μαζί σε νυχτερινό κέντρο, εκείνη ως κονσοματρίς, εκείνος ως οικονόμος, θα βιώσουν τον κόσμο της νύχτας, θα ξαναβρεί την πρώτη του σύζυγο – που κάποτε συνέλαβε με άσεμνα σκίτσα στο συρτάρι της -, θα την βοηθήσει στον κατήφορο της ζωής της, αλλά για άλλη μια φορά δεν θα πράξει το αναμενόμενο, κοινώς δεν θα συνεχίσει τον ημιτελή τους έρωτα.

Υπάκουσε σαν μικρό κοριτσάκι. Και, έτσι όπως ήταν αυτή τη στιγμή, έδειχνε ακόμα πιο παιδούλα και ταυτόχρονα πιο γερασμένη απ’ ό,τι ήταν όταν τη συνάντησε το πρωί στην πόλη. Και εκείνος, όταν στεκόταν ένα τέταρτο μπροστά στον καθρέφτη για να ξυριστεί, έδινε την εντύπωση ενός γερασμένου παιδιού. Άραγε ένας άντρας είναι ποτέ κάτι άλλο; Μιλάς για το χρόνο σαν κάτι υπαρκτό. Μετά αντιλαμβάνεσαι ότι μεταξύ της στιγμής που πήγαινες σχολείο, και μεταξύ της στιγμής, ακόμη και εκείνης που μια μητέρα σε νανούριζε στο κρεβάτι ή αυτής που ζεις… [σ. 178]

…και εδώ κόβεται ο συλλογισGeorges Simenon Original Art by Ronald Searleμός του κυρίου Μοντ ή του συγγραφέα, γνωρίζουμε τι υπάρχει ανάμεσα στις αναφερόμενες στιγμές, ένας χρόνος απόλυτα σχετικός και αναμφίβολα απερίγραπτος. Προς τα πού φεύγει τελικά ο κύριος Μοντ; Προς τη νεότητά του, προς μια εναλλακτική ζωή, προς το πρώτο περαστικό ρεύμα; Ή απλά δεν έχει σημασία πού πηγαίνει αλλά το ότι πηγαίνει; Προσοχή, στο τέλος θα είναι απρόβλεπτος για πολλοστή φορά. Ένα είναι βέβαιο: ποτέ δεν θα θεωρήσει ξανά τη ζωή μονότονη.

Ζωρζ Σιμενόν: αυτός ο αστείρευτος κατασκευαστής ιστοριών, αυτή η αδιανόητη μηχανή (εκατοντάδων…) μυθιστορημάτων που έζησε στις δυο αμφι-ατλαντικές ηπείρους και ολοκλήρωσε την δαιμονιώδη του γραφή με εξίσου ογκώδη απομνημονεύματα δεν υπήρξε απλώς πολυαγαπημένος των αναγνωστών αλλά και τιμημένος των ομότεχνών του – ένα δείγμα επιστολικών φιλοφρονήσεων από τους Αντρέ Ζιντ, Μαξ Ζακόμπ, Χένρυ Μίλλερ, Φρανσουά Μωριάκ, Πιέρ Μακ Ορλάν κ.ά. περιλαμβάνονται στο επίμετρο της έκδοσης.

Εκδ. Άγρα, 2012, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, σελ. 205 [George Simenon, La fuit de monsieur Monde, 1945].

Χρήστος Αστερίου – Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη. Μια αληθινή ιστορία

xaΤο κτίσμα της μνήμης

Είναι παράξενο, σκέφτηκε ο Ρέμβης, το πώς λειτουργεί ο μηχανισμός αποτύπωσης των εικόνων στο μνημονικό του ανθρώπου. Θα ’λεγες πως υπάρχει στο κεφάλι μας μια ακίδα που εγγράφει τις στιγμές της ζωής σε μια εύπλαστη επιφάνεια, σ’ ένα είδος μαλακού βινυλίου, στα αυλάκια του οποίου μπορεί κανείς ν’ ανατρέξει για πολλά χρόνια και να τις αναπαραγάγει μέχρι να σβηστούν και να χαθούν για πάντα. Η ακίδα αυτή ειδοποιείται από καιρού εις καιρόν απ’ τις αισθήσεις χαράσσοντας βαθύτερα τα γεγονότα εκείνα που κρίνονται ως κομβικά στη ζωή του καθενός, στιγμές που ξεχνιούνται δυσκολότερα και που σε κάθε περίπτωση αναδύονται στην επιφάνεια του παρόντος με μεγαλύτερη ευκολία όταν και εφόσον αναζητηθούν. [σ. 55]

Οι σκέψεις του Ιάσονα Ρέμβη δεν αποτελούν μέρος μιας αφηρημένης προβληματικής πάνω στη μνήμη αλλά έκφραση μιας ολόκληρης διανοητικής έρευνας πάνω στην λειτουργία εκείνου που μοιάζει να αποτελεί την μόνη «πατρίδα» ή την μόνη «περιουσία» ενός ανθρώπου. Αυτή η ενδελεχής ανίχνευση μιας συνολικής μνήμης άρα κι ενός ολόκληρου παρελθόντος είναι για τον Ελληνοαυστραλό ζωγράφο – κεντρικό χαρακτήρα του «αληθινού» αυτού μυθιστορήματος – κυριολεκτικά θέμα ζωής και θανάτου: ακριβώς έχοντας αποφύγει τον θάνατο σ’ ένα αυτοκινητικό ατύχημα και αντιλαμβανόμενος πως μόνο με την επιστροφή στην γενέθλια γη μπορεί να αντικρίσει την πραγματική του ζωή. Σε αυτούς τους τόπους ευελπιστεί να ακούσει περισσότερο τα αποτελέσματα της ακίδας πάνω στην μνημονική επιφάνεια:

941117_10151604913688633_887060396_nΕίναι, όμως, και κάποιες φορές που η οξεία αυτή ακίδα ενεργοποιείται αφ’ εαυτής, χωρίς την παρέμβαση και τη μεσολάβηση των αισθήσεων, εγχαράσσοντας μέσα μας εικόνες τυχαίες, φαινομενικά ασήμαντες, χωρίς συγκεκριμένο λόγο και χωρίς αιτία, εικόνες που άξαφνα προβάλλονται μπροστά μας χωρίς να τις περιμένουμε και χωρίς να τις έχουμε ζητήσει. Γιατί ποιος είναι ο λόγος, αλήθεια, που είχε αποτυπωθεί μέσα του τόσο έντονα αυτή η συγκεκριμένη στιγμή […] ή εκείνος ο περίπατος που δεν συνδεόταν με κανένα ιδιαίτερο περιστατικό; [σ. 55]

Μπροστά στην εκκωφαντική παρουσία του πεπερασμένου της ζωής ο Ρέμβης καλείται να αποφασίσει ποιος είναι ο πίνακας που θα τον χαρακτηρίσει εσαεί και θα «φέρει» εντός το ίχνος της ζωής του δημιουργού του. Αλλά η λίστα των επιτυχημένων έργων του παραμένει σιωπηλή: κανένα δεν συμπυκνώνει όλα όσα εκείνος επιθυμεί· όλα μοιάζουν με απλά προσχέδια, «δοκιμές για μια εικόνα που δεν ευτύχησε ποτέ να ολοκληρωθεί». Η φιλοτέχνηση ενός οριακού έργου τέχνης δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αντίστροφη μετανάστευση από την Μελβούρνη στην γενέθλια Αθήνα. Με οδηγό την παιδική του ηλικία και ιδίως μια φωτογραφία που χάνεται στα πέντε πρώτα α-θύμητα χρόνια της ζωής του αναζητά το σπίτι στο φόντο της και νοικιάζει ένα διαμέρισμα σ’ ένα κτίριο που σχεδόν ταυτίζεται με το αλλοτινό. Σ’ αυτόν τον χώρο αναμένει την εμπύρετη έμπνευση που θα διοχετεύσει όλες του τις δυνάμεις σε έναν μοναδικό πίνακα.

X.A.Όσο ο αφηγητής βυθίζεται στα κατάβαθα της μνήμης του, εισχωρεί και στα έγκατα του παλιού κτιρίου, με το ξεχαρβαλωμένο παλιό ασανσέρ σαν γέρικη νοητή ραχοκοκαλιά του και τον καυστήρα με την παλιά δεξαμενή του πετρελαίου «ίδια με καρίνα πλοίου που έχει προσαράξει σε αβαθή νερά και σαπίζει αργά στην ακινησία του βυθού». Η παράλληλη αυτή διείσδυση αποδίδεται με ιδιαίτερα υποβλητικό τρόπο αλλά και με μια γλώσσα που με χειρουργική προσοχή και ακρίβεια όσο και πλούτο αποδίδει ακόμα κι εκείνα που δύσκολα περιγράφονται. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, από την άλλη, προσπαθεί να καταγράψει το ταξίδι του σε αποσπασματικές σημειώσεις παλαιότερης και τρέχουσας μνήμης: Αν κάθε ποιητής (γιατί κι εμείς οι ζωγράφοι ποιητές είμαστε) για να είναι σημαντικός πρέπει να χτίσει ένα δικό του κόσμο, καινούργιο, διαφορετικό, τότε το δικό μου συμπαντικό οικοδόμημα θα πρέπει να ήταν πολύ σαθρό για να καταρρεύσει στα μάτια μου. Πρέπει να βρω το γιατί. +++ (Εδώ να επανέλθω). [σ. 74 – 75]

5878252248_17086271b4_zΑν το κουβούκλιο του ασανσέρ στέκει παρατημένο, τότε μένει το κλιμακοστάσιο ως η μόνη «ζωντανή» δίοδος όσων έχουν απομείνει στο κτίριο και εδώ ο Ρέμβης θα συναπαντηθεί με την γηραιά σοπράνο Μαρίκα Ναβάρου, πολυετή ένοικο που παρ’ ολίγο να συνυπάρξει με την παιδικότητα του καλλιτέχνη – ερευνητή. Η προσωπική αφήγηση της ζωής της, στο κέντρο της οποίας χαίνει το τραύμα της απώλειας ενός παιδιού, αποτελεί για τον συνομιλητή της μια διπλοτυπία αφήγησης πάνω στην δική του, όπως ακριβώς η αντιπαραβολή και σύμμειξη της παλιάς και της καινούργιας φωτογραφίας του κτίσματος.

Για ποια «μνήμη αιωνία» γίνεται λόγος όταν κανείς μας δεν γνωρίζει ποιος υπήρξε ο πατέρας του προπάππου του, για παράδειγμα, όταν δεν έχουμε δει ποτέ το πρόσωπό του, όταν αγνοούμε τα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες ενός συγγενής που έζησε μόλις μερικές γενιές πριν από μας. Πολλοί χαμένοι άνθρωποι πίσω μας, πολλοί ξεχασμένοι…[σ. 24]

Μόνο που για τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είμαστε σίγουροι, ή, για να μιλήσω απολύτως υποκειμενικά, δεν είμαι βέβαιος αν όλα αυτά συμβαίνουν στην μυθοπλασμένη πραγματικότητα. Ο Ιάσωνας Ρέμβης μού μιλάει αλλά δεν έχω κανέναν μάρτυρα, και καλούμαι να πιστέψω αποκλειστικά την δική τουΑπέραντα άδειο σπίτι - Τάσος Χώνιας διήγηση. Η πατρική του εστία μένει παραδόξως ακατοίκητη, ενώ όσο αντιλαμβάνεται την μέγιστη αλλαγή της πόλης άλλο τόσο το σπίτι στο οποίο κάθε φορά επιστρέφει μοιάζει ανέγγιχτο από τον χρόνο. Η κρίβεια των λέξεων αντικρούεται από την θαμπή, ενίοτε ονειρική διάσταση των σκέψεων.

Μπορεί ο χρόνος να παγιδευτεί σε κάποιο τόπο ή να περικλειστεί σ’ ένα έργο τέχνης; Μπορεί η επιστροφή στην πολεοδομική μήτρα να ενεργοποιήσει άλλου είδους επιστροφές ή, έστω, εμπνεύσεις;  Ή μήπως η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί παρά μια πρόφαση για την καταβύθιση προς τα πίσω; Κρύβεται στους παρελθοντικούς μας τόπους ακόμα κάποιο απαράλλαχτο κομμάτι του εαυτού μας; Έχει νόημα ένα τέτοιο ταξίδι; Κι αν επιτέλους καταλήξει εκεί που ο καθένας επιθυμεί τότε μπορεί να προχωρήσει την ζωή του – ή μήπως τότε είναι που η ζωή δεν έχει κανένα νόημα να συνεχιστεί;

sΌποιος πιστεύει πως το παρελθόν είναι μονάχα χρόνος κάνει σοβαρό λάθος. Εδώ, είναι πρωτίστως τόπος, δεν είναι έννοια αφηρημένη, σκέψη άυλη, αλλά πράγμα χειροπιαστό, μορφοποιημένο, είναι κάτι που το βλέπεις συνεχώς μπροστά σου, κι όσο κι αν έχεις τη διάθεση να το αγνοήσεις, εκείνο δε σ’ αφήνει να τα προσπερνάς, σ’ αρπάζει αμέσως. Όποιος πιστεύει τη θεωρία περί γραμμικού χρόνου και θεωρεί πως τα έτη διαδέχονται απλώς το ένα το άλλο, πως η κάθε δεκαετία αποχαιρετά και δίνει τη θέση της στην επόμενη, της παραδίδεται ολοκληρωτικά και της βάζει στο χέρι τα σκήπτρα εν είδει σκυτάλης, οφείλει σ’ αυτή τη γειτονιά ν’ ανοίξει τα μάτια το. Εδώ το παρελθόν ζει μέσα στο παρόν, δίπλα του, πλάι του. Δεν είναι μια ενιαία συμπαγής γειτονιά αυτή, είναι πολλές ταυτόχρονα και συνυπάρχουν. [σ. 141]

Εκδόσεις Πόλις, 2013, σελ. 201, με τρεις μαυρόασπρες φωτογραφίες. 1η έκδοση: εκδ. Πατάκη, 2006.

Στην δεύτερη φωτογραφία (τραβηγμένη από τον συγγραφέα): κτίσμα στην οδό Μιχαήλ Βόδα, δρόμο του μυθοπλασμένου κτιρίου, με πολλά εκ των υστέρων ανακαλυφθέντα κοινά στοιχεία.