Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: «Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου».

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; «Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε».

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…» Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, «την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…»

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: «Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…»

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.