David Lodge – Ανήκουστος βλάβη

Το άλγος της απόσυρσης

Ζω προσπαθώντας διαρκώς να οχυρωθώ ενάντια στα δεινά της κλονισμένης υγείας και στις άλλες συμφορές της ζωής δια της ιλαρότητας, όντας απολύτως πεπεισμένος ότι κάθε φορά που ένας άνθρωπος χαμογελά – ακόμα δε περισσότερο γελά – προσθέτει κάτι σ’ αυτό το θραύσμα της ζωής που ζούμε: η αφιέρωση του Λόρενς Στερν στο Τρίστραμ Σάντι εκφράζει ιδανικά την περίπτωση του 64χρονου Ντέσμοντ Μπέιτς, καθηγητή Γλωσσολογίας σε μια βόρεια αγγλική πόλη και κεντρικού, πρωτοπρόσωπου ήρωα και αφηγητή. Η προϊούσα βαρηκοΐα του (οι κουβέντες του περίγυρου ακούγονται «σαν στίχοι ντανταϊστικού ποιήματος ή φράσεις του Τσόμσκι») τον οδηγεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση από το Πανεπιστήμιο καθώς αρνείται να εφαρμόσει άλλη διδασκαλία από την διαλεκτική. Αναζητώντας παραδείγματα βαρήκοων δημιουργών διαβάζει Φίλιπ Λάρκιν, την σπαρακτική «Διαθήκη» του Μπετόβεν ή για τον Γκόγια, στον οποίο «η κώφωση είχε σηκώσει ένα πέπλο: όταν παρατηρούσε την ανθρώπινη συμπεριφορά απερίσπαστος από τη φλυαρία του λόγου, την έβλεπε όπως ακριβώς ήταν  – μοχθηρή, κυνική και παρανοϊκή, σαν παντομίμα σε ψυχιατρικό άσυλο». Εκείνος όμως στερημένος από κάθε καλλιτεχνική δημιουργία νοσταλγεί τον ρυθμό της ακαδημαϊκής χρονιάς όπως ένας χωρικός θα νοσταλγούσε τις αλλαγές των εποχών, ενώ οι χαρές του γραπτού λόγου ακυρώνονται από την απώλεια επαγγελματικών κινήτρων. Μένει μόνο η διακωμώδηση και ο αυτοσαρκασμός: η κωφότητα είναι πάντα κωμική.

Παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με τη Φρεντ (η πρώτη γυναίκα του έχει πεθάνει) έχει δυο μεγάλα παιδιά που δεν ζουν μαζί τους, ο Μπέιτς παλεύει με την πλήξη μακριά από τα παιδιά και των δυο έχουν κάνει τις δικές τους οικογένειες αλλά και απ’ τους φοιτητές του, που πάντα λειτουργούσαν αναζωογονητικά για τον ίδιο. Η συνέχιση μιας όσο το δυνατό φυσιολογικής ζωής (που μετατρέπεται σε αγώνα αποφυγής ντροπιαστικών συναισθημάτων) και η εξισορρόπηση του άλγους της απόσυρσης με νέες δραστηριότητες τον καθιστούν ευάλωτο στην πρόταση μιας μεταπτυχιακής φοιτήτριας να συνδράμει στην διατριβή της περί υφολογικής ανάλυσης των αυτοκτονικών σημειωμάτων. Η μελέτη «των ύστατων δηλώσεων προς τον κόσμο», πέρα από την υπονόμευση ενός αντιπαθή καθηγητή, τού προσφέρει την ευκαιρία μιας νέας «διδασκαλικής» προσφοράς και μια αναζωογονητική επικοινωνία μαζί της· εκείνη, στερούμενη ηθικών φραγμών, επιχειρεί να τον παγιδεύσει με τα όπλα της ξεδιάντροπης πρόκλησης και της πλήρους υποταγής.

Η ιστορία όμως είναι πολυεπίπεδη και περιέχει περισσότερα «δεινά». Η σύζυγός του, την ερωτική σχέση με τον οποία προσπαθεί να αναζωογονήσει, τον κατηγορεί για εσκεμμένη χρησιμοποίηση της κατάστασής του για ιδία οφέλη. Ο γηραιός πατέρας του, που προτιμά να μένει μόνος και ευχαριστημένος με τα ελάχιστα στο σπίτι που αγάπησε παρά να μεταφερθεί σε οίκο ευγηρίας, τού υποδεικνύει μια δική του μελλοντική καρικατούρα και τον προβληματίζει για τα όρια του δικαιώματος επιλογής, την φθορά, τα γηρατειά. Όλα αυτά αναζητούν φιλοσοφημένους τρόπους αντιμετώπισης αλλά και προκαλούν σπαρταριστές καταστάσεις. Αποκορύφωμά τους η καταστροφική οικογενειακή εορταστική σύναξη με τέκνα και πρώην συζύγους, με καυστικότατες απόψεις περί Χριστουγέννων, για τον παραλογισμό της ιεροτελεστίας της ανταλλαγής δώρων, την εξάντληση από την στενή οικογενειακή συναναστροφή, την μάταιη αναζήτηση λίγης ησυχίας (σε σημείο να επιθυμεί την ήρεμη βάρδια ενός υπαλλήλου ασφαλείας) και την απολαυστική παρουσία του γέροντα, ανεξάντλητης πηγής θυμηδίας, εκνευρισμού ή αμηχανίας, με τις διαρκείς ανακοινώσεις για την κατάσταση της κύστης και των εντέρων του. Ένα τραγελαφικό τουριστικό διήμερο με φιλικό ζευγάρι επισφραγίζει την νέα συγκυρία . Είπαμε: Βαρηκοΐα και κωμωδία πάνε πάντα χέρι χέρι.

Η ημερολογιακή γραφή του Ντέσμοντ (ενίοτε «αντί – αυτοκτονικού σημειώματος») συμβαδίζει με την γνώριμη, ερεθιστική κωμωδιογραφία του Λοτζ, που δεν φοβάται να αγγίξει ευαίσθητα ζητήματα προσεγγίζοντας το σοβαρό στοιχείο με γενναία δόση κωμικότητας και αντίστροφα. Μονάχα έτσι ξορκίζονται οι μικρές και μεγάλες τραγωδίες της ζωής. Ο μύθος διανθίζεται από ενδιαφέρουσες σκέψεις για θέματα γλωσσικής εκφοράς, την ύποπτη φύση της θρησκείας, τους οίκους ευγηρίας, το ενίοτε πολύτιμο δώρο της σιωπής, την κώφωση και τις σχετικές «θεραπείες», το δίπολο Βορρά – Νότου, την κινεζική βιομηχανική παντοκρατορία, και τις πάντα ενδιαφέρουσες σκέψεις των Λοτζικών ηρώων σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα ή, όπως εδώ, με τις εναλλακτικές λύσεις για την κατάργηση των ανθρακωρυχείων. Και ξανά την αδυναμία του λόγου να περιγράψει οριακές εμπειρίες, όπως μια επίσκεψη στο Μπίρκεναου,

Δεν λείπουν εξαίρετες συγκινησιακές σελίδες την ευθανασία της πρώτης συζύγου και κυρίως για την αντιστροφή των ρόλων, καθώς τώρα ένας πατέρας βρίσκεται υπό την φροντίδα του γιου, το πατρικό σπίτι με τη ραγισμένη φορμάικα, τη φθαρμένη μοκέτα και τις βουλιαγμένες πολυθρόνες «όπως τα θεατρικά σκηνικά του πρώιμου Πίντερ», την διαμονή ύστερα από δεκαετίες στην παιδική κρεβατοκάμαρα, κάτω από το λάβαρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Το τίμημα της μοιραίας δεσποσύνης πληρώνεται στο ακέραιο, αν και κάποια στιγμή ομολογεί σ’ έναν ομοιοπαθή συνάδελφο: Δε θα μου έκανε εντύπωση αν μια μέρα μας έβλεπα και τους δυο σε κάποιο εκτυλισσόμενο στο χώρο του πανεπιστημίου μυθιστόρημα. Αλλά εκείνο που διαπερνά αξέχαστα τις σελίδες είναι η διάψευση της βεβαιότητας πως έχει εισπράξει το μερίδιο κακοτυχίας που του αναλογεί κι ότι δεν χρωστά πουθενά. Και ο ταχύς, ανελέητος χρόνος: Αν υπήρξαν, κατά καιρούς, ασήμαντες παρεξηγήσεις στην κοινή μας ζωή, τώρα μπορώ να δω καθαρά πόσο εύκολα μπορεί κανείς να υποτιμήσει το χρόνο που περνάει και φεύγει.

Ο συγγραφέας έγκαιρα επισημαίνει το σχεδόν ομόηχο των death sentence και deaf sentence (: ο πρωτότυπος τίτλος). Η κουφότητα προκαλεί μια μορφή θανάτου αλλά και διαφορετικές θεωρήσεις των πραγμάτων (: δεύτερη σημασία του sentence)· αυτές είναι τελικά που οδηγούν προς μια υπέρτατη κατάφαση ζωής. Καλύτερα να στέκεσαι στη ζωή και να εκτιμάς το χρόνο που περνάει και φεύγει, ή, με τα λόγια του μνημονευόμενου Μπρους Κάμινγκς: Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. … Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Ένα τόσο συγκινητικό, αξιανάγνωστο, απολαυστικό μυθιστόρημα – και, επιτέλους, σε ιδανική έκταση!

Εκδ. Bell, 2009, μτφ. Έφη Τσιρώνη, σελ. 346 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008).

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.