Τα αριστουργήματα της ντροπής

Αφιέρωμα

Άλλο ένα συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr ξεγύμνωσε τις αληθινές μας προτιμήσεις και μας ώθησε να αποκαλύψουμε τα αριστουργήματα που πάντα απολαμβάναμε αλλά ντρεπόμασταν να παραδεχτούμε. Ιδού η δική μας εξομολόγηση (πρώτη δημοσίευση εδώ), ιδού και τα υπόλοιπα κείμενα υπό τον τίτλο Ένοχες απολαύσεις.

Ελεύθεροι – Έμαθα ελεύθερος να ζω

Δεν ξέρω ποιοι τους ονόμασαν Παπαροκάδες, (το ροκάδες δεν ήταν υποτιμητικός όρος από εφημερίδες τύπου Ελεύθερος Τύπος στα 80s;). Προφανώς τίποτα τιποτένιοι ισοπεδωτικοί δημοσιογραφίσκοι. Καλύτερα θα τους πήγαινε Παπα Ρόκερς, Πατερόκερς, Πουρόκερς, έστω. Αφού όμως τους διέφυγε η ειρωνεία του ονόματος και το (καλο)δέχτηκαν, εμάς δε μας πέφτει λόγος. Ακόμα θυμάμαι τον Μουλατσιώτη, πόσο καμάρωνε όποτε τον καλούσαν σ’ εκπομπές, ιδιαίτερα με το ωραίο μαύρο μπερεδάκι με τους σταυρούς, που όμως ήταν καθαρά punk αισθητικής: το είχα δει – το ορκίζομαι – χρόνια πριν στο Remember στην Αδριανού. Μετά είδαμε τον ψυχοτροπικό τους παράδεισο στο Τρίκορφο Δωρίδας, το μνημειώδες κιτς μοναστήρι με τα 1000 σήμαντρα (που θα μπορούσαν με ομαδική κρούση να οδηγήσουν σε παράκρουση υπό το νέο μουσικό είδος bell noise) με γήπεδο μπάσκετ παρακαλώ, όπου ο γνώριμος ψηλός μουσάτος του συγκροτήματος συχνά νικούσε κάτι παιδάκια που τα περνούσε τουλάχιστον τρία κεφάλια.

Πάμε στην θεϊκή μουσική. Στην εισαγωγή, ένα αέρινο συνθεσαιζάρισμα. Μετά είναι αλήθεια τρομάζεις λίγο με τη φωνή, που ο παραγωγός (προφανώς οι ίδιοι, με την συγκινητική διάθεση μάθησης που έχουν στις μονές να κάνουν τα πάντα) έβαλε τόσο μπροστά από τα όργανα. Το ενδιάμεσο μεταξύ κουπλέ ρεφρέν σαφώς φέρει σφραγίδα James, εκείνη την ροκ ποπ έξαρση. Το μόνο λάθος ήταν τα βιντεοκλιπάκια με παλιομοδίτικη τεχνοτροπία 80s, όπου η υποτιθέμενη τρομερή τηλεοπτική συσκευή του μέλλοντος θυμίζει περισσότερο την μαυρόασπρη της γιαγιάς στο χωριό.

Οκ, ο Θεός λυτρώνει και απελευθερώνει. Το ροκ όμως περισσότερο, γιατί λίγο καιρό μετά ο ψηλός Ελεύθερος καλόγερος θα αφήσει το μοναστήρι και το βαρετό μπακότερμα για την ζωή του κοσμικού. Γιατί μέσα στις ροκιές, είδε πως η Ζωή Είναι Αλλού. Αθάνατο ροκ εντ ρολλ, μόνο εσύ βγάζεις τον πραγματικό εαυτό των ανθρώπων!

Χρήστος Αυγερινός – Για τα μάτια του κόσμου

Με χαίτη στο στιλ του Σαράντη Σαλέα και μια ένρινη ερμηνεία που αφήνει μίλια πίσω τον Βοσκόπουλο (τον οποίο κατηγορήθηκε πως μιμήθηκε), ο Αυγερινός εδώ άγγιξε την τελειότητα μ’ ένα άσμα απόλυτου πόνου (η Μαύρη Κυριακή που τραγουδίζει είναι η δικιά μας Gloomy Sunday) αλλά και ένδειξης τζεντλεμανικής ανωτερότητος: Μα όταν πονέσεις και κλάψεις μια μέρα, που δε θα το θελα ποτέ, ποτέ αυτό/ στα χέρια του κόσμου να βάλεις τη βέρα, να μοιραστείτε τον καημό. Σωστός Άρχοντα! Και στα χέρια του κόσμου να (τους) τη βάλει, κι όπου αλλού (όπως υπονοείς)!

Εκπληκτικά γυρίσματα στα κήμπορντς (μ’ έναν πεντακάθαρο ήχο που μόνο τα σκυλαδικίσια πλήκτρα μπορούν να εξαγάγουν), αυτό το στροβιλιστικό ζεϊμπέκικο με τις εμπνευσμένες ομοιοκαταληξίες [ανωτερός μου/φώς μου/κόσμου] λατρεύτηκε από τις δισκοθήκες των Γιαννιτσών ως τα μπαρ των Μολάων Λακωνίας, και το άκουσα αυτοαυτόπως από τις καφετέριες της Τσαριτσάνης επαρχίας Ελασσόνος (τόπος καταγωγής του) μέχρι τα ΚΤΕΛ Κομοτηνής. Ο ορισμός του One hit wonder: ο Αυγερινός δεν επανέλαβε ποτέ την επιτυχία του.

Κάποτε έπαιξα μπάρμαν σ’ ένα πέμπτης κατηγορίας επαρχιακό σκυλάδικο κάπου κοντά στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Με το που μπαίνει ο Αυγερινός (το κομμάτι) ένοιωσα άτρωτος: πέταξα για πρώτη φορά, με τριπλό γύρισμα, το Τζακ Ντάνιελς στον αέρα, κι έπιασε! Στην επόμενη ριξιά, κάποιες μέρες μετά αλλού, με κάτι θλιβερά παλιοροκάδικα, το έκανα χίλια κομμάτια.

Πασχάλης – Παραδώσου λοιπόν

Έχοντας μια εμμονή με την επιστήμη της Ιστορίας είχα πάντα ένα παράπονο: ποτέ η ποπ δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί στιχουργικά με κάτι επικό από δαύτην. Μέχρι το 1987, στο τρομερό comeback του αειίδιου, ανάλλαχτου, αιώνιου Πασχάλη, όπου στην ίδια ποπάρα χωράει μέσα τους Κριτές του Γεδεών, τους Βίκινγκς των Θαλασσών, τους Ρωμαίους, τους Πέρσες, τον Τζένκις Χαν (ενώ φήμες λένε πως στην εξτέντιντ βέρσιον είναι μέσα κι οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες).

Ακριβώς 20 χρόνια μετά, ένας Πασχάλης πάντα χαιτίσιος αλλά αμήχανος κλήθηκε να λογοδοτήσει για ένα στιγμιαίο λάθος και μερικές σπιτικές μαρμελάδες που έφτιαχνε για μια παγανίστρια. Εξαιρετικά άδικο. Δε γίνεται ο τροβαδούρος της αγάπης να εγκαλείται επειδή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να παραδοθεί άνευ όρων, ακριβώς στην γυναίκα με την καλύτερη ιστορική συνείδηση, επαληθεύοντας το τραγούδι. Σαν τον Ιβάν τον Τρομερό, και σαν τον Μέγα Αλεξανδρό…  [καλύτερος ήχος αλλά χωρίς φάτσα Πασχάλη εδώ].

Ρόμπερτ Ουίλλιαμς – Ζήτω η Ελλάδα/Ο ύμνος της γαλάζιας γενιάς

Το κορυφαίο τραγούδι της Γαλάζιας Γενιάς (σε κουβά με μπογιά πέσανε; αναρωτιόταν ο Αργύρης Ζήλος σ’ εκείνα τα (οινο;)πνευματώδη σχολιάκια του στον Ήχο). Αν εγώ ένας Μη ΝουΔός αισθάνομαι τέτοια ανάταση ακούγοντας το κομμάτι, τι θα παθαίνουν οι πιστοί του κόμματος; Πολλαπλούς οργασμούς στην Τσιμισκή και στην Τσακάλωφ; Κάποιος κακεντρεχής ίσως εντοπίσει φτηνό αρμονιάκι που πουλούσαν τότε ακόμα και τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς, αλλά θα τον αγνοήσω. Απορώ πώς οι υπέρμαχοι του τριπτύχου κράτος – θρησκεία – το άλλο ξεχνάω τι είναι – δεν το έχουν ύμνο. Αργότερα ο σεβάσμιος Ρόμπερτ επέμενε πως είχε δει UFO και γενικώς ήταν από τους πρώτους που είχε ασχοληθεί με το θέμα (Respecto, Roberto). Μετά βέβαια σκεφτόμουν ότι μπορεί να έβλεπε τα ΟΥΦΟ του υμνηθέντος κόμματος: πάντα εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία.

Οι Άσοι της Πένας (Μάκης Τριανταφυλλόπουλος) – Διακοπές

Ο άνθρωπος που είναι παντού, άλωσε και το τραγούδι! Ζαμπέτεια εισαγωγή, καρό πουκαμισάκι, ελεεινή εμφάνιση ντουέτου λερών μουσάτων (δίσκος: Τζώνυ – Μαξ – Οι Άσοι της Πένας) η γνώριμη φωνή αρχίζει… Όχι, σήμερα δεν θα μιλήσει για το λάδωμα των πολιτικών αλλά για το λάδωμα της φέτας! At last! ……… ουζάκι με μεζέ/ξυδάτο χταποδάκι/λαδόκολα φτηνή/φέτα με καρπούζι/ψωμάκι ζυμωτό/σαλάτα λαδοτύρι/ξυλάκι παγωτό… Κοινώς, ένας πλήρης κατάλογος ελληνούλικων πλην συμπαθητικούλικων λεξούλων, του γνωστού κλίματος της νεοελληνικής κλαψοκατάστασης με ολίγη από έξω ντέρτια και καημοί. Απέθαντε Μάκη…Κάθε στιγμή που στην εκπομπή σου μαλώνεις τους καλεσμένους – πολιτικούς (οι οποίοι πάντα χαμηλώνουν το κεφάλι ή το βουλώνουν όποτε τους διακόπτεις γιατί στήνουν και πωπό για ολίγη prime time δημοσιότητα), ε βάζε και μετά το Διακοπές, να γελάει λίγο το χειλάκι τους.

Αλέξια – Άσπρο Μαύρο

Τόσο ανεβαστικό, τόσο ερωτικό. Και μια άρτια σύνθεση. Το κορίτσι με τα τεράστια μάτια και την κυπριακή προφορά (αμφότερα στοιχεία ερωτικά, κατ’ εμέ) διπλάρωσε τον χαριτωμένο Χαριτοδιπλωμένο που της έ(γ)ραψε τις κατάλληλες συνθέσεις. Η καλύτερη εκτέλεση παίχτηκε στο ραδιόφωνο, όταν ήταν καλεσμένη σ’ έναν από τους φλώρικους σταθμούς της Θεσσαλονίκης (Ράδιο Θεσσαλονίκη). Οι εκφωνητές με μια γλοιώδη αρρενωποβραχνίζουσα φωνή κάθε φορά χαιρετούσαν τον απλό λαούλη (Καλησπέρα και σ’ εσένα ταξιτζή που μου κάνεις σινιάλο, και σ’ εσένα μπογιατζή με την ταβανόβουρτσα που ανηφορίζεις την Αγγελάκη – προφανώς ο μπογιατζής ήταν εν έτει 1988 καλωδιωμένος, αν και το πιθανότερο είναι να επρόκειτο για παράνομο αφισοκολλητή). Ε, εκεί λοιπόν παίζουν το κομμάτι στο δίσκο, ψιθύριζε η Αλέξια από πάνω, και τους τα συγχώρεσα όλα…

Διάλειμμα για διαφημίσεις

Μέσα στους σκουπιδότοπους των διαφημιστικών jingles οπωσδήποτε κρύβονται σπάνια μονόλεπτα αριστουργήματα. Επιλέγω μόνο δυο τέτοια, ένα παλιό κι ένα καινούργιο: της κολώνιας 4711 (girl group μαργαριτάριον) και το υπέροχο Όπου σαντιγί/γιώτης Γκαρνί!, αυτό το υποδειγματικό (με τρία μέρη) ποπάκι, φανταστείτε το με γυναικεία girl pop φωνητικά στο κλίμα της Creation ή της Sarah (και όχι με τον  παχουλό μάγειρα που γλύφει το υπερμέγεθες δάχτυλό του), και ευ-δαιμονιστείτε!

C.C.Catch – Cause you are young

Το απόλυτο italodisco της εποχής, με στέλνει κατευθείαν στις υποσχέσεις των εφηβικών μου 80s. Εξαιρετικό εύρημα οι πινελιές ηλεκτρικής κιθάρας πάνω στα σύνθια και βέβαια μια Γυναικεία Υποσχετική Φωνή που σου ηρεμούσε τις …εχμ…. ανησυχίες της ηλικίας με λόγια όπως: You’re a hero, You’re a man… You will always be so strong/you are right/don’t give up… Έτσι δυνατός άνδρας ένοιωθα κι εγώ ακούγοντάς το, άλλο αν αμέσως μετά δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε δίκιλο βαράκι. Κάποια στιγμή απογοητεύτηκα όταν έμαθα πως ήταν παντρεμένη μ’ έναν από τους δυο Modern Talking (δεν θυμάμαι ποιον, τον μελαχρινό που είχε μια φορά – αλήθεια – καεί από το σολάριουμ, όπως διάβασα στην Μανίνα της αδελφής μου ή τον ξανθομπούμπουρα, με τα φρικτά, τσιριχτά βήτα φωνητικά του σ’ όλα, μα όλα, μα όλα τα κομμάτια τους). Αλλά τη συγχώρεσα, γιατί σίγουρα αν τη ρωτούσα γιατί όχι μ’ εμένα, θα μου απαντούσε Cause You Are Young! Τώρα που μεγάλωσα, πού είσαι ΣίΣι;

Lucia – Marinero

Σκοτεινά ξημερώματα έξω από το ετοιμόρροπο Λύκειό μου στην Κυψέλη (τι ωραίο που φαινόταν βράδυ, σκεφτόμουν, και ειδικά αν φλεγόταν, ξανασκεφτόμουν), έχουμε μαζευτεί για πενταήμερη και η παρέα των φλώρων με τεράστιο κασετόφωνο παίζει αυτό εδώ. Τους κοιτάω σνομπιστά, έχω μαζί μου την καινούργια κασέτα με το The Top των Cure και νοιώθω ανώτερος. Αυτά που ακούω εγώ θα διαρκέσουν, ενώ αυτά που ακούν αυτοί θα χαθούν. Σύμφωνοι. Σύμφωνοι; Γιατί τώρα παρατηρώ πως τελικά αυτό έμεινε να μου θυμίζει για πάντα, ενώ εκείνα όχι – άλλωστε δεν ταιριάζανε με τίποτα σ’ εκείνη την ντόλτσε βίτα! Η οριστική εκδίκηση αυτού του υπέροχου, ανεβαστικότατου είδους ήρθε γλυκά και σταδιακά, και τώρα αρκεί για να με στείλει ξανά πίσω στη δική μου ψευτοφελινική χαζοβιόλικη «γύρα»! Άλλα εξαίσια ιταλοντίσκο της εποχής: Savage – Don’t cry tonight, Baltimora – Tarzan boy.

Limahl – Never ending story

Σύμφωνοι, οι Kajagoogoo ήταν το ελεεινότερο συγκρότημα όλων των εποχών, με τις χειρότερες κομμώσεις όλων των εποχών. Αλλά όταν έφυγε ο τραγουδιστής τους για σόλο καριέρα – προφανώς τσακωνόταν με τους υπόλοιπους για το χρωμοσαμπουάν – δεν περίμενα τέτοιο θεϊκό ποπ αριστούργημα. Συνθεσάιζερ, συνθετητές, συνθετικά, συνθοπλάστ, ένα κομμάτι που με τάραξε συν-θέμελα. Η μόνη μουσικολογικής φύσεως αντίρρησή μου ήταν πως τόσο ζελέ και χρώματα στα μαλλάκια δεν πήγαινε με αξύριστο λουκ. Θύμιζε τους άντρες που ντύνονται γυναίκες στις απόκριες αλλά ξεχνούν να ξυριστούν, άρα αυτό που βγαίνει δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, αλλά κάτι ανύπαρκτο (ή υπαρκτό στα πέριξ της Συγγρού). Η τελευταία φορά που άκουσα τότε το τραγούδι…ήταν από κασέτα εντός walkman σε επιστροφή από σχολική εκδρομή. Κι όποτε το ακούω ψάχνω έναν Αλαντίν να με ξαναπάει πίσω.

Και δυο τηλεοπτικά σήματα:

Ζακ Ιακωβίδης – Η Λάμψη

Η μαθουσάλειος σειρά που έγινε ταυτόσημη με την έννοια «διάρκεια» δεν αγαπήθηκε μόνο από τις γριές ή τον Μίκη Θεοδωράκη (που όλοι έπεσαν να τον φάνε όταν δήλωσε πως δεν χάνει επεισόδιο, λες και δεν δικαιούται ο κορυφαίας μας Ορφέας να διαθέτει προσωπικό γούστο). Στηνόμουν κι εγώ μπροστά στη οθόνη μόνο και μόνο για τα δύο μαγικά λεπτά της έναρξης: εισαγωγή Vangelis (τύπου 1492, επική είσοδος καρδιναλίων και ΧρηστοΠολίτιδων), κουπλέ – εγχόρδεια προέκταση, κι ένα ρεφραίν αποθέωση Μορρικόνε, για μια υποθετική μονομαχία στα φωσκόλεια νταμάρια. Πραγματικά εμπνευσμένη σύνθεση, αν την έγραφε π.χ. ο Παπαθανασίου για το Alexander (όπου είχε ανεμπνευσιές) θα λέγαμε για το έπος των σάουντρακς, ενώ τώρα μόνο στο youtube το βρίσκουμε. Κι αν φύγει κι από εκεί;

Κώστας Τουρνάς – O Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του

Υποδειγματικό casio instro σηματάκι από εκείνα που σηματοδότησαν την μουσική της βιντεοκασέτας και ολόκληρης της πρώτης πασοκικής δεκαετίας. Βέβαια ο Τουρνάς έπαιζε με τέτοια όργανα κάτι χρόνια πριν, άρα εδώ ήδη βρίσκεται στο στοιχείο του. Ταίριαζε και με την σειρά όπου ο αιωνίως συμπαθής Βουτσάς (στα mid-s του) ταλαιπωρείται από τα παιδοβούβαλά του. Αναζητείστε τέτοια άριστα τιουνάκια στις βιντεοταινίες της εποχής – κι οπωσδήποτε όπου σκηνοθετεί ο Όμηρος Ευστρατιάδης ή παίζουν οι Σουπιάδης, Τζελέπης, Καλέση και οι ρέστοι μπέστοι.

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.