Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

– Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αν είσαι ζωντανός ή νεκρός. Όλα τα άλλα ήταν θεωρίες και κατασκευάσματα του μυαλού.

Οι «αισιόδοξοι» λοιπόν επιζώντες του ανατολικού μπλοκ έφτασαν στη Γαλλία επειδή ανάμεσα στις δυο μοναδικές τους επιλογές, να είναι με τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους, διάλεξαν να μην ανήκουν σε κανένα στρατόπεδο. Προερχόμενοι απ’ όλες σχεδόν τις χώρες του «παραπετάσματος» συνευρίσκονται σε περίφημο μπιστρό περιώνυμης πλατείας, αλλά στο πίσω δωμάτιο, οι κουρτίνες του οποίου διαφυλάσσουν μιαν άλλη κοινότητα. Σ’ αυτή την κοινότητα άλλοι παραμένουν πιστοί στα κομμουνιστικά ιδανικά που πρόδωσε το κράτος τους ενώ άλλοι, αηδιασμένοι από τα διαψευσμένα τους οράματα, δεν θέλουν ν’ ακούσουν για ανατολή. Όλοι όμως αισθάνονται απάτριδες – Δεν είμαι Τσέχος ούτε Γάλλος. Είμαι άπατρις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Δεν υπάρχω εξομολογείται ο Πάβελ –, όλοι καταχωρίζονται ως προδότες από το κόμμα τους και αποστάτες από τους Δυτικούς. Απάτριδες αλλά ίσοι μέσα στην αντιπαλότητά τους.

Σ’ αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν κλειστή λέσχη, το σκάκι αποτελεί το βασικό της παίγνιο και οι συζητήσεις την πάλλουσα καρδιά της, ακολουθώντας όμως πιστά ορισμένους κανόνες σιωπής: Κανείς μας δεν μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνιά του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο. [σ. 347]. Οι πρόσφυγες σκακιστές, τρόπον τινά «προστατευόμενοι» του Ζαν Πωλ Σαρτρ αλλά και συμπαίκτες του, όπως και του Ζοζέφ Κεσσέλ, εργάζονται σε πάσης φύσεως δουλειές, στην άλλη άκρη απ’ όσα σπούδασαν ή γνώριζαν να κάνουν. Αποτελούν όμως μόνο το ένα σκέλος της εκλεκτής πελατείας· εκεί συχνάζει και η παρέα του βασικού μας αφηγητή, του αξιαγάπητου νεαρού, του Μισέλ Μαρινί, εφηβικού καθρέφτη του συγγραφέα και έφηβου εκκολαπτόμενου στα μαγικά της ζωής έξω.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται. [σ. 179]

Ο Μισέλ μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου συγκρούονται «πολιτισμένα» αλλά βαθύτατα ιδεολογικά δυο κόσμοι (των γονέων του και των οικογενειών τους) με περισσότερα παρακλάδια: αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί, σοσιαλιστές, γκωλικοί, με διαμάχες όχι μόνο στο ιδεολογικό πεδίο αλλά και σε ζωτικά θέματα όπου ο καθένας καλείται να επιλέξει πλευρά, όπως ο πόλεμος της Αλγερίας. Εκεί στρατεύεται κι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, με διαφορετικά κίνητρα στην αρχή, προτού μεταστραφούν και οδηγήσουν σε τραγική εξέλιξη. Η οικογένεια αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ακόμα διαρκές εμπόδιο στην ελευθερία του και του χαρίζει την αίσθηση πως τίποτα δεν τους συνδέει: Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας. [σ.33]

Στη λέσχη ο Μισέλ βρίσκει μια νέα «οικογένεια» που βρίσκεται πάντα εκεί στις αποδράσεις του απ’ το σχολείο για να παίξει το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι – άλλο ένα πεδίο μύησης στις παρέες, τις φιλίες, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά κι ένας άλλος ευρύτερος κόσμος είναι έτοιμος να τον δεχτεί εφ’ όρου ζωής στους κόλπους της: η τέχνη της φωτογραφίας, το ροκ εντ ρολλ (αμφότερα ενεργοποιημένα χάρη σε δυο δώρα – μια φωτογραφική μηχανή Brownie Kodak κι ένα πικάπ Teppaz των δυο ταχυτήτων, αλλά και μια συλλογή δίσκων που του αφήνει προς φύλαξη ένας φίλος) και βέβαια η λογοτεχνία. Ανήσυχος για κάθε χαμένο χρόνο, ο Μισέλ διαβάζει σαν μανιακός πάντα και παντού. Πιάνει το βιβλίο από το πρωί, με το που ανάβει το φως,  και δεν το αφήνει από τα χέρια του όλη μέρα. Διαβάζει κρυφά μέσα στις σχολικές αίθουσες, όταν περπατά στους δρόμους – πώς να χαθεί ακόμα κι αυτό το τέταρτο ανάγνωσης; Κι όταν βρέχει χώνεται κάτω από υπόστεγα, για να συνεχίσει απερίσπαστος.

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι. [σ. 317]

Ανάμεσα στις ζυμώσεις και τους αναβρασμούς του Καρτιέ Λατέν και στις αναγνώσεις του Επαναστατημένου Ανθρώπου του Καμύ, στον αχό της αλγερινής σκόνης και στον ήχο των συζητήσεων για την πολυπόθητη ελευθερία από τον ελεύθερο έρωτα και την λύτρωση «από την προαιώνια τυραννία του ζευγαριού» μέχρι τα διλήμματα ανάμεσα στη δημοκρατία των μαζών ή των ανθρώπων του πνεύματος, ο Μισέλ ενηλικιώνεται και ωριμάζει, συχνά με συνοδοιπόρο την Σεσίλ, πρώην φίλη του αδελφού του (λιποτάκτη πλέον της Αλγερίας), έναν καλοσμιλεμένο γυναικείο χαρακτήρα. Οι αγώνες για μια άξια καθημερινότητα τελικά είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την αναζήτηση νέων ιδανικών. Στο γράμμα του Πιερ από την Αλγερία άλλωστε αποτυπώνεται ήδη η ζύμωση που θα οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στον Παρισινό Μάιο:  Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. [σ. 78]

Ο Γκενασιά (Αλγέρι, 1950) δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας αλλά δικηγόρος. Έχει γράψει μόνο ένα νουάρ πολύ παλαιότερα, αλλά τώρα προφανώς αισθάνθηκε έτοιμος για την αφήγηση της συναισθηματικής ενηλικίωσης όχι μόνο της δικης του αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Άλλωστε η εικόνα που αντίκρισε μικρός, με τον Σαρτρ και τον Κεσέλ να ξεκαρδίζονται ανάμεσα σε σκακιστικές κινήσεις και εισπνοές καπνού στην πίσω αίθουσα ενός μπιστρό του έμεινε αξέχαστη – δυο συγγραφείς σε μια απόλυτα καθημερινή αλλά και συνενοχική στιγμή. Ίσως αυτή να ήταν κι η κινητήρια εικόνα της συγγραφής της Λέσχης. Απλή γλώσσα, ρεαλιστικό ύφος και μια εξαιρετική μαεστρία στο ρυθμό, ιδίως στις εναλλαγές των ιστοριών κάνουν τις επτά εκατοντάδες των σελίδων μοιάζουν πολύ λιγότερες.

Θα κατηγορούσα πολύ καιρό τον εαυτό μου που δεν επέμεινα να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα, μετά απ’ ό,τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως εν θα ’ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, όταν τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς. [σ. 296]

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια για το Παρίσι από το 1959 έως το 1964, με δυο πρόσθετα για το Λένινγκραντ του 1952 και το Παρίσι του 1980, ως μικρή εισαγωγή. Στο τελευταίο κάποιοι χαρακτήρες συναντιούνται στην κηδεία του Σαρτρ όπου βρίσκονται οι πάντες. Τι παράλογο που είναι να αποτίνεται φόρος τιμής σ’ έναν άνδρα που έπεσε σχεδόν σ’ όλα έξω, βρισκόταν σε μόνιμη πλάνη, πίστεψε μια υπόθεση εξαρχής καταδικασμένη και την υπηρέτησε με όλο του το είναι. Καλύτερα να πήγαιναν στην κηδεία αυτών που αποδείχτηκε ότι ήταν δίκιο, που εκείνος τους είχε περιφρονήσει και καταδικάσει. Γι’ αυτούς, δεν ξεκουνήθηκε κανείς. Και μπορεί αυτά τα λόγια, να αφορούν το εκλιπόντα φιλόσοφο («επαναστάτη μεν, του σαλονιού δε, αλλά πάντα γενναιόδωρο με όλους»), ξαναδιαβασμένα όμως εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε πως εκπροσωπούν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους ήρωες αυτού των αξέχαστων πλεγμένων και περιπλεγμένων ετούτων ιστοριών

…πόσο σχετικές είναι οι ικανότητες της φαντασίας μας, που τις θεωρούμε απεριόριστες, και πόσο αδύναμο είναι το φαντασιακό μας, που το συγχέουμε συχνά με τη νόηση. Τα γκουλάγκ, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα δεν έχουν τίποτα το αδιανόητο. Είναι ανθρώπινα έργα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που το μέγεθός τους και μόνο μας συνθλίβει. Δεν τα χωράει ο νους μας, ακυρώνουν την πίστη μας στον άνθρωπο, μας κάνουν να φαντάζουμε σαν τέρατα. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, την πιο περίτρανη απόδειξη της ανικανότητάς μας να πείθουμε. Το έσχατο όριο της δημιουργικής μας ικανότητας. Μπορούμε να φανταστούμε ασύλληπτα πράγματα, όπως να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να προβλέψουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, να συναντήσουμε τον ιδανικό άντρα ή την ιδανική γυναίκα. Εδώ επινοήσαμε την αφηρημένη ζωγραφική και τη συγκεκριμένη μουσική! Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αλλά όχι μια θεραπεία σαν από θαύμα. Αυτό είναι θέμα πιθανοτήτων ή τύχης. [σ. 200]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, σελ. 709, με 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [Jean – Michel Guenassia, Le club des Incorrigibles Optimistes, 2009]

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.  Η Jean Seberg [À bout de soufflé – Jean Luc Godard, 1960] παίρνει δικαιωματικά δυο θέσεις στις φωτογραφίες ως μια εκπρόσωπος του παρισινού θηλυκού πνεύματος της εποχής. Όπως και το Citroen DS, που αγοράζει ο πατέρας του Μισέλ και αισθάνεται υπερήφανος – μέχρι τη στιγμή που θα τον αφήσει στο δρόμο και δεν θα προλάβει να αποχαιρετήσει τον γιο του που φεύγει για την Αλγερία…

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.