Οι ξυπόλητες των ταινιών, 14: Οι κινητήριες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 27 (Μάρτιος 2021), εδώ

ΧΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 14: Οι κινητήριες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Ερευνώντας την αχανή φωτοθήκη του παγκόσμιου κινηματογράφου βρήκα την καλλίμορφη Κιμ Νόβακ στην ταινία Kiss me stupid, να κάθεται σε ζεστό καθιστικό μιας άλλης εποχής (ταπετσαρία και χαλί σε πλήρη άνθιση, ψηλό αμπαζούρ), με ύφος νωχελικό και το ένα της πόδι γυμνό, ενώ δίπλα της στο πάτωμα ο Ντην Μάρτιν γέμιζε την βγαλμένη γόβα της με κάποιο ποτό από ημίψηλο μπουκάλι με μακρύ λαιμό. Ένα συζυγικό ζεύγος απολαμβάνει τις βραδινές του ώρες στο σπίτι, πιστό σε μια αιωνόβια παράδοση; Τα φαινόμενα απατούν: η κατά το ήμισυ ξυπόλητη γυναίκα κάπου αλλού νυχ(τ)οπερπατάει.

Έσπευσα να εισχωρήσω στην ταινία, ήταν και ευκαιρία να ζήσω για πρώτη φορά στο 1964. Πρώτα εμφανίστηκε ο Ντην Μάρτιν ως Ντίνο επί σκηνής κάπου κατάμεστα στο Λας Βέγκας, μπροστά σ’  ένα θερμό κοινό, να τραγουδάει και να αστειεύεται την ίδια στιγμή – Εχθές το βράδυ μια γυναίκα χτυπούσε την πόρτα μου για σαράντα πέντε λεπτά … αλλά δεν την άφηνα να βγει / Η μητέρα μου είναι ογδόντα πέντε χρονών αλλά δεν χρειάζεται γυαλιά [glasses] – πίνει κατευθείαν απ’ το μπουκάλι. Οι χορεύτριες που τον κυκλώνουν, όταν τελειώσει το σώου τρέχουν αλαφιασμένες η μία μετά την άλλη να κλείσουν θέση στη νύχτα του αλλά εκείνος πρόκειται να φύγει για το Λος Άντζελες το επόμενο πρωινό. Μια καραμπόλα στο δρόμο τον αναγκάζει να παρακάμψει μέσω της μικρής πόλης Κλάιμαξ της Νεβάδα και, για άλλη μια φορά, έτσι ξεκινάνε όλα.

Δεν πήρα την θέση του, καθώς ποτέ δεν μου προτάθηκε τόσο απροκάλυπτα η παραμικρή αυτοδιάθεση κάποιας δεσποινίδας ενώ για σκηνική επιτυχία ούτε λόγος:  μια φορά στο Δημοτικό έπαιξα έναν ρόλο και η μοναδική θεατής που μ’ ενδιέφερε ζωγράφιζε σ’ ένα τετράδιο την ανία της. Πολύ περισσότερο μου ταίριαζε ο ασχημούλης Όρβιλ Σπούνερ που ζούσε ανάμεσα στην κωμοπολίτικη Κλίμακα και τις κλίμακες της μουσικής, ως δάσκαλος πιάνου. Το μόνο μου πρόβλημα ήταν η ζήλεια για οποιονδήποτε πλησίαζε την λατρευτή μου σύζυγο Ζέλντα. Έγραφα τραγούδια στο στιλ του Τζορτζ Γκέρσουιν με στίχους του απέναντι βενζινοπώλη και ονειρευόμουν να τα κυκλοφορήσω στην λεωφόρο της επιτυχίας. Τα στέλναμε παντού, ακόμα και στον Τόνι Μπένετ και στον Νατ Κινγκ Κόουλ αλλά όχι μόνο δεν απαντούσαν αλλά κρατούσαν και τα γραμματόσημα της επιστροφής. Όταν, συνεπώς, ο φημισμένος Ντίνο σταμάτησε για βενζίνη, αστραπιαία συλλάβαμε το σχέδιο. Θα αχρηστεύαμε ένα εξάρτημα από το αμάξι του, ώστε να αναγκαστεί να διανυκτερεύσει στο σπίτι μου και στο μεταξύ θα του γνώριζα το έργο μας.

Φυσικά άλλαξα γνώμη όταν αυτός ο γόης με πληροφόρησε πως επιθυμούσε σεξ κάθε βράδυ, ώστε να αποφεύγει το ξύπνημα με πονοκέφαλο! Συνεπώς η γυναίκα μου, που διαπίστωσα πως όχι μόνο είχε τους δίσκους του αλλά και τον θαύμαζε, έπρεπε να φύγει πάση θυσία από το σπίτι μην καταλήξει φαρμακοποιός του. Σύμφωνα μ’ ένα νέο σχέδιο του πανέξυπνου συνεργάτη μου, έπρεπε να προκαλέσω την φυγή της και να φέρω στην θέση της μια ψεύτικη σύζυγο που με το αζημίωτο θα δεχόταν το νυχτοκάματο της σαγήνης του εκλεκτού μουσαφίρη. Και ποια καλύτερη από την Poly the Pistol, την περίφημη σερβιτόρα του Belly Button, του «κακόφημου» μπαρ έξω από την πόλη, η οποία δικαίωνε το όνομα του μαγαζιού μ’ ένα κόσμημα στον αφαλό της; Με βαριά καρδιά έλουσα την Ζέλντα μου με προσβολές και πράγματι έφυγε να πάει στους γονείς της.

Όταν ήρθε η Πόλυ ήμασταν κι οι δυο μας αμήχανοι. Είχαμε λίγο χρόνο να γνωριστούμε αλλά πρόλαβε να αυτοβιογραφηθεί: θρέμμα του Νιου Τζέρσεϊ, μανικιουρίστα σ’ ένα ξενοδοχείο και κληρονόμος μιας λιλιπούτειας περιουσίας, έμπλεξε μ’ έναν πωλητή χούλα χουπ, που της πρότεινε γάμο και κατέληξαν μ’ ένα μεταχειρισμένο αμάξι με τροχόσπιτο στην Νεβάδα. Ο χουλαχουπώλης σύντομα εξαφανίστηκε μαζί με το τετράτροχο κι αυτή ξέμεινε να σερβίρει την αντράδα του τόπου και να αποτελεί την μόνιμη σύσταση του μπάρμαν: «Δοκίμασε την Πόλυ το Πιστόλι». Την ενημέρωσα για το σχέδιο κι ετοιμάσαμε το δείπνο, δίπλα δίπλα, στην μικροσκοπική κουζίνα· την έβλεπα πόσο της άρεσε να φτιάχνει το τραπέζι, να γυροφέρνει το νοικοκυριό. Όταν της είπα πως ένα από τα τραγούδια το έγραψα για την γυναίκα μου, εντυπωσιάστηκε. Προφανώς ήταν από τα πράγματα που δεν περίμενε ποτέ να της συμβούν.

Από την στιγμή που έφτασε ο Ντίνο προσπαθούσα να τον ρίξω στην αγκαλιά της, ενώ εκείνη δεν ένιωθε άνετα και τον απέφευγε. Μετά το δείπνο έφτασε επιτέλους η ώρα της τέχνης μου. Πήραμε θέσεις: εγώ στρώθηκα στο πιάνο και η Πόλυ στην ξύλινη πολυθρόνα, ενώ ο ημιμεθυσμένος Ντίνο κάθισε δίπλα της στο πάτωμα. Αναζητώντας μια ύστατη οικειότητα, της έβγαλε το ένα παπούτσι και της γαργάλησε ελαφρά το πόδι προκαλώντας της ένα αυθόρμητο γελάκι κι ένα ελαφρύ διωκτικό χτύπημα. Ύστερα της γέμισε την γόβα με το κατακόκκινο κιάντι που είχα πάρει ειδικά για την περίσταση. Το γεύτηκαν και την περιτύλιξε για να την φιλήσει, ενώ το πέλμα της εκτινάχθηκε ελεύθερο στα ύψη. Του αφέθηκε αλλά μόνο στιγμιαία, γιατί βρισκόταν ήδη αλλού, στην μουσική ευφορία ενός τόσο επιθυμητού σπιτικού. Όταν άρχισα να παίζω το κομμάτι που είχα γράψει για την γυναίκα μου, στηρίχτηκε στο λαιμό του μπουκαλιού από το οποίο είχε ξαναγεμίσει το παπούτσι της και ξέχασε κάθε σχέδιο. Αφεθήκαμε κι οι δυο σε μια έντονη συναισθηματική διάθεση, ίσως σκεφτόταν τον έρωτα και την συντροφική οικιακή ζωή που δεν είχε. Και όσο το επόμενο τραγούδι ανέβαινε, με πλησίασε χορεύοντας, επιταχύναμε τον ρυθμό, ανάψαμε την διάθεση, βραχήκαμε από το παπούτσι της και στο τέλος σηκώθηκα κι εγώ και χορέψαμε σ’ έξαλλο χορό.

Όταν έφτασε η στιγμή της συμφωνημένης αποχώρησης, βγήκα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αλλά είχα μπει τόσο πολύ στον ρόλο μου που ξύπνησα! Ποιος ήταν αυτός που τολμούσε να νομίζει πως θ’ αγόραζε την γυναίκα μου μ’ ένα τραγούδι; Πάνω που έσβηναν τα φώτα εισέβαλα και τους βρήκα ήδη ξαπλωμένους στο πάτωμα. Ταυτισμένος με την νέα μου ταυτότητα, είχα γίνει όντως ένας απατημένος σύζυγος και τον πέταξα έξω. Έκπληκτη η Πόλυ μάζευε τα συντρίμμια και απορούσε γιατί χάλασα το σχέδιο. –Γιατί σε θεώρησε εύκολη! –Μα είμαι «η Πόλυ το Πιστόλι, με συστάσεις απ’ τον μπάρμαν»… –Απόψε είσαι η γυναίκα μου! Η απρόσμενη λέξη την κοκάλωσε, ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιρας έσβησε και στο ήσυχο πια βραδινό σπίτι αρχίσαμε να μοιάζουμε όντως με αντρόγυνο. Όσο έβαζα τον σύρτη καθάριζε τις γόβες της από το αλκοόλ. Την είδα μπροστά μου, δακρυσμένη, αναμαλλιασμένη, εμφανώς συγκινημένη – κανείς δεν την είχε ποτέ υπερασπιστεί έτσι. –Ήταν δύσκολη μέρα σήμερα; την ρώτησα –Ναι, αγάπη, μού απάντησε καθώς έσβηνα τα φώτα. –Έρχεσαι κυρία Σπούνερ; της άνοιξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας κι εκείνη φορώντας το ένα παπούτσι μπήκε και η πόρτα πίσω μας έκλεισε. Η κωμωδία μας είχε πάψει, τώρα κάναμε πραγματική ζωή. [Κάτω στην πλατεία οι θεατές μας θα ήταν μοιρασμένοι: πνιχτά επιφωνήματα έκπληξης, ζωηρά βλέμματα επιδοκιμασίας, συγκρατημένες αναπνοές ζήλειας]

Ο Ντίνο έσπευσε να βρει παρηγοριά στο Belly Button, όπου ήδη βρισκόταν η γυναίκα μου για να πνίξει το πόνο της· είχε, μάλιστα, πιει τόσο πολύ που ο μαγαζάτορας την έστειλε να κοιμηθεί στο τροχόσπιτο της Πόλυ. Εκεί όμως κατέληξε και ο Ντίνο, έχοντας μόλις πληροφορηθεί από τους θαμώνες για την αναμφισβήτητη σταρ του μπαρ. Και βγήκε από την πίσω πόρτα να την αναζητήσει στο τροχόσπιτό της, χωρίς να γνωρίζει πως ειδικά εκείνο το βράδυ το κινούμενο κρεβάτι της είχε άλλον, ήδη κοιμώμενο ένοικο. Μόλις η αγουροξυπνημένη Ζέλντα είδε το είδωλό της πρόθυμα έγινε Πόλυ και τον υποδέχτηκε στο ζεστό της κρεβάτι χωρίς να παραλείψει να του τονίσει πόσο θα του ταίριαζαν τα τραγούδια του Όρβιλ. Όταν τα φώτα έσβησαν, η αγκαλιά της άνοιξε. Στο κινητό σπίτι πίσω από ένα παράπηγμα μοναχικών αντρών, δίπλα στα κιβώτια των μπουκαλιών και τους μεταλλικούς σκουπιδοτενεκέδες, ένα άλλου είδους σπιτικό ζέσταινε δυο ξεσπιτωμένους. [Νέα υποσύνολα θεατών, κάποιοι διπλά αιφνιδιασμένοι και κάποιοι βέβαιοι πως θα συνέβαινε, χάριν μιας αμοιβαίας δικαιοσύνης].

Το επόμενο πρωινό η Ζέλντα βρήκε πεντακόσια δολάρια στο λαιμό ενός μπουκαλιού σφηνωμένα προφανώς από τον Ντίνο· βγήκε στην πόρτα αλλά το ανοιχτό λευκό αμάξι του μόλις έφευγε, ενώ το φορτηγό μου ερχόταν. Ζουμ στο ανοιχτό παράθυρο: ψέλλισα κάτι για σάρκα και τέλος· –Ανοησίες, πέρασες την νύχτα με την κυρία Σπούνερ, θυμάσαι; με καθησυχάζει η βραχνή της φωνή. Πήγα να την πληρώσω και αρνήθηκε. –Θα πλήρωνες ποτέ την γυναίκα σου; Στο τροχόσπιτο η σύζυγος μου την υποδέχτηκε χαμογελαστή. –Μην εκπλήσσεσαι, ανταλλάξαμε θέσεις χθες, τόσο απλό. Οτιδήποτε έκανε ο άντρας σου, το έκανε για σένα. Οτιδήποτε έκανα εγώ, το έκανα γι’ αυτόν. Ήταν ωραία να είμαι σύζυγος για ένα βράδυ. Και για μένα ήταν ωραία να είμαι στη θέση σου. Και φυσικά η Ζέλντα της παρέδωσε την «αμοιβή» της, εφόσον κατά κάποιο τρόπο της ανήκε.

Όμως είχε ήδη πάρει απόφαση για διαζύγιο. Το ραντεβού μας κανονίστηκε στο δικηγορικό γραφείο της πόλης, που βρίσκεται πάνω από ένα κατάστημα όπου οι κάτοικοι μαζεύονται στην βιτρίνα για να δουν τηλεόραση. Στην οθόνη εμφανίστηκε ο Ντίνο να τραγουδάει ένα από τα τραγούδια μου και να με αναφέρει ως δημιουργό! Καθώς όλοι έσπευδαν να με συγχαρούν πίσω μου περνούσε αργά ένα αυτοκίνητο που είχε ακόμα πάνω του την τιμή (495 δολάρια) κι έσερνε πίσω του ένα τροχόσπιτο· από την ανοιχτή τηλεόραση ακουγόταν η φωνή του. Στο τιμόνι η Πόλυ μου χαμογέλασε και με αποχαιρέτησε. Τότε ήταν η σειρά μου να συνειδητοποιήσω τι έκανε η Ζέλντα. Στράφηκα να ζητήσω εξηγήσεις και να εξηγηθώ ο ίδιος αλλά μου είπε –Όχι ερωτήσεις και με πρόσταξε: –Kiss me stupid!

Περίφημα λοιπόν! Αμφότεροι θυσιάσαμε την αμοιβαία μας πίστη για χάρη της καλλιτεχνίας μου και ο κύκλος έκλεινε ιδανικά. Οι αυτόπτες της ζωής μας μπορούσαν να πάνε σπίτι τους ικανοποιημένοι, αν όχι γεμάτοι ιδέες για τα ανοιχτά παραθυράκια κάτι άκαμπτων ηθικών κτισμάτων. Όμως δεν είχαν την ίδια ευχαρίστηση οι απανταχού πουριτανοί, όπως η Catholic Legion of Decency, μια ένωση που συνήθιζε να αντιδρά στο ανεπιθύμητο περιεχόμενο κινηματογραφικών ταινιών. Είναι δυνατόν αξιοπρεπείς σύζυγοι να ολισθαίνουν τόσο εύκολα προς την μοιχεία και η αμερικανική κοινωνία να παρουσιάζεται χωρίς αρχές και ήθη; Υπό πίεση ο σκηνοθέτης δέχτηκε να κάνει περικοπές ως προς την σκηνή της Ζέλντα αλλά αρνήθηκε οποιαδήποτε άλλη παραχώρηση. Η ταινία κυκλοφόρησε χωρίς το σήμα της United Artists και γενικά δεν πήγε καλά. Η κομμένη σκηνή επανεμφανίστηκε στις αρχές της νέας χιλιετίας.

Κι έτσι, από τους [The] Carpetbaggers του Έντουαρντ Ντμίτρικ που αντιμετώπισαν ανάλογες κατηγορίες την ίδια χρονιά και την Σύζυγο για μια νύχτα (Moglie per una notte του Μάριο Καμερίνι), πρώτη, ευρωπαϊκή εκδοχή του Kiss me, stupid, μέχρι τα εκλεπτυσμένα περιπλέγματα των θεατρικών χαρακτήρων του Νόελ Κάουαρντ και τα σπαρακτικά Faces των ηρώων του Τζον Κασσαβέτη, η κοινή συναινέσει αμοιβαία μοιχεία φαίνεται πως είχε πολλά σελιλόιντ χιλιόμετρα να περάσει. Κάθε δέκα μέτρα βρίσκονταν στημένοι ηθικοπλάστες που αγωνιούσαν για την τύχη του κόσμου με τέτοια νομιμοποιημένη αποχαλίνωση του έρωτα. Τι θα γινόταν αν ο καθένας έπαιρνε την πρωτοβουλία να ξενοκοιμηθεί για να βοηθήσει το έτερον ήμισυ, αν οι γυναίκες γίνονταν σύζυγοι άλλων για μια νύχτα, για κάποιον ιερό σκοπό;

Μια απ’ αυτές τις μέρες θα προσκαλέσω την Κιμ Νόβακ να ξαναπαίξουμε, ως αγαπημένο παιχνίδι και ως ηθοποιοί, άρα οιονεί προσομοιωτές του αληθινού, όλες τις σκηνές του σπιτιού, με τις απαραίτητες προσαρμογές. Θα ετοιμάσουμε το δείπνο, θα τραγουδήσουμε από δίσκους του Ντην Μάρτιν και θα πιούμε από τα γοβάκια της. Δεν θα περιμένουμε κανέναν παρείσακτο, θα ξεχάσουμε τις κανονισμένες μας ζωές, και θα μιλήσουμε πρώτα για την ίδια:  για την εποχή που γύριζε την χώρα ως μοντέλο για ψυγεία (οι γυναίκες των διαφημίσεων ηλεκτρικών συσκευών, ένας τεχνητός συνδυασμός ερωτισμού των χαμόγελων και οικειότητας των οικιών) και για την απώλεια εξαιτίας πυρκαγιάς όλων των αναμνηστικών από την κινηματογραφική της καριέρα και των ηλεκτρονικών της γραπτών (μια καταστροφή που της φάνηκε ως νεύμα να μην ασχοληθεί άλλο με την αυτοβιογραφία της). Ίσως την πείσω να μου εξομολογηθεί τον λόγο για τον οποίο επέμεινε να παίξει τον αξέχαστο χαρακτήρα της στο Vertigo (είχε δηλώσει πώς ένοιωθε ταυτισμένη μαζί του, χωρίς λέξη παραπάνω) και να μιλήσει για την σεξουαλική επίθεση που υπέστη νέα και για την οποία μετάνιωσε που δεν ανέφερε ποτέ.

Θα της ζητήσω να μου μιλήσει για όσα την θαυμάζω: για ρόλους της […], για την άρνησή της να αλλάξει το τσέχικο επώνυμό της παρά τις πιέσεις των παραγωγών, για την κίνησή της ακόμα και μέσα στο μεσουράνημά της να αφήσει το Χόλιγουντ για μια πολύ ηρεμότερη περιοχή της Καλιφόρνια, το Big Sur, για να αφοσιωθεί στην αγάπη της για την ζωγραφική· και πάνω απ’ όλα για τον έρωτά της με τον Sammy Davis Jr, που δεν διέκοψε παρά τις επαγγελματικές απειλές, αδιαφορώντας απέναντι στην μάζα που εναντιώθηκε στον έρωτα της λευκής με τον μαύρο· ίσως την πείσω να μου διηγηθεί την γνωριμία τους σ’ ένα νάιτ κλαμπ στο Σικάγο το 1957, τις λεπτομέρειες εκείνης της χημικής ένωσης.

Φυσικά θα στοιχηματίσουμε πάνω στην αληθοφάνεια της ελεύθερης συζυγίας, όπως θα ονομάσουμε τις κατ’ εξαίρεση ονοματοδοσίες των δραστών ως «συζύγων» και θα εξομολογηθούμε ποιους θα θέλαμε για σχετικές αγαθοεργίες. Στο τέλος, καθώς θα προσπαθώ πάντα να την ερμηνεύσω σαν τον αναγνώστη που συνομιλεί με τον ήρωα ενός βιβλίου, αφού την αποκαλέσω «κινητήρια», γιατί παρά την συστολή εκείνης της βραδιάς, λειτούργησε ως κινητήρας για την αλλαγή δυο ζωών, με την δική της να φεύγει μηχανοκίνητη αργά το βράδυ, θα την ρωτήσω αν αντιλαμβανόταν πως το γυμνό της πόδι πρώτο έκανε το βήμα που την ελευθέρωνε από τον περιορισμό της πρότερης ζωής και την προσεδάφιζε σε μια ζεστή επιφάνεια, όπου οι άντρες δεν απλώνουν άπληστες χειρονομίες αλλά γράφουν ρομαντικά τραγούδια για τις γυναίκες και αυτοσχεδιάζουν ψυχαγωγικές ιδιωτικές εσπερίδες· πως η βγαλμένη της γόβα δεν περιείχε παρά το ηδύποτο μιας στιγμιαίας διαφυγής που κυοφορούσε την οριστική απόδραση· πως τα πόδια της δήλωναν πως δεν θέλουν να εξαντλούνται από τραπέζι σε τραπέζι κι από το μπαρ στο τροχόσπιτο αλλά να τελούν όρχηση εορτινή και απελεύθερη. Και, στο βάθος, αντί για απάντηση, θα περιμένω να γείρει μπροστά μου, στην πλάγια κλίση των τριάντα μοιρών που τελούν πάσες οι ετοιμοφίλητες γυναίκες, και να μου πει: φίλα με, χαζέ. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: Kiss me stupid (Billy Wilder, 1964). Η γυναίκα: Kim Novak.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Stéphane Osmont – Ανεξέλεγκτα στοιχεία

Πώς φτάσαμε ως εδώ, τι είχαμε στο μυαλό μας; Ήταν λοιπόν τόσο εύκολο να καταστρέψουμε την ζωή μας;

Η Φεντόρα,  ο πρώτος έρωτας του αφηγητή και κεντρικού χαρακτήρα, ένα κορίτσι που μοιράστηκε μαζί του την μύηση στον έρωτα, τους πολιτικούς αγώνες και την ένοπλη πάλη, βρίσκεται εδώ και είκοσι χρόνια στη φυλακή, με μοναδικούς συντρόφους την μοναξιά και την ντροπή. Μετά την ξαφνική επικοινωνία της μαζί του η συγγραφή του βιβλίου δεν παίρνει άλλη αναβολή, πόσο μάλλον τώρα που έχουν όλα παραγραφεί. Πώς φτάσαμε ως εδώ, τι είχαμε στο μυαλό μας; Ήταν λοιπόν τόσο εύκολο να καταστρέψουμε την ζωή μας;

Ο Μάης του ’68 έφτασε υπερβολικά νωρίς στην ζωή του. Ήταν μόλις οκτώ, αλλά η μνήμη κρατάει γερά ένα αξέχαστο χτύπημα από αστυνομικό, την γεύση των διαδηλώσεων και των ζυμώσεων, την άρνηση του Ντε Γκωλ να παραιτηθεί, τους μεγάλους να λένε πως η κατάσταση δεν ήταν «ακόμα ώριμη» για αλλαγή καθεστώτος. Τι μένει απ’ όλα αυτά όταν γίνεται πλέον έφηβος; Μια χούφτα αμετανόητων που συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις στο προαύλιο των πανεπιστημίων, χωρίς ιδιαίτερο πάθος εκτελώντας απλώς ένα καθημερινό τελετουργικό· οι χώροι των καταλήψεων απλώς προσελκύουν κάτι κουρελήδες που αναζητούν μια στέγη – όσο για την «μαχόμενη νεολαία», δεν χαίρει πλέον του παραμικρού σεβασμού.

Όμως η σπίθα έχει χωθεί μέσα του. Ξημεροβραδιάζεται στην Σχολή Καλών Τεχνών του αδελφού του, η οποία υπήρξε επί δυο μήνες το καταφύγιό τους την εποχή των νέων κινητοποιήσεων, όταν οι ταραχές στο Καρτιέ Λατέν προσελκύουν επαναστατικό τουρισμό και η θέα των νυχτερινών συγκρούσεων από την ταράτσα είναι φαντασμαγορική. Ελεύθεροι από κάθε καταπίεση περιπλανιούνται στα αμέτρητα μαγαζάκια της Άκρας Αριστεράς κι όταν αργότερα η μητέρα τους συλληφθεί επειδή μοίραζε προκηρύξεις, η συντονιστική επιτροπή της Σχολής θέτει τους αδελφούς υπό την προστασία της και, κηδεμονευόμενοι πλέον του κινήματος, έχουν απόλυτη ελευθερία. Η εργατική τους πολυκατοικία στο Μονρούζ συγκροτεί μια μικρή κοινότητα, με την ολομέλεια των ενοίκων να συνευρίσκεται στο κλιμακοστάσιο Γ΄ αλλά και να μοιράζεται χώρους και διαμερίσματα. Όταν βρίσκει κλειστή την πόρτα του σπιτιού του, πηγαίνει στους γείτονες, μια οικογένεια Ιταλών αριστεριστών και μοιράζεται το μπάνιο με την κόρη τους, Φεντόρα, εφόσον όλοι πιστεύουν πως η αιδώς ήταν μια «αστική αξία».

Ο νεαρός ήρωας βράζει στο ζουμί του. Μήπως η παγκόσμια επανάσταση πρόκειται να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή κι αυτός δεν έχει την απαιτούμενη ηλικία να βρεθεί στην πρώτη γραμμή; Αναμένοντας την Μεγάλη Νύχτα η πολυκατοικία μετατρέπεται σε άντρο των ανατρεπτικών δυνάμενων. Άνθρωποι εμφανίζονται από το πουθενά, καταστρώνουν σχέδια για νύχτες ολόκληρες, βρίζονται, εξαφανίζονται. Οι απόψεις μπερδεύονται: Αρνείται μια κοπέλα να πάει μαζί σου; Μικροαστική συμπεριφορά. Πηγαίνει με κάποιον άλλον; Ρεβιζιονιστική συμπεριφορά. Πηγαίνει με δύο άλλους; Αντεπαναστατική συμπεριφορά – και πάει λέγοντας. Οι γονείς της Φεντόρας κυκλοφορούν γυμνοί ακόμα και στο κλιμακοστάσιο και προτείνουν – με αρκετή επιτυχία στους νεότερους – να αφαιρεθούν όλες οι πόρτες των διαμερισμάτων, ώστε να εκλείψει η οικογενειακή ιδιωτικότητα, αυτός ο παράγοντας ατομικισμού.

Είχα την αίσθηση πως εδώ ασχολούνταν με τα μεγάλα ζητήματα του κόσμου, και η φωνή της Βενσέν θα αντηχούσε ως την άλλη άκρη της γης.

Το Πανεπιστήμιο της Βενσέν παίρνει την θέση της Σχολής Καλών Τεχνών. Στις ομάδες των αριστεριστών όποιος φωνάζει περισσότερο ακούγεται καλύτερα και συχνά κερδίζει. Οι ιεραρχίες καταργούνται, η παρουσία παιδιών δεν σοκάρει κανέναν. Εκεί ανακαλύπτει την δύναμη των λέξεων και την υπεροχή τους έναντι των δικεφάλων. Η ανθρώπινη μοίρα του Αντρέ Μαλρώ γίνεται το πρώτο μυθιστόρημα με το οποίο καταδέχεται να αναμετρηθεί και το αναγνωστικό σοκ συνεχίζεται με το Δίχως πατρίδα μήτε σύνορα του Τζαν Βάλτιν. Αυτά γίνονται τα παράθυρα για μια ονειρευμένη ζωή. Τι κι αν διαπιστώνει πως οι ιστορίες των επαναστατών έχουν συνήθως κακό τέλος; Αν θέλει να πετύχει κάτι σπουδαίο, είναι πλέον καθήκον του να απαρνηθεί τον άνετο βίο.

Η ευκαιρία προκύπτει άμεσα, με την συμμετοχή του Λυκείου στις κινητοποιήσεις του 1973· εκεί αισθάνεται πως διασχίζονται τα σύνορα που τους χώριζαν από τον κόσμο των μεγάλων. Πουθενά αλλού δεν νοιώθει τόσο άνετα όσο μέσα στο ανάκατο πλήθος και τίποτα δεν διατηρεί πιο ζωντανή τη φλόγα απ’ ό,τι μια επίθεση φασιστών – οι σχετικές μάχες στους δρόμους και στα στέκια τιμούν πολλές σελίδες του βιβλίου. Πολεμώντας σώμα με σώμα τους φασίστες, «όπως οι αξιοσέβαστοι προκάτοχοί του, το Κόκκινο Μέτωπο στην Γερμανία, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία, οι Μακί του Βερκόρ στην Γαλλία», ο νεαρός ήρωας παίρνει το βάπτισμα του πυρός ως στρατευμένος επαναστάτης. Καμία σχέση με τους περιπατητές του Μάη, που έπεφταν με ακάλυπτο το κεφάλι, φορώντας σκάκια και μοκασίνια. Η συμπαγής, ηλεκτρισμένη μάζα είχε το μαχαίρι στα δόντια, έτοιμη για την μάχη ενάντια στην Ακροδεξιά.

Ο αντίκτυπος του χιλιανού πραξικοπήματος τον εξοργίζει: οι περισσότεροι μιλάνε για ευρύτερη κινητοποίηση, διεθνή αλληλεγγύη, αλλά ούτε λόγος για δράση. Ακόμα και το περίφημο σύνθημα «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος» δεν του αρκεί. Τι νόημα έχει να είναι ενωμένος αν δεν είναι οπλισμένος; Ολόκληρος ο κόσμος βράζει: Σαντιάγο, Παλαιστίνη, Αθήνα, Μπεζανσόν, δεν ήξερες πού να πρωτοστραφείς. «Κάθε βδομάδα ανακαλύπταμε και την ύπαρξη μιας νέας συμφοράς, που απαιτούσε από μας μια φρενήρη προσπάθεια κατανόησης. Έπρεπε να συζητάμε το θέμα νύχτες ολόκληρες, να ετοιμάζουμε εισηγήσεις, να διαβάζουμε έργα αναφοράς, ένας αναγνωστικός παροξυσμός». Λίγο αργότερα η επανάσταση στην Πορτογαλία γεννούσε έναν νέο ήρωα: τον φαντάρο που λιποτακτούσε.

Μήπως όλα σχετίζονταν μεταξύ τους; Μήπως είναι η εγκαθίδρυση κάθε συστήματος εκμετάλλευσης του ανθρώπου που δημιουργεί το κακό κι αυτό με την σειρά του πυροδοτεί κάθε αντίδραση; Η αντίληψη του κόσμου φωτίζεται εντός του και χάρη σ’ αυτήν τα μυστήρια της ανθρώπινης μοίρας εξηγούνται και οι ιστορικές αναταραχές αποκτούν νόημα. Το πεπρωμένο μας ήταν να πολεμάμε στο πλευρό των θυμάτων, ο στόχος η παγκόσμια επανάσταση. Στην άκρη του μυαλού του όμως ενοχλεί ένα άλλο ερώτημα: Μήπως εντέλει ήμασταν μικροαστοί που ήθελαν απλώς να αλητέψουν λίγο μέσω της πολιτικής; Μήπως εκεί που άλλοι παρίσταναν τους αριστοκράτες, εμείς παριστάναμε τους προλετάριους;

Ο Λένιν στο Κρεμλίνο δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι η πολιτική δράση μπορεί να είναι τόσο ανέμελη και χαρούμενη.

Ο συγγραφέας βιώνει την απόλαυση των ατέλειωτων συνελεύσεων, των συνεδριάσεων, των αντιπαραθέσεων, των ψηφοφοριών. Μέσα από τις επιτροπές αγώνα, τα επιμορφωτικά σεμινάρια και την εκπαίδευση των ομάδων περιφρούρησης, βρίσκεται πάντα σε δράση. Συχνά κοιμούνται όλοι μαζί, ο ένας πάνω στον άλλον, χωρίς να λείπουν οι ψίθυροι και τα χάδια. Νοιώθαμε σα να βρισκόμασταν στον υπαρκτό κομμουνισμό: ελεύθεροι και χαρούμενοι. Οι ατέρμονες συζητήσεις επί παντός επιστητού συνδυάζονται με παραθέματα και αντιπαραθέματα από Αντονέν Αρτώ, Ζορζ Μπατάιγ, Τζάκσον Πόλοκ, Ντίζι Γκιλέσπι, Ανιές Βαρντά, Πίτερ Μπρούκ, Ντένις Χόπερ και πάντα φυσικά υπό την ροκ μουσική.

Αντιλαμβάνεται κανείς πως όλη αυτή η ευδαιμονία δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Στον δημόσιο χώρο οι οχτώ νεκροί από βόμβα των νεοφασιστών στην Μπρέσια το 1974 σηματοδοτούν το τέλος της άνοιξης και μια δεύτερη ενηλικίωση. Η δολοφονία του Χόλγκερ Μάινς της Φράξιας Κόκκινος Στρατός είναι ακόμα πιο σοκαριστική: «η φωτογραφία της σορού του παραπέμπει μ’ ένα καθηλωτικό φλας-μπακ στη ναζιστική θηριωδία. Δεν είχε αλλάξει τίποτα: στη Γερμανία συνέβαιναν πάλι όλα αυτά, αλλά σήμερα. Μπορούσε άραγε κανείς να πιστέψει πως η σύγχρονη δήθεν δημοκρατία είχε αποκαταστήσει τους δεσμούς της με τις ανθρωπιστικές αξίες;». Στον ιδιωτικό, η κοινότητα στο Μονρούζ σταδιακά παρακμάζει: η έλλειψη ιδιωτικότητας γίνεται αφόρητη, οι καυγάδες μεταξύ των ενοίκων για τα κοινά ρούχα ομηρικοί. Η κοινοκτημοσύνη λαμβάνει τέλος.

Όλο το φάσμα της Άκρας Αριστεράς βρίσκεται στους δρόμους του Παρισιού, μαοϊκοί, ελευθεριακοί κομμουνιστές, οπαδοί της αυτοδιαχείρισης, γκεβαρικοί, επιθυμιακοί, συμβουλιακοί, μετα-καταστασιακοί, τροτσκιστές όλων των ειδών, δεκάδες γκρουπούσκουλα κι άλλα τόσα ακρωνύμια και φυσικά αναρχικοί. Οι ατέλειωτες συζητήσεις καλά κρατούν και ο Οσμόν μοιράζεται και τις πιο σπαρταριστές πλευρές των συγκρούσεων θέσεων και επιχειρημάτων. Όταν για παράδειγμα, η RAF είχε πιάσει ομήρους κάτι γερμανούς διπλωμάτες στην Στοκχόλμη, σ’ ένα απολαυστικό τραγελαφικό πλην ενδεικτικό στιγμιότυπο, κάποιοι απαγάγουν τον σκύλο του λυκειάρχη, ενώ οι μαθητές σχηματίζουν δυο ομάδες με συνθήματα, αντίστοιχα, «Λευτεριά στον Ζοζό!» η μια, «Θάνατος στον Ζοζό!» η άλλη. Στην Στοκχόλμη η ομηρία κατέληξε σε μακελειό, ενώ στο σχολείο ο Ζοζό βρέθηκε στις τουαλέτες του λυκείου.

Ενδιαφέρον προκαλεί η σύγκρουση των διαφόρων ομάδων για όλα τα κοινωνικά θέματα, όπως, για παράδειγμα, η πορνεία, με αφορμή την κυκλοφορία του αυτοβιογραφικού βιβλίου-μανιφέστου Το μαύρο είναι ένα χρώμα (1974) της διαβόητης ιερόδουλης και ακτιβίστριας Γκριζελιντίς Ρεάλ. Η Ρεάλ ηγήθηκε της επανάστασης των ιερόδουλων, διεκδικώντας κοινωνική αναγνώριση για την δραστηριότητα της πορνείας, την οποία θεωρούσε «επαναστατική πράξη» χωρίς να παραβλέπει τις σκοτεινές πλευρές του επαγγέλματος. Πολλές γυναίκες των ομάδων αυτών θεωρούσαν την πορνεία έναν καλό τρόπο να μην αλλοτριωθούν από την εργασία και συνήθως επιδίδονταν περιστασιακά σε αυτή την δραστηριότητα μοιράζοντας τα κέρδη μεταξύ τους. Η άλλη πλευρά υποστήριζε κατηγορίες πως πρόκειται για μαστροπεία και υποδούλωση των γυναικών. Ενίοτε αυτές οι κατηγορίες προκαλούσαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με σιδερολοστούς ανάμεσα σε αντίπαλες συλλογικότητες.

Όταν μετά από μια άκρως ενδιαφέρουσα περιπλάνηση με ιντερέιλ στις ευρωπαϊκές πόλεις ένας σύντροφος θέλει να συνεχίσουν ως την Γιουγκοσλαβία, την «πατρίδα της αυτοδιαχείρισης», η αντιγνωμία για την χώρα (την συγκαταλέγουμε στα σταλινικά, γραφειοκρατικά καθεστώτα που απεχθανόμαστε ή μήπως την εκτιμούμε λόγω του αυτοδιαχειριστικού της προσανατολισμού;) ή το ευρύτερο ζήτημα αν το καθεστώς της αυτοδιαχείρισης είναι προτιμότερο από εκείνο των σοβιέτ (που ο ήρωας φαντάζεται «ως μια μπίτνικ εκδοχή του κομμουνισμού, ένα διαρκές χάπενινιγκ όπου καθένας έλεγε τη γνώμη του χωρίς ποτέ να μπορεί να ληφθεί μια απόφαση») δίνουν την θέση τους στην έλξη και τον προβληματισμό για τις ένοπλες ομάδες που ενίοτε διαπράττουν δολοφονίες· εδώ το ερώτημα είναι: ιεραρχημένες και στρατιωτικοποιημένες οργανώσεις που ισχυρίζονται πως επιτίθενται κατευθείαν στην καρδιά του κράτους ή ένα πιο «διάσπαρτο αντάρτικο πόλεων, αποτελούμενο από ανεξάρτητες, αποκεντρωμένες ομάδες που δρουν με κοινούς στόχους και σε άμεση σύνδεση με τους κοινωνικούς αγώνες»;

Η συνάντηση με τους Δίκαιους του Αλμπέρ Καμύ, ένα θεατρικό εμπνευσμένο από την δολοφονία του Μεγάλου Δούκα Σέργιου από κάποια μέλη του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος, τον κάνει να αναρωτιέται αν η τρομοκρατική δράση διαθέτει νομιμοποίηση, καθώς ανέκαθεν ανήκε στην παράδοση του επαναστατικού κινήματος. Ο Καμύ δικαιώνει αυτή την παράδοση, παρουσιάζοντας τα πρόσωπα ως πλάσματα που βασανίζονται και όχι ως ψυχοπαθείς και τέρατα. Και η ανάγνωση του Αλτουσέρ του δίνει όλο το διανοητικό φως που χρειαζόταν. Αν για τον Γάλλο φιλόσοφο «Η Ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο», τότε μπορούν κι αυτοί ως μη υποκείμενα μπορούν να κυλήσουν την Ιστορία προς την φαντασίωση της Μεγάλης Επαναστατικής Νύχτας. Χάρη σ’ αυτόν νοιώθει προστατευμένος από ένα ακατανίκητο θεωρητικό οπλοστάσιο, απελευθερωμένος από τα ανθρώπινα συναισθήματα που παρακωλύουν την ικανότητα για δράση.

Την εποχή που η συντροφιά ακούει το Horses της Patti Smith και το White Riot των Clash, το πρώτο τους 45άρι, έναν δίλεπτο ύμνο στην ανυποταξία, η  Φράξια Κόκκινος Στρατός πραγματοποιεί νέο χτύπημα το 1977. Καθώς ακούνε την είδηση στο τραίνο, ο ήρωας παρατηρεί: Οι ταξιδιώτες έμοιαζαν τρομοκρατημένοι από το ξέσπασμα μιας τόσο ριζοσπαστικής βίας, βγαλμένης απ’ τα σπλάχνα μιας χώρας που δεν ήθελε πλέον παρά να απολαύσει την ηρεμία και την ευμάρειά της. Ανακάλυπταν όμως πως κάποια βλαστάρια τους είχαν, αντίθετα, αποφασίσει να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους με ένα σαφώς πιο βίαιο παρελθόν. […] Με ενδιέφεραν αποκλειστικά όσοι από τους γύρω μου είχαν περάσει τα πενήντα. Τι έκαναν άραγε τριάντα χρόνια νωρίτερα; Φορούσαν τη ναζιστική στολή; Φώναζαν «Heil Hitler!» με τεντωμένο χέρι; Εκτελούσαν εκτοπισμένους; Στατιστικά, ήταν πιθανό. Οι κλάψες τους για την βαρβαρότητα των τρομοκρατών μου προκαλούσαν αηδία, τη στιγμή μάλιστα που δεν είχαν ακόμα πληρώσει για τα εγκλήματα της δικής τους βαρβαρότητας [σ. 299]. Πολύ περισσότερο οι συνθήκες κράτησης των συλληφθέντων μελών της RAF και ο θάνατός τους στα Λευκά Κελιά έκανε στα μάτια τους την Γερμανία ένοχή για ένα κρατικό έγκλημα που προσπαθούσε να συγκαλύψει με ένα κρατικό ψέμα.

Η πολυαναμενόμενη, σχεδόν προαναγγελθείσα στιγμή είναι πλέον εδώ: Του προτείνεται να συμμετάσχει σ’ ένα σήμα που ονομαζόταν Primea Linea – Πρώτη Γραμμή, μια σύμπραξη τοπικών «ομάδων δράσης», που πραγματοποιούσαν ένοπλες ενέργειες στην  υπηρεσία του κινήματος αμφισβήτησης. Η βασική διαφορά τους με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες που, από την πλευρά τους, είχαν ριχτεί σε μετωπική σύγκρουση με το κράτος, στηριζόμενες σε μια στρατιωτική δομή, ήταν πως η PL επέμενε πως επιδίδεται σε ένοπλο αγώνα και όχι τρομοκρατία, με κάθε επίθεση να χτυπάει στοχευμένα και ποτέ στα τυφλά, όπως έκανε η Ακροδεξιά όταν τοποθετούσε βόμβες σε δημόσιους χώρους.

Κι εδώ, πλέον, στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο ήρωας βρίσκεται μπροστά στην δράση που τόσο επιθυμούσε. Στις μαζικές συγκρούσεις πριν την δράση κυριαρχούσε ο φόβος, κι όταν ξεκινούσε η δράση, ο φόβος εξαφανιζόταν διαμιάς, δίνοντας την θέση του στο κενό. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά: ο τύπος που σημαδεύει υπάρχει με σάρκα και οστά. Δεν είναι ένας «ταξικός» εχθρός γενικώς και αορίστως αλλά ένα ζωντανό ανθρώπινο ον. Αναρωτιέται αν έχει το δικαίωμα να του αφαιρέσει την ανάσα, το βλέμμα, τα συναισθήματά του. Η πρώτη του ληστεία στην υπηρεσία της Υπόθεσης τον αφήνει αμφίθυμο. Διόλου θεαματική, χωρίς καταδίωξη και τα συναφή και χωρίς λόγους πανηγυρισμού. Τώρα όμως πλέον δεν μπορεί να κάνει πίσω. Οφείλουμε, σκέφτεται, να είμαστε ενεργοί παράγοντες της Ιστορίας και όχι απλοί θεατές.

Το 1978 έρχεται το μεγάλο χτύπημα των Ερυθρών Ταξιαρχιών με την απαγωγή του Άλντο Μόρο. Για τον ίδιο, η προσχεδιασμένη εκτέλεση πέντε αστυνομικών αποτελούσε πράξη τρομοκρατίας και όχι ένοπλης πάλης. Σε μια επιχείρηση, επιμένει, έχει κανείς το δικαίωμα να επιτεθεί μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή νόμιμης άμυνας. Ο Μόρο ήταν ακόμα ζωντανός όταν η παρέα έκανε εξόρμηση στο Λονδίνο όπου η Αντιναζιστική Λίγκα [Anti-Nazi League] έκανε την περίφημη συναυλία Ροκ ενάντια στον ρατσισμό [Rock against Racism]. Ο Τζο Στράμερ των Κλας φορούσε μπλουζάκι με το έμβλημα της RAF που από την άλλη πλευρά έγραφε Brigade Rosse (με λανθασμένο d αντί για t). Ποιος θα μπορούσε να ενοχληθεί απ’ αυτό τον φόρο τιμής στις Ερυθρές Ταξιαρχίες; Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί πως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Άλντο Μόρο, πράος και μοναχικός στη «λαϊκή φυλακή» του, έγραφε ένα ακόμη γράμμα εκλιπαρώντας για την σωτηρία του;

Οι απογοητεύσεις έρχονται η μια μετά την άλλη: η Ένωση της Αριστεράς χάνει στις βουλευτικές εκλογές, η απεργία των σιδηρουργών καταλήγει σε συντριπτική ήττα και η υποχώρηση των Άγγλων μεταλλωρύχων μερικά χρόνια αργότερα, προαναγγέλλει το τέλος των μεγάλων απεργιών και των εργατικών εξεγέρσεων. Η φθορά καταβάλλει ακόμα και τους πιο μαχητικούς συντρόφους, ενώ ένα πελώριο κύμα μαζικών συλλήψεων αποδεκατίζει τους κύκλους της Άκρας Αριστεράς, μεταξύ των οποίων και όλους τους ηγέτες του αυτόνομου κινήματος, όπως ο Τόνι Νέγκρι. Η εποχή των οδοφραγμάτων τελειώνει, αλλά εκείνος αρνείται να το καταλάβει. Στην πρώτη του αγωνιώδη επιχείρηση αρκεί ένας πυροβολισμός στα πόδια, αλλά στην επόμενη, εναντίον ενός ανώτερου στελέχους της Fiat στο Τορίνο, η διαταγή αφορά εκτέλεση και προσφέρεται να πάει για να είναι δίπλα στην Φεντόρα, να την προστατεύσει. Πώς θα φερθεί εκείνος που ως τότε δεν είχε διανοηθεί να εξοντώσει έναν αντίπαλο, να τον καταδικάσει σε οριστικό αφανισμό, να ορίσει την στιγμή που ο άλλος θα έπαυε να υπάρχει ως άτομο, ως πατέρας γιος ή σύζυγος; Η σύγκρουση ανάμεσα στα αντικειμενικά επιχειρήματα και στην ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων είναι δραματική. Η επιχείρηση θα καταλήξει σε αποτυχία, λόγω της υπαναχώρησής του, αλλά η Φεντόρα συνεχίζει έναν άλλο δρόμο – η αγαπημένη του πλέον μυρίζει θανατίλα.

Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, είχαμε γίνει άγρια θηρία.

Ένας νέος νόμος της ιταλικής κυβέρνησης αφορά τους ανανήψαντες: όποιος καταδώσει τους συντρόφους του θα έχει σημαντική μείωση ποινής. Χάρη στην ομολογία της Φεντόρα εξαρθρώνεται ένας πυρήνας τρομοκρατών στην Ρώμη. Στο κελί της βρίσκεται αντιμέτωπη με το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης· η προσωπική της κατάρρευση ήταν συνέπεια μιας πολιτικής ήττας, καθώς και της ήττας του ένοπλου αγώνα και των παράνομων ομάδων. Όταν μεταφέρεται σε φυλακή όπου κρατούνταν αμετανόητες της τρομοκρατίας υποφέρει τα πάνδεινα και ανακαλεί την ομολογία της, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά τους ευνοϊκούς όρους ενώ για την Primea Linea θα παραμείνει για πάντα μια πουλημένη. Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, είχαμε γίνει άγρια θηρία.

Ο διαλεκτικός υλισμός είχε ηττηθεί από την μανιοκατάθλιψη

Ο τελευταίος γύρος του ήρωα γίνεται στις καταλήψεις του Παρισιού, σε ρημαγμένες περιοχές γεμάτες ναυάγια της ζωής. Η Μεγάλη Νύχτα άργησε να έρθει και πρέπει να επινοηθεί μια άλλη ιστορία. Από την μία, αν εγκαταλείψουμε την προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο, θα σερνόμαστε σαν τα σκουλήκια. Από την άλλη, δεν υπάρχουν και πολλές πιθανότητες να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος ανθρώπου, με βαθιά καλοσύνη και την διάθεση να μοιράζεται. Το παιδικό του όνειρο για έναν κόσμο με ισότητα και ελευθερία δεν είχε βγάλει πουθενά. Αφιερώσαμε τα νιάτα μας σε ανέφικτα ιδανικά, επιβεβαιωθήκαμε χάρη σ’ αυτά, κι έπειτα τα παρατήσαμε, τη στιγμή που θα μπαίναμε στην πραγματική ζωή. Σύμφωνα μ’ έναν σύντροφό του, αναζήτησαν πάση θυσία έναν αντίπαλο να πολεμήσουν. Δεν είχαν όμως απέναντί τους ναζί, παρά τον Ζισκάρ και τους απατεώνες του περιβάλλοντός του. Στην πρώτη περίπτωση, παίρνουμε τα όλα, στην δεύτερη αρκεί το ψηφοδέλτιο. Είχαμε κηρύξει τον πόλεμο ενάντια σ’ έναν φανταστικό εχθρό. Και αυτό διέκρινε τον αξιοσέβαστο αντιστασιακό από τον αξιοκαταφρόνητο τρομοκράτη.

Όλες αυτές οι σκέψεις έχουν ως υπόκρουση στη διαπασών το Sandinista! των Clash, που του φαίνεται ως η τελευταία παρακαταθήκη της δεκαετίας και «απ’ τη στιγμή που αυτή η μουσική μαρτυρία υπήρχε και περνούσε στην αιωνιότητα, μπορούσαμε κι εμείς να περάσουμε χωρίς τύψεις σε μια διαφορετική ιστορία». Δεκαπέντε χρόνια αργότερα θα διάβαζε το βιβλίο: Ερυθρές Ταξιαρχίες: Μια ιταλική ιστορία, ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε δώσει ο Μάριο Μορέτι, τελευταίος ιστορικός ηγέτης των Ερυθρών Ταξιαρχιών και εκτελεστής του Άλντο Μόρο. Ο Μορέτι εξιστορούσε με διαύγεια την διαδρομή των ένοπλων ομάδων, περιέγραφε τον μηχανισμό του φανατισμού και της τύφλωσης: πώς, βήμα βήμα, μπαίνοντας σε μια αμείλικτη λογική, φτάνει κανείς χωρίς εμφανή δυσκολία να σκοτώσει έναν άνθρωπο που έχει κηρυχθεί εχθρός του προλεταριάτου. Έδειχνε επίσης πώς η τραγωδία της βίας διατηρούσε στενές σχέσεις με την ιταλική ιστορία: ο μύθος του ένδοξου παρτιζάνου, η ισχύς του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο ριζοσπαστισμός του εργατικού κινήματος….

Οι σύντροφοί του δεν αποκάλυψαν ποτέ την συμμετοχή του στις ενέργειες της Prima Linea και χάρη στη σιωπή τους γλίτωσε την φυλακή· άλλος έφυγε για την Νικαράγουα κι ήταν ο μόνος απ’ όλους που έζησε μια επανάσταση, άλλος αυτοκτόνησε, άλλος κηδεύτηκε από βετεράνους εθελοντές του IRA, κάποιοι βρήκαν δημιουργικότερους τρόπους να εκφράσουν την αδιαλλαξία τους. Κι εκείνος, καθώς σκέφτεται όσους θυσιάστηκαν για ένα πολιτικό όνειρο, τους Mπόμπι Σαντς, Πιερ Οβερνέ, Πουτς Αντίκ, Μιγκέλ Ενρίκες, Χόλγκερ Μάινς, Πιέρ Γκολντμάν και τόσους άλλους, υπόσχεται στον εαυτό του να τους κρατήσει για πάντα στη σκέψη του, ακόμη και όταν όλος ο κόσμος θα τους είχε ξεχάσει. Όσο για τα ιδανικά του, δεν αισθάνεται πως τα έχει προδώσει· αντίθετα, ότι προδόθηκε από αυτά. Ίσως οι καιροί άλλαξαν, τότε στο μυαλό τους κυριαρχούσαν οι στίχοι ενός ποιήματος του Αραγκόν Κι έτσι τα σκυθρωπά πρωινά γίνονταν άλλα· αλλά η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο είναι πάντα ζωντανή.

Τι κάνει αυτό το βιβλίο τόσο γοητευτικό; Ίσως είναι η βαθειά, ανθρώπινη εξομολογητική ειλικρίνεια του συγγραφέα που γράφει ό,τι έζησε, ίσως η αφήγηση μιας φρενήρους πορείας που θα μπορούσε να παρασύρει οποιονδήποτε νέο που επιθυμεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, ίσως και η ολοζώντανη αναπαράσταση ενός περιβάλλοντος που εμψύχωνε το όνειρο για μια καλύτερη ζωή· αναμφισβήτητα, όμως, εκείνο που το απογειώνει είναι το συνήθως αποσιωπημένο ζήτημα των ορίων στην ηθική της πολιτικής, στην πολιτική στράτευση και στην βία. Στην χειμαρρώδη διήγηση του συγγραφέα που είναι και σεναριογράφος και σκηνοθέτης δεν χωράνε ποιητικές και περίτεχνες λογοτεχνικές πλέξεις, αλλά η πένα του αποφεύγει όλες τις παγίδες της σεναριακής διήγησης (στην οποία πέφτει διαρκώς η σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία) και γράφει ένα μυθιστόρημα πολιτικής και ερωτικής ενηλικίωσης, ρεαλιστικό χωρίς πεζότητα, φορτισμένο χωρίς βεβιασμένα συναισθήματα, ισορροπημένο ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη γραφή.

Εκδ. Πόλις, 2016, μτφ. από τα Γαλλικά Αριάδνη Μοσχονά, σελ. 450. Περιλαμβάνονται τετρασέλιδο γλωσσάρι των πολιτικών οργανώσεων που αναφέρονται στο βιβλίο και 70 σημειώσεις της μεταφράστριας [Stéphane Osmont – Éléments incôntrolés, 2013].

Στις εικόνες: Μια φωτογραφία και δύο αφίσες από τον Παρισινό Μάη, ο Toni Negri σε ευφορική στιγμή (Padova, 1972, συνέλευση του Potere Operaio), έντυπο ντοκουμέντο της εποχής, Grisélidis Réal, διαδήλωση στο Τορίνο (1980, φωτ. Enrico Martino), Louis Althusser, αφίσα των Clash για το White Riot, Andreas Baader και Gudrun Esslin στην δίκη της Φράξιας Κόκκινος Στρατός [RAF], Joe Strummer με την περίφημη μπλούζα του Rock Against Racism, o Giuseppe Memeo μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης Proletari Armati per il Comunismo (PAC), καθώς πυροβολεί στην via De Amicis (Μιλάνο, 1977), δυο στιγμιότυπα από την ταινία La Prima Linea (Renato di Maria, 2005) και ο συγγραφέας.