Οι ξυπόλητες των ταινιών, 13: Οι υποταγμένες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 25 (Ιανουάριος 2021), εδώ

ΧΧΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 13: Οι υποταγμένες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Την είδα ένα βροχερό απόγευμα έξω από το σινεμά Έσπερος. Είχε τα πόδια της πάνω σε σκαμνάκι, καλυμμένα από ένα κόκκινο ύφασμα γεμάτο σχέδια με χρυσές ραφές. Γονατισμένη μπροστά τους μια κυρία πολύ μεγαλύτερης ηλικίας τα χτυπούσε με δυο σφυράκια, μ’ έναν τρόπο που φαινόταν να γνωρίζει καλά. Έμοιαζε να ασκεί μια τέχνη αρχαία, που γνώριζε την χαρτογραφία των πελμάτων και την ελεγχόμενη ένταση των χτυπημάτων. Η νέα γυναίκα είχε τα μάτια κλειστά μα δεν μπορούσα να αντιληφθώ αν τα δεχόταν παθητικά ή αν οι ρυθμικές κρούσεις προκαλούσαν κάποιου είδους ενέργεια. Ταράχτηκα και χώθηκα αμέσως στην αίθουσα που, σχεδόν άδεια, όπως σε κάθε χειμερινή απογευματινή των πέντε, με υποδέχτηκε στην γνώριμη αγκάλη της υγρασίας, της κλεισούρας και της ηχηρής ηχητικής άλλων γλωσσών. Η ταινία είχε τον περίεργο, προστακτικό τίτλο Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια. Πώς ζούσε εκείνη η γυναίκα σ’ εκείνα τα υποφωτισμένα, έρημα σπίτια των φωτογραφιών και τι έφερνε τα πόδια της σε τέτοια θέση; Τι συνέβαινε πριν, τι ακολουθούσε μετά;

Μόλις κάθισα έκλεισα και ξανάνοιξα τα μάτια μου, απαραίτητη αστραπιαία τελετή για να εισχωρήσω στην ταινία· δεν έβλεπα κάποιον άντρα στις φωτογραφίες, ώστε εκ προοιμίου να πάρω την θέση του κι έτσι στήθηκα σε μια γωνιά, αυτόπτης μάρτυρας της σιωπηλής πολιτείας ενός κινέζικου οίκου μιας μακρινής εποχής. Οι συνήθως κλειστές πύλες του άνοιξαν μια μέρα για μια δεκαεννιάχρονη κοπέλα, την Σονγκλιάν, η οποία, αδυνατώντας να συνεχίσει τις σπουδές της μετά τον θάνατο του πατέρα της, έγινε με διακανονισμένο από την μητριά της γάμο η Τέταρτη Σύζυγος/Ερωμένη του πλούσιου άρχοντα του οίκου. Η υποδοχή της είναι βασιλική αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται την ιδιόμορφη συνήθεια του σπιτιού: κάθε βράδυ ο σύζυγος επιλέγει την γυναίκα με την οποία επιθυμεί να περάσει την νύχτα προστάζοντας να ανάψουν τα κόκκινα φανάρια πάνω από την πόρτα της. Η επίλεκτη απολαμβάνει μια ειδική προσωπική περιποίηση εισχωρήσει στα ενδότερα.

Μια νεαρή υπηρέτρια φέρνει μια λευκή λεκάνη για το πλύσιμο των ποδιών και της αλείφει τα πόδια της με κάποιο υγρό, ενώ ένας γέρος υπηρέτης ανάβει τα φώτα του δωματίου και χαμηλώνει το πολύφωτο πλησιέστερα πάνω από το κρεβάτι. Τα πόδια σκεπάζονται μέχρι να ξεσκεπαστούν από μια γηραιά υπηρέτρια που ξετυλίγει ένα ύφασμα με τα ξύλινα σφυράκια και αρχίζει τα χτυπήματα στην σφιγμένη κοπέλα. Πρώτα την κοιτάζει αυστηρά, αργότερα της χαμογελάει και την καθησυχάζει · «θα το συνηθίσεις». Το σφυροκόπημα των πελμάτων της ήταν γρήγορο και άλλαζε διαρκώς σημεία, σε μια γεωμετρία με σχήματα άγραφα μα αεικίνητα. Η φωτογραφία που με είχε μαγέψει συνέβαινε την δεύτερη, μεταγενέστερη φορά. Πλησίασα (ή με πλησίασε με ευπρόσδεκτο ζουμάρισμα) το πρόσωπο της σφυροκοπούμενης: ανέκφραστη αρχικά, σύντομα αφηνόταν στην κρούση, πρώτα με κλειστά χείλη, κατόπιν με ανοιχτά, προδοτικά μιας ανοδικής ηδονής.

Ο προκλητικός, στοιχειωτικός ήχος των χτυπημάτων αντιλαλεί και αντανακλάται στους τοίχους του οίκου κάθε απόγευμα. Όλοι γνωρίζουν ποια από τις τέσσερις γυναίκες απολαμβάνει τον εθιμικό δαρμό ως τα κατάβαθά της, πρόσκαιρη προνομιούχα των επόμενων ωρών, η ημερήσια εκλεγμένη της νύχτας. Την επόμενη ημέρα θα διαλέξει και το μενού του γεύματος όπου θα συνευρεθεί ολόκληρη η «οικογένεια» και θα ολοκληρώσει τον κύκλο της εξουσίας της μέχρι το επόμενο άναμμα των φαναριών. Η Δεύτερη Σύζυγος/Ερωμένη την έχει ήδη πληροφορήσει: «μην υποτιμάς το μασάζ στα πόδια· αν έχεις ένα κάθε μέρα, θα κυβερνάς τον οίκο».

Ως αφοσιωμένος εγκυκλοπαιδιστής των ποδιών, δεν αρκέστηκα στα δεδομένα της ταινίας αλλά αναζήτησα την ιστορική αλήθεια της σχετικής διαδικασίας. Μια σειρά ειδικών κινηματογραφικών περιοδικών με διαφώτισε σκοτεινιάζοντας μια αναμενόμενη χαρά. Επρόκειτο για ξεκάθαρη κινηματογραφική επινόηση του σκηνοθέτη! Ο σκηνοθέτης γνώριζε καλά πως το γυναικείο σώμα έχει υποστεί τα πάνδεινα στον κινεζικό πολιτισμό. Το αδιανόητο δέσιμο των γυναικείων ποδιών υπήρξε καθιερωμένη πρακτική στην Κίνα για δέκα ολόκληρους αιώνες, από τον 10ο έως τον 20ο. Σύμφωνα με μια καθιερωμένη, σχεδόν μυθολογημένη πεποίθηση, όσο πιο μικρά είναι τα πόδια της γυναίκας τόσο μικρότερος και ο κόλπος της, συνεπώς και μεγαλύτερη η ηδονή για τον άντρα. Επιπρόσθετα, με μικρότερα πόδια η γυναίκα θα έκανε μικρότερα βήματα, συνεπώς θα διέθετε «κομψότητα και χάρη». Η σχέση ποδιών και σεξουαλικότητας περνούσε από μια αμφιλεγόμενη και κυρίως ανείπωτα μαρτυρική οδό.

Στην ταινία του ο Γιμού αντικαθιστά αυτή την παράδοση με την συγκεκριμένη τελετουργία των ποδιών η οποία στην ουσία αποτελεί προετοιμασία του ίδιου του κόλπου της γυναίκας για να υποδεχτεί «όσο καλύτερα γίνεται» τον αφέντη που την «επέλεξε», δηλαδή διέταξε να τον υπηρετήσει το βράδυ. Εκεί στοχεύει η υποβολή στο απόλυτο μασάζ ενός υπερευαίσθητου σημείου. Με αυτό τον τρόπο ασκεί την δική του συμπυκνωμένη κριτική στις καθιερωμένες πρακτικές υποταγής του γυναικείου σώματος επινοώντας μια άλλη. Όμως η διαμαρτυρία του δεν περιορίζεται εκεί. Ο θεσμός της οικογένειας αποτελεί κεντρικό πυρήνα στην κινεζική κουλτούρα, καθώς, σύμφωνα με την κομφουκιανή φιλοσοφία, μόνο όταν οι οικογένειες διοικούνται καλά, το κράτος επίσης κυβερνάται καλά. Ο άντρας με τις τέσσερις γυναίκες και τους υπηρέτες ζει σ’ ένα sanheyuan, μια μορφή σπιτιού που αναπτύχθηκε πάνω στην σχετική ιδεολογία και συνοψίζει την κλασική κινεζική αρχιτεκτονική – ο σχεδιασμός και η χρήση των χώρων εκφράζει τους σύνθετους κοινωνικούς κανόνες που υποτίθεται πως ενσωματώνουν μια οικιακή ουτοπία. Τα σπίτια αυτά ήταν αυτάρκη και διέθεταν τα πάντα (η απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο ήταν το απόλυτο, εκτεταμένο sanheyuan).

Στο περίκλειστο αυτό σπίτι οι γυναίκες είναι πλήρως υποταγμένες στον άντρα, που είναι ο απόλυτος άρχοντάς του, και δεν επιτρέπεται να βγουν από τα όρια του οίκου, εφόσον άλλωστε βρίσκονται εκεί για να προστατευτούν από τον εξωτερικό κόσμο. Όμως όσο κι αν είναι «ασφαλείς» από αυτόν, τόσο υποφέρουν αφόρητα στο εσωτερικό. Πέρα από ένα πολύπλοκο σύστημα καταπιεστικών κανόνων και παραδοσιακών τελετουργιών, αναγκάζονται να βρίσκονται σε συνεχή ανταγωνισμό με τις άλλες γυναίκες καθώς η εύνοια του αφέντη τους και η «πρόκρισή» τους στην αντρική κάμαρα δεν αφορά μόνο την συναισθηματική τους ισορροπία αλλά και την ίδια τους την επιβίωση. Το σπίτι που φαίνεται να υπόσχεται την οικογενειακή γαλήνη στην πραγματικότητα μοιάζει με ένα οικιακό πορνείο.

Σ’ έναν συμβολισμό που ανοίγει σαν βεντάλια, η μορφή της οικογένειας αντανακλά ολόκληρη την χώρα και τον πολιτισμό της. Είναι εμφανής η αντιστοιχία αντρών-κυβερνώντων και γυναικών-πολιτών που καταπιέζονται από αυταρχικές κυβερνήσεις οι οποίες δεν επιτρέπουν στοιχειώδεις ελευθερίες. Η εκτέλεση της Τρίτης Συζύγου/Ερωμένης ίσως συμβολίζει ευθέως την σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν που συνέβη δυο χρόνια πριν. Άραγε γι’ αυτό το πρόσωπο του αφέντη δεν φαίνεται ποτέ καθαρά αλλά η παρουσία του είναι παντού αισθητή, και ιδίως μέσα από τα ίδια τα φανάρια ακόμα κι όταν δεν ανάβουν; Οι ένοικοι μοιάζουν να βρίσκονται διαρκώς υπό επιτήρηση και ο αφέντης θέτει όλους τους κανόνες και έχει πάντα δίκιο – όπως σε χαρακτηριστικές στιγμές όπου ακόμα κι όταν απροκάλυπτα δεν έχει, θα προσπαθήσει να πείσει πως έχει: είναι ακριβώς ο τρόπος που κυβερνήσεις χειραγωγούν τον λαό τους. Ευνόητα η ταινία απαγορεύτηκε στην Κίνα και δεν παίχτηκε ποτέ στους κινηματογράφους και μόνο πολλά χρόνια αργότερα στην τηλεόραση.

Παρατηρούσα τις γυναίκες: σκηνοθετημένες σε τετράγωνα κάδρα, αυστηρά πλαισιωμένες από αλλεπάλληλες πόρτες και δωμάτια, κινούνταν σε προδιαγεγραμμένες διαδρομές μέσα στην εκτεταμένη τους φυλακή, διασχίζοντας γκρίζα δρομάκια με γκρίζους τοίχους, προτού χωθούν στο βαθύ κόκκινο των δωματίων τους εν αναμονή του άλλου κόκκινου της αποδοχής. Σε μια παράλληλη φωτομετρική ειρωνεία, τα φανάρια που υποτίθεται πως παρέχουν φωτισμό (μια επίσης βασική έννοια στον Κομφουκιανισμό) στην ουσία μαυρίζουν τις ψυχές καθώς αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο μιας ταπεινωτικής τελετουργίας που υφίσταται ένα ολόκληρο φύλο. Ακόμα και η υπηρέτρια της Σονγκλιάν ονειρεύεται τόσο πολύ το προς τιμήν της άναμμα των φαναριών, ώστε κρυφά φωταγωγεί το δωμάτιό της και βάζει τα πόδια της σ’ ένα σκαμνακι, σε μια προσομοίωση της ποθητής διαδικασίας. Όταν αργότερα αποκαλύπτει ένα μυστικό της κυρίας της, υποχρεώνεται να γονατίσει για ώρες πάνω στο χιόνι. Σ’ έναν κόσμο όπου οι γυναίκες δολοφονούνται ή βασανίζονται η Σονγκλιάν επιλέγει την απόσταση της μοναξιάς.

Όμως, όσο κι αν την εγκλωβίσουν σ’ ένα σχήμα και δυο χρώματα, όσο κι αν την παγιδεύσουν σε ζοφερούς οίκους και αποπνικτικά έθιμα, είμαι βέβαιος (γιατί την διαβάζω και την ξαναδιαβάζω σ’ εκείνη της την στιγμή) πως την ώρα των κρουστών πάνω στις πατούσες της εκείνη βρίσκεται στον δικό της λειμώνα και συνευρίσκεται ελεύθερα με όποιον επιθυμεί. Εκείνοι δεν θα μάθουν ποτέ τι βρίσκεται στο μυαλό της· στην σκέψη της δεν μετράει κανένας περιορισμός, εκεί είναι ελεύθερη. Τα πόδια της βιώνουν την δική τους αυτόνομη ευχαρίστηση και στέλνουν σήματα στον εγκέφαλο να προσκαλέσει τις ιδανικές εικόνες που θα της κρατήσουν συντροφιά αργότερα, όταν θα υφίσταται το ανεπιθύμητο σώμα επάνω της. Τότε, για λίγο, το κόκκινο επιστρέφει στην αρχική του ιδιότητα, ζωγραφίζει την ζωτικότητα και χρωματίζει το πάθος, γίνεται ευοίωνο και εορταστικό.

Για καιρό σκεφτόμουν να της στείλω ένα βλέμμα κατανόησης αλλά δεν πρόφτασα: μια μέρα την είδα να περιφέρεται στο χιονισμένο αίθριο φορώντας την στολή της φοιτήτριας· μέσα στην πνευματική της διαταραχή επέστρεφε εκεί που ονειρευόταν το μέλλον. Την ίδια στιγμή άκουσα των γνώριμο ήχο των σφυριών· τιμώμενη ήταν μια νέα γυναίκα, η πέμπτη του οίκου. Καθώς έβλεπε την μοναχική γυναικεία φιγούρα έξω, ρώτησε ποια είναι. «Εσείς μετά από λίγο καιρό» ήθελα να της απαντήσω, αλλά σιώπησα· μόνο ψιθύρισα μια υπόσχεση σ’ εκείνη τη μορφή: να διασώσω την ιστορία της. {Συνεχίζεται, για πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Raise the red lantern [Da Hong Denglong Gao Gao Gua], (Zhang Yimou, 1991). Η γυναίκα: Gong Li.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας – Nota Bene. Συνομιλώντας με τα βιβλία και την ιστορία

Τα γραπτά του Δημήτρη Κυρτάτα προσφέρουν πάντα ιδιαίτερη αναγνωστική τέρψη. Ο συγγραφέας καταπιάνε ται με θέματα ερεθιστικά, από περιόδους σχετικά αφώτιστες στον ευρύτερο ερευνητικό τομέα. Αλλά είναι και ο τρόπος του: αποφεύγει την δυσνόητη και ενίοτε σκοπίμως επιτηδευμένη έκφραση πολλών θεωρητικών και μας παραδίδει γραπτά ευφραντικά όχι μόνο ως προς την θεματολογία τους αλλά και ως προς την «εκφραστικότητα». Τα περισσότερα από τα παρουσιαζόμενα βιβλία αποκαλύπτουν μια Ιστορία άγνωστη ή πολύ διαφορετική από εκείνη που «γνωρίζουμε».

Ας σταθούμε πρώτα σε τρία βιβλία από την ενότητα «Η αρχαιότητα ήταν ακόμα εκεί». Στο κείμενο με τίτλο «Αλλότριος ελληνισμός» και με αφορμή το βιβλίο του Glenn W. Bowersock, Ο ελληνισμός στην ύστερη αρχαιότητα (1996), ο συγγραφέας προβαίνει στην γενικότερη διαπίστωση πως στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη περίοδο ιστορίας ήταν ανέκαθεν περιορισμένο. Ο ελληνικός κόσμος της ρωμαιοκρατίας ήταν κατακτημένος και, κατά συνέπεια, υποβαθμισμένος, ενώ ακόμα η γέννηση και εξάπλωση του χριστιανισμού δεν θεωρήθηκε ιστορικό φαινόμενο αλλά μόνο θρησκευτικό. Στην ύστερη αρχαιότητα τα μεγάλα κέντρα του ελληνισμού βρίσκονταν όλα μακριά από την κοιτίδα του κλασικού πολιτισμού. Στο εσωτερικό του διασταυρώθηκαν δυνάμεις ετερόκλητες και με το εννοιολογικό του οπλοστάσιο εκφράστηκαν κοσμοθεωρίες συγκρουόμενες. Έλληνες δεν ήταν πια όσοι μιλούσαν ελληνικά ή μετείχαν της ελληνικής παιδεύσεως αλλά όσοι πίστευαν στους παλαιούς θεούς. Ο ελληνισμός ως φορέας θρησκευτικών αντιλήψεων δείχνει να έχει εκπληρώσει τον ρόλο του κι έτσι πολλοί βιάζονται να εξαγγείλουν τον θάνατό του, πιστεύοντας πως ο χριστιανισμός δείχνει ικανός να διασώσει από μόνος του την σοφία των κλασικών συγγραφέων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπάουερσοκ αυτή η άποψη είναι λανθασμένη. Η παιδεία και η γλώσσα των Ελλήνων προσέφεραν στον χριστιανισμό πολλά, αλλά πήραν και πολλά. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ελληνική παιδεία άρχισε να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας θρησκείας (είχε ανέκαθεν ορισμένες θεολογικές αρχές, όπως τον ανθρωπομορφισμό των θεών, ορισμένες ηθικές αξίες και ορισμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, οι μεγάλοι της φιλόσοφοι ονομάζονταν συχνά «θεουργοί»), αλλά ποτέ δεν είχε θωρήσει πως όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός ενιαίου και κλειστού συστήματος, ούτε σκέφτηκε να συγκροτήσει μια Εκκλησία για να προστατέψει τα δόγματα και το ιερατείο της.

Στην ίδια σκοτεινή εποχή ζει και «ο τελευταίος έλληνας φιλόσοφος» Δαμάσκιος (Damascius, The Philosophical History, επιμ. Πολύμνια Αθανασιάδη, 1999), η ζωή του οποίου αποτελεί μια από τις καλύτερες μαρτυρίες για την εποχή του περάσματος από τον πολυθεϊστικό κόσμο των Ελλήνων στο χριστιανικό Βυζάντιο. Ο Δαμάσκιος έμεινε στην ιστορία ως ο τελευταίος διάδοχος της μεγάλης Ακαδημίας που είχε ιδρύσει ο Πλάτων και με την Φιλόσοφον ιστορία του αναδεικνύεται ως μεγάλος στοχαστής. Είναι ενδιαφέρον ότι τον χριστιανισμό τον βλέπει σαν κάτι παροδικό που επιφέρει ζημία και οδύνη, όπως μια φυσική καταστροφή. Ο κόσμος στον οποίο ζει ο Δαμάσκιος είναι ο κόσμος των Ελλήνων που συνεχίζει την δύσκολη πορεία του, ενώ η φιλοσοφική παράδοση είναι ακόμα υπόθεση ζωντανή. Αν εξαιρέσουμε τους διωγμούς, το μεγάλο  πρόβλημα που αντιμετώπιζε η αρχαία φιλοσοφία βρισκόταν αλλού. Είχε γεννηθεί και είχε επιζήσει σε μια συνθήκες πνευματικής ελευθερίας που δεν υπήρχαν πια. Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας διέθετε μεγάλη πνευματική ενεργητικότητα αλλά πολύ μικρή ανοχή. Μαζί με τον πολυθεϊσμό αργοπέθαινε και ο φιλοσοφικός πλουραλισμός. Τα σχίσματα και οι αιρέσεις αποδεικνύουν πόσο μικρά περιθώρια υπήρχαν για συμβίωση διαφορετικών αντιλήψεων. 

Σ’ ένα κείμενο για «Το άδοξο τέλος των ολυμπιακών αγώνων» και με αφορμή το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, Εν τω σταδίω (2004) αντιλαμβανόμαστε την μέχρι τώρα περίεργη σιωπή όσον αφορά το τέλος του μεγάλου αθλητικού γεγονότος, για το οποίο τελικά, παρά τα όσα μαθαίναμε, δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση ή τελετή λήξης, παρά μια παραγνωρισμένη σκοτεινή κατάληξη μιας μακράς πορείας προς την λήθη. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες επισημάνσεις της συγγραφέως έχει να κάνει με τους χριστιανούς, ο οποίοι, παρά το μένος τους εναντίον κάθε είδους παγανιστικής επιβίωσης ήταν, και ιδίως οι ασκητές και οι μοναχοί, μεγάλοι θαυμαστές του αγωνιστικού ιδεώδους – ο μάρτυρας άλλωστε, όπως άλλωστε και κάθε ενσυνείδητος χριστιανός, έβλεπε τον εαυτό του ως αθλητή που στο τέλος του δρόμου τον περίμενε το στεφάνι της δόξας. Στην ίδια ενότητα παρουσιάζονται και τα βιβλία των Πέρυ Άντερσον, Από την αρχαιότητα στον φεουδαρχισμό, 1981, Πολύμνιας Αθανασιάδη, Ιουλιανός: Μια βιογραφία, 2001 και Giusto Traina, 428 μ.Χ.: Ιστορία μιας χρονιάς, 2011.

Ο Διόνυσος ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Ιησού την εποχή της εξάπλωσης του χριστιανισμού. Για να πολεμήσει τον Διόνυσο, ο χριστιανισμός κατέφυγε αγώνες μακροχρόνιους και αντιφατικούς. Χρησιμοποίησε τα σύμβολά του αλλά απαρνήθηκε την μέθη και το γλέντι. Προσπαθώντας να διαχωριστεί από την διονυσιακή ευωχία, ο χριστιανισμός ξέκοψε από μια τελετουργία που χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε θρησκεία: τον χορό.  Αλλά παρά τον θρίαμβο της νέας θρησκείας, ο Διόνυσος επέζησε με διάφορους τρόπους, μέσα στην οινοποσία, την ομαδική διασκέδαση, τα δρώμενα και την θεατρική αναπαράσταση· ενώ τα ονόματα των άλλων παλαιών θεών ηχούν παρωχημένα, το δικό του παραμένει πάντα ζωντανό και ζωογόνο. Στην κορύφωση της πραγμάτευσής του Σίφορντ βρίσκεται η συμβολή της διονυσιακής λατρείας στο θέατρο και την φιλοσοφία και εδώ είναι που πρωτοτυπεί ο ερευνητής. Η εμπειρία της διονυσιακής μύησης είχε κάτι σημαντικό να προσθέσει στην φιλοσοφική αντίληψη για την ψυχή και τα εγγενή της χαρακτηριστικά.

Επιφανείς εθνικοί και επιφανείς χριστιανοί αναμετρήθηκαν με τα ίδια προβλήματα και οδηγήθηκαν σε συγγενικές και κάποτε όμοιες απαντήσεις. Το πολεμικό τους ύφος, βέβαια, αποκρύπτει τους κοινούς προβληματισμούς. Στην διάρκεια όμως των περίπου τριών αιώνων που κράτησε η αντιπαράθεση, μετασχηματίστηκαν και οι δυο πλευρές, δεχόμενες επιρροές από το εχθρικό στρατόπεδο, που δεν ήταν διατεθειμένες να παραδεχτούν. Έτσι ο Ντοντς ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ακολουθούσε μια κοινή πνευματική πορεία, την οποία, τελικώς, ο χριστιανισμός ήταν σε θέση να εκφράσει αποτελεσματικότερα.

Ο Βέυν υποστηρίζει ότι η μεταστροφή του Κωνσταντίνου ήταν απολύτως ειλικρινής και ανιδιοτελής· άλλωστε ο χριστιανισμός εκπροσωπούσε ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού και δεν είχε τίποτα σημαντικό να προσφέρει στις νίκες του αυτοκράτορα. Εξηγεί δε πολύ πειστικά ότι την εποχή εκείνη οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των αυτοκρατόρων αποτελούσαν προσωπική τους υπόθεση. Όταν ο Κωνσταντίνος επέλεξε να δηλώσει δημοσίως την ευμένειά του προς τον χριστιανισμό ήταν δεδομένο ότι αποτελεί προσωπικό στοιχείο. Κανένας επίδοξος ηγεμόνας δεν εδραιώθηκε ή κλονίστηκε από τις θρησκευτικές του συμπεριφορές. Παρομοίως η Κωνσταντινούπολη δεν ιδρύθηκε ως νέα θρησκευτική πρωτεύουσα για να υποσκάψει την παγανιστική Ρώμη, αλλά επιλέχθηκε ως τόπος κατοικίας και έδρα του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να ευνοήσει τον χριστιανισμό επειδή πίστεψε σ’ αυτόν.

Στο βιβλίο του Δοκίμιο για το μυστήριο της ιστορίας (2014) ο Jean Danielou παρατηρεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο δυτικός κόσμος ήταν απαράσκευος να αντιμετωπίσει το θέμα των μεγάλων μεταναστεύσεων και παρουσίαζε εντυπωσιακή ένδεια στο αίσθημα της φιλοξενίας – μια ένδεια που ασφαλώς επιδεινώθηκε με τα χρόνια. O εκπατρισμός και ο ξεριζωμός τέτοιου πλήθους για ποικίλες αιτίες είναι σαφώς μια συμφορά με ανυπολόγιστη οδύνη – κι ωστόσο υπήρξε ταυτοχρόνως μια εξαίρετη ευκαιρία για επαφή, γνωριμία και συνεννόηση διαφορετικών πολιτισμών. H ανθρωπότητα, όπως πιστεύει ο Ντανιελού, δεν έχει ελπίδες να υπερβεί τις γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές που την χωρίζουν, χαρακτηρίζοντας την προσδοκία αυτή «προσδοκία του παραδείσου». Μπορεί ωστόσο να γεφυρώσει κάπως τα χάσματα – και στην προσπάθεια αυτή εντοπίζει ένα από τα ιεραποστολικά καθήκοντα της Εκκλησίας.

Ο συγγραφέας επιζητούσε από τους πανεπιστημιακούς της εποχής του να μυήσουν την Εκκλησία του στις μεγάλες κουλτούρες της Ανατολής, τις σημιτικές, τις αφρικανικές, τις ινδικές, τις κινεζικές. Η Εκκλησία στην οποία προσέβλεπε όφειλε να αγαπήσει την ίδια της την ποικιλότητα. Ο Ντανιελού δεν φοβάται τους νεωτερισμούς στην πρόσληψη του χριστιανισμού, ούτε την πολιτισμική ποικιλομορφία, ούτε την γλωσσική πολυφωνία. Αποδεχόμενος τη Βαβέλ ως αναπόδραστη και αναπόφευκτη, προσβλέπει στον εμπλουτισμό των θρησκευτικών παραδόσεων.Η Ορθοδοξία ιδίως τους δυο τελευταίους αιώνες διαμορφώθηκε καθοριστικά από τν ανάδυση των εθνικισμών και τις εθνικές επαναστάσεις. Διαμοιράστηκε έτσι η ίδια στα νέα κράτη και ταυτίστηκε με τα έθνη που την συγκροτούν. Η οικουμενική διάσταση, που αποτελούσε βασικό στοιχείο του πρώιμου χριστιανισμού, υποβαθμίστηκε και ενδεχομένως εγκαταλείφθηκε. Το ίδιο και το καθήκον κάθε ιεραποστολής. Αντίθετα, κάθε ορθόδοξη εκκλησία αισθάνεται σήμερα υπεύθυνη μόνο για το έθνος που υπηρετεί και δη στη γλώσσα και τον πολιτισμό του. Ο Ντανιελού ακριβώς εκπροσωπούσε μια Εκκλησία που αγωνιζόταν να κρατήσει ζωντανή την οικουμενική διάσταση της θρησκείας της.

Οι ενότητες ακολουθούν με προσωπική ματιά την ιδιαίτερη θεματογραφία των βιβλίων, όπως για παράδειγμα «Τα τραύματα της ψυχής» περιλαμβάνουν τα βιβλία Αίλιος Αριστείδης, Ιεροί λόγοι: Σώμα και γλώσσα στα όνειρα ενός ρήτορα, 2012, Δημήτρης Λυπουρλής, Πήγε να εγκοιμηθεί στο ασκληπιείο της Επιδαύρου, 1992, Χάουαρντ Μπάρκερ, Το ύστατο σήμερα, 2009 (θεατρικό έργο παιγμένο στη νέα Σκηνή), Θανάσης Τζαβάρας, «Μνήμη που θυμάται, μνήμη που ξεχνάει», 2011, ενώ στα «Ζητήματα λόγου και τέχνης» βρίσκουν επάξια θέση βιβλία του Πλίνιου τον Πρεσβύτερου, του Τυμφρηστού, της Γιώτας Ατζακά για το επάγγελμα του ψηφοθέτη, του Διονύση Καψάλη, του Παντελή Μπουκάλα και άλλων.

Εδώ περιλαμβάνεται και ένα κείμενο για το βιβλίο του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό: Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, την ανθρωπολογία και άλλα (2000). Κάθε μύθος, ισχυρίζεται ο Πολίτης, δημιουργεί ένα κενό· όσο μεγαλύτερος ο μύθος, τόσο μεγαλύτερο το κενό. Από την στιγμή που αποδεχόμαστε την γενική αυτή διαπίστωση αρχίζει ο αγώνας να εντοπίσουμε τους μύθους και να τους πολεμήσουμε. Όμως ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά να τους αντιμετωπίσει κατά μέτωπο. Γύρω από την ουσία του προβλήματος δηλώνει συνήθως αναρμόδιος. Το ζήτημα, αποφαίνεται, δεν είναι να απαντήσουμε στα ερωτήματα που θέτει ο μυθικός λόγος. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να τον τραυματίσουμε αλλά δεν θα τον σκοτώσουμε. Η απομυθοποίηση, όσο πειστική κι αν είναι, σπανίως καταστρέφει ένα μύθο. Ο Πολίτης προσπαθεί να καταστήσει τον ίδιο τον μύθο αντικείμενο έρευνας. Επιλέγει να τον εντάξει στην ιστορία, μελετά την δημιουργία του, την πρόσληψη και την διάδοσή του. Αυτό είναι το όπλο του και με αυτό προσδοκά να επιφέρει καίρια πλήγματα.

Από την πρώτη ενότητα, με τίτλο «Αναζητώντας την αρχαιότητα» (όπου παρουσιάζονται τα βιβλία: Κωστής Παπαγιώργης, Η ομηρική μάχη, 1993, Μ. Β. Σακελλαρίου, Η αθηναϊκή δημοκρατία, 1999, Claude Mosse, Η δίκη του Σωκράτη, 1996, Paul Cartledge, Οι Έλληνες: Εικόνες του εαυτού και των άλλων, 2002, Yvon Garlan, Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, 1988, Claude Mosse, Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, 1991, Κ.J. Dover, Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, 1990, Arnaldo Biscardi, Αρχαίο ελληνικό δίκαιο, 1991, Geza Alfoldy, Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας, 1988) μέχρι την τελευταία («Από τον νεότερο κόσμο»), που ανοίγει σε βιβλία των Ιάκωβου Ραγκαβή, Έφης Γαζή, Perry Anderson, μια ιστορική ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Κυριάκο Σιμόπουλο και άλλα, το βιβλίο του Κυρτάτα που προσφέρει πενήντα πέντε κλειδιά εισόδου σε ισάριθμους γραπτούς κόσμους που δεν αφορούν μόνο ένα συνήθως άγνωστο παρελθόν αλλά και πολύτιμους φακούς για το εξίσου άγνωστο μέλλον.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος παράλληλος], 2019, σελ. 440.  

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 64 (χειμώνας 2020).

Στις εικόνες: Glenn Bowersock, τοιχογραφία ύστερης αρχαιότητας (Δούρα – Ευρωπός, από έναν από τους αρχαιότερους χριστιανικούς ναούς – ευκτήριους οίκους), νεότερη απόδοση Διονύσου, αρχαίο αιγυπτιακό ύφασμα με απεικόνιση διονυσιακής λατρείας, γλυπτοί Επίκουρος και Μεγάλος Κωνσταντίνος, Paul Veyne, Harold Barker, Jean Danielou, σπάραγμα από Δούρα – Ευρωπό.