Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 52 (Ιούνιος 2012)

Ελληνικό Μπονζάι. 50 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Δεύτερο Μέρος (2/2)]

Κοιτώντας τον τέτοιες στιγμές μού φαίνεται πως η γειτονιά μας κάτι παίρνει από την παρουσία του. Τα σπίτια σαν να ψηλώνουν λιγάκι κι οι δρόμοι σαν να πλαταίνουν. Ίσως ολόκληρη η πόλη. Δύσκολο μου φαίνεται να βρίσκεται τέτοιες στιγμές, στην ίδια γειτονιά. Πιο ταιριαστό θα ήταν να βρίσκεται κάπου αλλού. Κάπου με σπίτια μέσα σε κήπους γεμάτους λουλούδια και δέντρα. Σπίτια μεγάλα με σιδερένιες καγκελωτές αυλόθυρες, με φανάρια πάνω στις πέτρινες κολόνες τους.[…] Αφού τα φαντάζεται κανείς, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά. Κι ίσως ο κυριακάτικος γείτονας να το ’ χει στο νου του να φτάσει μέσα στη μέρα σ’ έναν τέτοιο τόπο…

… γράφει ο Γιώργος Αράγης [«Ο γείτονας», σ. 902] μεταφέροντας τις σκέψεις ενός ανθρώπου που παρατηρεί από το παράθυρο του γραφείου του τον γείτονά του απέναντι διώροφου σπιτιού μπροστά σε μικρή ρομβοειδή πλατεία και βρισκόμαστε στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της αφιερωματικής συλλογής μικρών ελληνικών διηγημάτων (παρουσίαση του πρώτου μέρους στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού εδώ). Οι Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου και Βασίλης Μανουσάκης επιμελούνται και αυτό το τεύχος, η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτεχνεί και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. Και βέβαια και ετούτα τα μικρά κομψοτεχνήματα θα προστεθούν την αχανή αποθήκη των ελληνικών αλλά και ξένων μικροδιηγημάτων παντός καιρού και εποχής που εδώ και καιρό συγκεντρώνονται και τακτοποιούνται στην οικεία διαδικτυακή σελίδα.

Σε πολλές περιπτώσεις αρκεί μια ενδιαφέρουσα ιδέα αποτελεί τη ψίχα ταχυτάτων πλην ευφάνταστων ιστοριών. Οι «Ξέφρενοι ιοί» του Δημοσθένη Αγραφιώτη λευκαίνουν τις σελίδες των βιβλίων και στις ποικίλες αντιδράσεις· Πολλοί χαίρονται γιατί νιώθουν σαν τον Μαλλαρμέ μπροστά στην λευκή σελίδα. Άλλοι κλαίνε για την απώλεια της μνήμης. Μερικοί χαίρονται γιατί η ανθρωπότητα θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή. Η Νατάσα Κεσμέτη μας οδηγεί σ’ έναν [μη] αξιομνημόνευτο δρόμο προς τιμή Αγνώστων Μαρτύρων και πάντα γεμάτο Σούλες, η Μάρτυ Λάμπρου στην τραγική εξομολόγηση μιας …κούκλας, η Παναγιώτα Παπαθανασίου σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή ενός καθιερωμένου μαλώματος (που αυτή τη φορά το ασκούν τα παιδιά πάνω στους γονείς τους), ο Δημήτρης Πετσετίδης σε κωμικοτραγική ιστορία διαδικτύου, ο Βασίλης Τσιαμπούσης σε μια ακόμα σκληρή όψη του σαρκοβόρου χρόνου.

Οι ΖΔ. Αϊναλής, Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Βασίλης Γκουρογιάννης, Χρίστος Δάλκος, Γεράσιμος Δεδρινός, Σωτήρης Δημητρίου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Ιωάννα Καρατζαφέρη, Κατερίνα Κοντοπούλου, Χλόη Κουτσουμπέλη, Δ.Γ. Μαγριπλής, Βασίλης Μανουσάκης, Έλενα Μαρούτσου, Μιχαήλ Μήτρας, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ελένη Μπουραντάνη, Ηρώ Νικοπούλου, Ιωάννα Ντούμπρου, Μάκης Πανώριος, Γιάννης Παπαγιάννης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λάκης Παπαστάθης, Βασίλης Ρούβαλης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Άννα Σιγανού, Τάκης Σιδέρης, Αγγελική Σιδηρά, Χριστίνα Συμβουλίδου, Κλαίτη Σωτηριάδου, Αρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ, Γιάννης Τσίγκρας, Μαρία Τσολακούδη, Στρατής Χαβιαράς, Γιάννης Χαιρετάκης, Κατερίνα Χαραλαμποπούλου, Παυλίνα Χατζηγεωργίου, Γιώργος Χουλιάρας, Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου και Χάρης Ψαρράς συμπληρώνουν την σχετική συλλογή.

Το Πλανόδιον βέβαια δεν διαθέτει μόνο τις πενήντα μικρές κουκέτες για τους ακαριαίους συγγραφείς του αλλά και ειδικά δωμάτια σε μπροστινούς και πίσω χώρους: στην Ποίηση οι Αντώνης Ζέρβας, Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Κώστας Ριζάκης, Δημήτρης Αλεξίου, στην οι Ευάγγελος Τζάνος και Φοίβος Πιομπίνος, στις Αναφορές και τα Δοκίμια οι Χάρης Βρόντος, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Γιώργος Αράγης, Γιώργος Βαρθαλίτης, Φώτης Τερζάκης, στους Μονόλογους ο Αντώνης Ζέρβας, στις Εκθέσεις Ιδεών ο Άγγελος Καλογερόπουλος, στα Δυσπώλητα ο Κώστας Κουτσουρέλης, στο Αντιληξιαρχείο ο Γιώργος Ζεβέλάκης (για τον Μιχάλη Κατσαρό ως κριτικό της λογοτεχνίας), Επιστολογραφείο κ.ά.

«Δεν πρόκειται γι’ ανταγωνισμό αντιπαλότητα ή ανταρσία» συλλογιέται «και καμμιάς πλευράς η μάχη δεν είναι χαμένη ή κερδισμένη· ίσως αυτό που μπορεί να δικαιώσει τη ζωή είναι να ολοκληρώσομε ολιγαρκείς αλλά πλούσιοι τον βιολογικό μας κύκλο ξεδιψώντας τον εαυτό μας και τον συνταξιδιώτη μας όπως η βροχή το χώμα· ύστερα να παραμερίσομε κόσμια ή ανεπίληπτα και ειρηνικά για να πάρει σειρά άλλος»…γράφει και ο Παναγιώτης Κουσαθανάς («Η σινιόρα Διοτίμα», σ. 928) πάνω στις σκέψεις του Αναστάση που, ξένος απόψε στο ξενοδοχείο μετά τόσων χρόνων απουσία από το νησί, αναρωτιέται προτού πλαγιάσει «πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η βροχή, πόσων συμπτώσεων κατάληξη είναι η ζωή». [σελ. 851 – 1136]

Λογοτεχνείο, αρ. 122

Στήβεν Βιζίνσεϋ, Εγκώμιον ωρίμων γυναικών. Οι ερωτικές αναμνήσεις του Άντρας Βάιντα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, μτφ. Άννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, σ. 214 – 215 [Steven Vizinczey, In Praise of Older Women. The amourous recollections of Andras Vajda, 1965]

Σ’ αυτό μοιάζω με τους περισσότερους σκεπτικιστές συγχρόνους μου: από τη στιγμή που πάψαμε να τα βάζουμε με τον εαυτό μας για την αδυναμία μας να προσαρμοζόμαστε σε απόλυτες ηθικές επιταγές, αυτοτιμωρούμαστε με τη ράβδο της ψυχολογικής ανάλυσης. Όταν πρόκειται για έρωτα απορρίπτουμε τη διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου υπέρ της διάκρισης μεταξύ «αληθινών» και «επιφανειακών» συνθημάτων. Έχουμε υπερβολική κατανόηση ώστε να καταδικάσουμε τις πράξεις μας· στη θέση τους, καταδικάζουμε τις προθέσεις μας. […]

Απορρίψαμε τη θρησκευτική ηθική επειδή έβαζε τον άνθρωπο σε διαμάχη με τα ένστικτά του και τον ισοπέδωνε κάτω από το βάρος της ενοχής για αμαρτίες που δεν ήταν παρά οι μηχανισμοί των νόμων της φύσης. Δεν έχουμε ωστόσο πάψει να εξιλεωνόμαστε για τη Δημιουργία: προτιμάμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας αποτυχημένους παρά να προδώσουμε την πίστη μας στο εφικτό της τελειότητας. Κρεμόμαστε από την ελπίδα του αιώνιου έρωτα αρνούμενοι ακόμα και την πρόσκαιρη ισχύ του […] να δεχτούμε πολύ απλά ότι ο έρωτας είναι μια εφήμερη αίσθηση, για λόγους που διαφεύγουν από τον έλεγχό μας και απ΄ την προσωπικότητά μας. Ποιος όμως καθησυχάζει με τις ίδιες του τις εκλογικεύσεις; […] Προδίδουμε ακόμα και τη ζωή.