Αργύρης Χιόνης – Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Παραμυθίες στα χώματα

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
Δεν είναι διόλου ταπεινό
Είναι το δάσος που επιστρέφει
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
Από αυτό που της ανήκει
Και που της πήραμε με τόσο δόλο

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
Δεν παίζει καθόλου
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
Για όλ’ αυτά τα αποφάγια της ζωφιλίας μας
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

…έγραφε ο Αργύρης Χιόνης στη «Μικρή φυσική ιστορία», ένα ποίημα που εμπνεύστηκε από την σύντομη ιστορία «Ο ανδριάντας» και που ο ίδιος το παραθέτει στις σημειώσεις του για να καταδείξει, όπως γράφει, την υπεροχή της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, καθώς, «ενώ η δεύτερη περιγράφει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, η πρώτη με ελάχιστα μέσα και άκρα λιτότητα αναδημιουργεί τον κόσμο». Ο ανδριάντας, πρωτοδημοσιευμένος στο περιοδικό Φάσμα (τεύχος 2, 1982) είναι ένα απολαυστικό διήγημα με επίκεντρο τον ανδριάντα ενός εθνικού ευεργέτη που στήνεται με μοντέλο έναν κτηνοτρόφο που του έμοιαζε και που κατάκοιτος ων, συνεπώς ακίνητος, διευκολύνει τον καλλιτέχνη. Ο συγγραφέας διατρέχει με ειρωνική σκωπτικότητα όλες τις περιόδους του αγάλματος μέχρι το ανεξήγητο πρασίνισμά του  και τις σχετικές λαϊκές εκδοχές, την αποκάλυψη της αηδιαστικής χαλκοπράσινης σάρκας, τις βόλτες του στην πλατεία και την επιθυμία των περιπατητών να απαλλαγούν από τον πρώην ευεργέτη και νυν μπαμπούλα.

Τι ενώνει έντεκα ιστορίες ύψους οριζοντίου; Πρώτα η έμφυτη μυθοπρακτική του συγγραφέα: η κατασκευή ιστοριών από το τίποτα ή το σχεδόν, ο εμποτισμός τους με πολύτιμη σοφία ζωής, η γλυκόπικρη ανάσταση και αποκαθήλωση των αυτονόητων. Όπως η μνήμη του συγκρατεί την γιαγιά του στην περίκλειστη αυλή με τον μικρό λαχανόκηπο να διαβάζει τη Βίβλο, διασκευάζοντας μες στο μυαλό της τα Ιερά Κείμενα σε παραμύθια, έτσι κι εκείνος επαληθεύει την προς αυτόν προτροπή της Ζυράνας Ζατέλη «να γράφει στα χώματα», στο σημείο που όσοι βρίσκονται κάτω από αυτά γειτνιάζουν με όσους βρίσκονται από πάνω. Μόνο που αυτές οι γραφές έχουν έναν βαθύτατο ιαματικό προορισμό: η αποσταγμένη παραμυθία των παραμυθιών του υπήρξε πρώτιστα για εκείνον βαθιά ψυχική ανάγκη να ξεγελάσει τον χρόνο και να κοροϊδέψει τα υπαρξιακά του άλγη.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δεν βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωσε κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε. [«Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν το’ βαλε κάτω», σ. 56]

Γι’ αυτό κι εδώ συνυπάρχουν ο διάχυτος εξομολογητικός τόνος ενός εργάτη των εννοιών που κολυμπά ανάμεσα στην αοριστία, τη σύγχυση και την άγνοια εγκυκλοπαιδικών λημμάτων, προβαίνει σε – συγχωρήστε μου τον όρο – αστυνομική αρχαιολογία και διαπιστώνει την ματαιότητα της έρευνας («Αλφηός συν Αρέθωνι») και η περιπέτεια μιας πέτρας που ζει ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, χωρίς να ενοχλείται από τη μονοτονία της αφού δεν γνωρίζει τι είναι μονοτονία, αλλά γνωρίζει ξαφνικά τόσο τον παράδεισο (χάρη στην σφεντόνα ενός αγοριού βρίσκεται σ’ έναν κήπο), όσο και την κόλαση (παγιδεύεται στην άσφαλτο από το ανέμελο χέρι ενός κοριτσιού) («Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει»). Το επιμύθιο που ολοκληρώνει την κάθε ιστορία αλλά και οι απολαυστικές περί αυτών σημειώσεις δεν μας θρέφουν μόνο με πολύτιμα συμπεράσματα που μοιάζουν δεδομένα μα είναι πάντα φευγαλέα αλλά και μας προσκαλούν στον δικό του δημιουργικό κόσμο.

Από τα Σεπόλια στις ευρωπαϊκές πόλεις και πίσω σε απομονωμένο ορεινό χωριό, βιοπαλαιστής στην Αθήνα και στο Παρίσι, δάσκαλος και μεταφραστής στο Άμστερναμ, κοινοτικός μεταφραστής στις Βρυξέλλες, πάντα ποιητής αλλά και υποκύψας στον δαίμονα της πεζογραφίας, κάποτε και της μετάφρασης (μετέφρασε μεταξύ άλλων Octavio Paz, Henri Michaux, Roberto Juarroz, Nicanor Parra και Jane Austen), ο συγγραφέας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας – αυτή ίσως είναι η ιδανική κατάληξη της πορείας ενός λογο – τεχνίτη που υπήρξε ταυτόχρονα απλός άνθρωπος και ανήσυχος στοχαστής, μάστορας παραμυθιών και φιλόσοφος ουσίας. Γιατί, όπως γράφεται κάπου σε μια ιστορία, μπορεί να μην υψώνεσαι στα ύψη αλλά να απλώνεσαι στα πλάτη.

… η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρία ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων. Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει εν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν. [«Η απουσία», σ. 48]

Η συλλογή κλείνει με την απόλυτη παραμυθία μιας υπερρεαλιστικής αντιστροφής που όλοι ονειρευτήκαμε μικροί: μια ζωόφιλη και ζωοποιό κρεατομηχανή, μια ανώμαλη αντάρτισσα από την οποία ξεπηδούν αγελάδες, βόδια, μοσχάρια και ταύροι που χαιρετούν τον παράξενο, καλό χασάπη και ξεχύνονται προς τα δάση. Αν όμως εκείνος επιχειρήσει να την επιδιορθώσει, παραγεμίζοντάς την με κιμά, τότε κινδυνεύει από μέσα της να ξεπηδήσει μια άγρια πεινασμένη τίγρη… Ο Χιόνης εδώ ξανάγραψε την ιστορία, πράγμα που, όπως για άλλη μια φορά μας αποκαλύπτει στις σχετικές σημειώσεις, θα επιθυμούσε να κάνει με όλο το έργο του, προσθέτοντας: Η αίσθηση, ωστόσο, ότι ζω με δάνειο χρόνο, βαίνοντα σταθερά προς τη λήξη του, με πανικοβάλλει και, αντί να κάτσω με ηρεμία και σύνεση, να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος, με απελπισμένη ανυπομονησία σε νέα λάθη προβαίνω. Ευτυχώς για μας, ο αξέχαστος συγγραφέας προέβη κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του σε πολλά τέτοια «λάθη», να έχουμε να διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε, παραμυθιάζοντας τη δική μας ζωή, όσο διαρκεί. Και να ρίχνουμε στα ελάχιστα δικά μας χώματα λίγο κρασί, σπονδή στη μνήμη του, στο λόγο του και στη μνήμη κάθε λόγου άξιου μνήμης.

Εκδ. Κίχλη, 2008 [Ε΄ έκδ. Σεπτ. 2011], σελ. 126. Με τα σχέδια της Εύης Τσακνιά που δίνουν στην ούτως ή άλλως προσεγμένη έκδοση μια παλαιά εκδοτική ωραιότητα…

όπως, άλλωστε, κι η εμπνευσμένη, πιστή γριά μου Remington που, με τρόπο μαγικό, μεταποιεί σε ποίηση τα βάρβαρα πλήγματα που καταφέρω στα ευαίσθητα πλήκτρα της. [Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου]

Σημ. 1η φωτ. του συγγραφέα: Βασίλης Ψαρρός, 3η φωτ. του συγγραφέα: Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 104. Μαρία Σούμπερτ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο, ‘Η συμμορία της Τήλας’, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάπυρος το 2010. Ήταν ένα βιβλίο χωρίς πόρτες και παράθυρα, ήταν ένα βιβλίο κήπου και βεράντας. Μια ‘συμμορία’ ηλικιωμένων γυναικών συνωμοτούν για να γλιτώσουν τη φίλη τους από το γηροκομείο. Τις αγαπώ πολύ τις γιαγιάδες αυτές, μου έκαναν πολύ καλή παρέα όσο γραφόταν το βιβλίο.

Των γιαγιάδων προηγήθηκε η ιστορία ενός κακόμοιρου εν δυνάμει συγγραφέα –τον οποίο με την απόσταση του χρόνου τώρα πια τον λυπάμαι-. ‘Η Ρόζα στη μέση’ (εκδόσεις Μελάνι, 2008) ήταν οι απεγνωσμένες του προσπάθειες να γίνει ο καλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, χωρίς να έχει γράψει ποτέ του τίποτα. Αφορμή για την δημιουργία της πρώτης ιστορίας –στην οποία βασίστηκε όλο το βιβλίο- ήταν μια συζήτηση περί ‘σοβαρής λογοτεχνίας’ σε μια από τις ετήσιες συναντήσεις που διοργάνωνε το περιοδικό ‘Να ένα μήλο’. Το τι είναι κλασική λογοτεχνία και κατά πόσο πρέπει ο συγγραφέας να έχει εντρυφήσει σε αυτήν υπήρξε το εναρκτήριο λάκτισμα, για να προχωρήσω σε διάφορες άλλες απορίες που προέκυπταν σχετικά με το ρόλο του συγγραφέα.

Αφηγηματικά προϋπήρξε το ‘Club Κυλικείο’, από τις εκδόσεις Κέδρος το 2003, μια φοιτητική απόπειρα να περιγράψω τον τρόπο ζωής στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Και όλα ξεκίνησαν με ‘Τα πράσινα, τα καστανά και τα μαύρα μάτια’, το πρώτο μου βιβλίο, που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Πόλις το 1998. Το βιβλίο αυτό προέκυψε σαν εσωτερική έκρηξη απέναντι στην καταπίεση και το άγχος των πανελληνίων εξετάσεων. Ευτυχώς στη δική μου περίπτωση αυτό εκφράστηκε δημιουργικά…

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις πόρτες ξεπήδησε το 2009 και μια θεατρική πόρτα, με το ‘Invitation to a party – not another fairytale’, το οποίο ανέβηκε από τις Black Dots στο Θέατρο του Ήλιου το 2009 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Στο έργο αυτό ένας παραμυθάς κατεβαίνει στον κάτω κόσμο των παραμυθιών για να συναντήσει όλους τους ήρωες, οι οποίοι έχουν πια πεθάνει. Πρόκειται για μια κωμικοκτραγική γκροτέσκα ιστορία, που γεννήθηκε σε έναν ατελείωτο καφέ στο Φίλιον, στο Κολωνάκι, όταν με τη σκηνοθέτη Ζωή Μαντά εμπνεόμασταν τρώγοντας κέικ.

Παράθυρα άνοιξαν και με τη συλλογή διηγημάτων ‘Η απουσία του έρωτα’ (Modern Times, 2011, σε επιμέλεια Χρύσας Σπυροπούλου), όπου συμμετείχα με ένα διήγημα, καθώς και με τη συμμετοχή μου στη συλλογή ‘Αμ’ έπος ανέργων’ (σε επιμέλεια Μαρίας Κατσοπούλου), που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Βακχικόν σε ebook.

Φεγγίτες που βλέπουν σε αυτή την αυλή ήταν και διηγήματα σε περιοδικά λογοτεχνικά (Να ένα μήλο, Εντευκτήριο, Μανδραγόρας, (δε)κατα, Το Δέντρο).

Φιλοδοξία μου είναι να αργήσει να τελειώσει το κτίσμα αυτό και όταν αυτό γίνει να είναι μεγάλο, ευάερο και ευήλιο, χωρίς σοφίτες και υπόγεια – ίσως μερικούς απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Τα εφηβικά μου αναγνώσματα αφορούσαν κατά κύριο λόγο τον Τόλκιν και τον Στέφεν Κινγκ. Μεγαλώνοντας ανακάλυψα τον Καμύ –τον οποίο και αγαπώ απεριόριστα-, τον Ντέμπλιν, τον Γκρας, τον Μπελ, τον Τζόναθαν Κόου.

Αγαπώ τον Ξανθούλη, τον Μάτεση.

Είναι πολλοί ακόμα, τους οποίους θα θυμηθώ μόλις στείλω τις απαντήσεις και πω… ‘κρίμα, τον ξέχασα αυτόν…’

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αγαπώ τον ‘Πρώτο άνθρωπο’ του Καμύ, την τριλογία του Τόλκιν, το ‘Λοιμό’ του Ανδρέα Φραγκιά, το ‘Βερολίνο Αλεξάντερπλατς’ του Ντέμπλιν και πολλά άλλα βιβλία που αν τα φέρει η κουβέντα θα πω ‘πω πω… ήταν φοβερό’. Δυστυχώς η μνήμη μου δεν ανήκει στα προτερήματά μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι «Γάμοι στην Τιπαζά» του Καμύ είναι το αγαπημένο μου. Εκεί μέσα υπάρχει η πιο όμορφη και απλή περιγραφή που έχω διαβάσει ποτέ, με τον ήρωα να βγαίνει από τη θάλασσα και να κάθεται στην παραλία. Μια εξαιρετική παράγραφος.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν μου είναι εύκολο να με γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος λογοτέχνης –κυρίως όταν ‘διαβάζω’ σε αυτόν κοινές αδυναμίες με τις δικές μου. Προς το παρόν με έχουν θαμπώσει μεγάλοι παγκόσμιοι συγγραφείς και δυσκολεύομαι να δω μπροστά μου…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, συνήθως οι σχέσεις μας τελειώνουν όταν μπει η τελική τελεία. Στη συνέχεια ζητούν περιοριστικά μέτρα εναντίον μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν ξέρω… Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν. Είναι σαν την ερώτηση με τους αγαπημένους λογοτέχνες. Σίγουρα θα μου έρθουν ποικίλες απαντήσεις πολλές μέρες αργότερα…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν με ενδιαφέρει το που βρίσκομαι για να γράψω. Εφόσον έχω στη διάθεσή μου έναν υπολογιστή, μπορώ να γράψω παντού. Καμιά φορά το σπίτι μου ή το γραφείο είναι αρκετά περιοριστικοί χώροι για το γράψιμο. Ένα ωραίο μπαλκόνι, μια ωραία θέα μπορούν κατ’ εμέ να αναπτύξουν τόσο το συναίσθημα, όσο και τη σκέψη. Μερικές φορές είναι απαραίτητα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες απλώς έρχονται με βάση κάποιο ερέθισμα. Είτε πρόκειται για μια είδηση στην τηλεόραση, είτε για μια συζήτηση ανάμεσα σε φίλους, είτε για κάτι που παρατηρώ και βλέπω, ή κάποια ιδέα που έρχεται διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μετά τη συζητάω με φίλους και γνωστούς και την αφήνω να ωριμάσει. Συνήθως οι καλύτερες στιγμές είναι πριν τον ύπνο. Μόλις ξαπλώσω και κλείσω τα μάτια, έχω τις περισσότερες φορές έτοιμη την αρχή, μια καλή συνέχεια, το τέλος. Αν τα απομονώσουμε όλα αυτά καταλήγουμε πως το σύστημά μου είναι: περιβάλλον – συζήτηση – ωρίμανση – ύπνος. Είναι απλό και σίγουρο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν έχω συγκεκριμένη τελετουργία. Εφόσον έχει λειτουργήσει μέσα μου η ιδέα και είναι πλέον έτοιμη να εκφραστεί, τα υπόλοιπα συμβαίνουν αρκετά γρήγορα. Μου αρκεί ένας υπολογιστής, οι απαραίτητες συνθήκες (θερμοκρασία, σκίαση, φαγητό και νερό κτλ.) επιβίωσης του ανθρώπου, και σχετική ησυχία. Δεν ακούω συνήθως μουσική, γιατί δεν την προσέχω όταν γράφω. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είμαι άνευ μουσικών προτιμήσεων. Η πορεία μου από τη Britpop των τελών του ’90, στην σύγχρονη ελληνική και το επονομαζόμενο σύγχρονο ‘έντεχνο’, περνώντας στο μεταξύ από το ρεμπέτικο και το παραδοσιακό, με έχει κουράσει.

Νομίζω πως η λύση μου είναι να καταφύγω στην κλασική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου αφορούν κατά κύριο λόγο τη Θεατρολογία και τη Δραματοθεραπεία. Η σχέση που έχω βρει σε αυτές με τη συγγραφή είναι η επαφή με το θέατρο, η ανακάλυψη της ευρωπαϊκής και ελληνικής ιστορίας μέσω του θεάτρου –μέσω ενός συγκεκριμένου αφηγηματικού μοντέλου. Από την άλλη, η Δραματοθεραπεία προϋποθέτει ειδική φοίτηση στο αντικείμενο αυτό. Ήρθα σε επαφή με την ψυχολογία και την ανθρώπινη ψυχή. Θέλω να πιστεύω πως μου επέτρεψε ένα βαθύτερο βλέμμα στην ανθρώπινη κατάσταση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Βιοπορίζομαι στο χώρο της επικοινωνίας πολιτιστικών γεγονότων. Κάνω αυτό, που όταν βγάζω ένα βιβλίο, κάνουν οι άλλοι για μένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το ‘Να ένα μήλο’ ήταν από τα αγαπημένα μου, μας έδινε βήμα για να μιλήσουμε, όταν δεν είχαμε την ευκαιρία από αλλού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Παρ’ ότι δεν θα είμαι πρωτότυπη, θα πω τον Καμύ. Δεν τον είχα διαβάσει για πολλά χρόνια και αφορμή στάθηκε το βιβλίο του Δημήτρη Στεφανάκη ‘Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι’. Έκτοτε διάβασα πολύ Καμύ και μπορώ να πω με σιγουριά πως τον θεωρώ τον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Νομίζω πως για αυτόν θα ήθελα να κάνω κάποια μονογραφία, παρ’ ότι οι γνώσεις μου τη συγκεκριμένη στιγμή θα ήταν ελλιπείς και η επάρκεια στη γαλλική γλώσσα σκανδαλωδώς ανύπαρκτη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ κινηματογράφο και θέατρο. Κινηματογράφο δεν πηγαίνω συχνά, κυρίως για ταινίες του Tim Burton. Μου αρέσει η σύνδεση του παραμυθιού που δίνει με την πραγματικότητα και το υπερφυσικό με το απλό.

Όσο αφορά στο θέατρο πηγαίνω αρκετά συχνά, αλλά κι εκεί παρατηρώ καλλιτεχνικά μια γενική αμηχανία. Με συγκινεί πολύ ο Δήμος Αβδελιώδης και ο τελετουργικός τρόπος που αντιμετωπίζει το λόγο και τη θεατρική παράσταση.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την ποίηση, πόσο μάλλον να τη γράψω…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα την ‘Ασφυκτική Προστασία’ του Χάινριχ Μπελλ, από τις εκδόσεις Πόλις. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την τρομοκρατία στη Γερμανία του ’70 και την ‘ασφυκτική προστασία’ υψηλά ιστάμενων προσώπων και των οικογενειών τους. Με έναν περίεργο, ανάστροφο και αρκετά περίπλοκο τρόπο μιλάει και για το σήμερα. Για την δαιμονοποίηση της αριστεράς, τον φόβο των ΜΜΕ για κάθε τι ‘έξω από το σύστημα’.

Τι γράφετε τώρα; 

Αν σας πω, μετά θα πρέπει να σκοτώσω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η διαδικτύωση –το fb στη δική μου περίπτωση, καθώς δεν γράφω σε blog ή κάποιο site- έχει τα καλά του και τα κακά του. Έχει το καλό του να μπορεί να μεταφέρει μια είδηση, ένα γεγονός, να ‘επικοινωνήσει’ το οτιδήποτε σε πολύ κόσμο, σε πολύ λίγο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό μπορεί κανείς να γράψει τις σκέψεις του, να πληροφορήσει για κάποια παράσταση, για ένα βιβλίο, να βρει παλιούς φίλους, να κάνει καινούργιους.

Από την άλλη –και το είδαμε τώρα πρόσφατα με τον Γέροντα Παστίτσιο- η επίφαση ανωνυμίας που προσφέρει πολλές φορές οδηγεί σε εκφράσεις που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα γίνονταν. Η ευκολία με την οποία το διαδικτυακό μέσο ‘περνάει’ ως αληθές το κάθε του μήνυμα, θυμίζει λίγο την τηλεόραση στις δεκαετίες 70-80, όπου αν το έλεγαν στις ειδήσεις ήταν σίγουρα αλήθεια. Θέλουμε ακόμα εκπαίδευση κατά κύριο λόγο στον τομέα της ελευθερίας της έκφρασης. Μετά βλέπουμε…

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Λόγω δουλειάς διάβαζα πολλές παρουσιάσεις και κριτικές. Έντυπες και ηλεκτρονικές. Τον τελευταίο καιρό έχω απομακρυνθεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Αν προσπαθήσω να διαβάσω οτιδήποτε στα μέσα μεταφοράς με πιάνει ναυτία. Ως αποτέλεσμα πρέπει να παίρνω δραμαμίνη με συνέπεια να με πιάνει υπνηλία. Είναι φαύλος κύκλος…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ευτυχώς που αναπτύσσονται τα audio books!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές με έχετε καλύψει πλήρως.

Στις εικόνες: Albert Camus, Alfred Doeblin, Gunter Grass, Heinrich Boell, Jonathan Coe.