Νικήτας Σινιόσογλου – Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης

Η δίπλευρη περιπλάνηση

Γέμισαν τα βιβλία των τελευταίων χρόνων με πλάνητες και περιπλανητές, με υμνητές των πόλεων των δικών μας και των εξωτερικών, που ταυτόχρονα γίνονται και ερευνητές μυστικών σημείων και ανείδωτων ιδιοτήτων μιας πολεοδομίας ή μιας φύσης που μας διαφεύγει. Ελάχιστοι όμως επιλέγουν ως πυρήνα της περιπλάνησής τους ένα σημείο χωρίς αισθητική, χωρίς παράδοση, χωρίς καν κάτι το ελκυστικό. Εξαίρεση των εξαιρέσεων, ο συγγραφέας βγαίνει στην λεωφόρο που αποτελεί τον μεγαλύτερο οδικό άξονα της Δυτικής Αττικής, την ταχεία αρτηρία μεταξύ Ασπρόπυργου και Ελευσίνας. Εδώ δεν ισχύει το ερώτημα «τι έχει να δει κανείς;». Κάθε περιπλάνηση περικλείει εντός της και απελευθερώνει την ίδια στιγμή μια δεύτερη περιπλάνηση, ψυχική, εσωτερική, απόλυτα προσωπική. Κι έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μεταγράφεται αυτή η δίπλευρη οδοιπορεία.

Τι συναντά κανείς λοιπόν στην λεωφόρο ΝΑΤΟ; Πρώτα νέες «θέσεις» -αυτός είναι ο πολεοδομικός όρος– με παράξενα ονόματα και αμφίβολη διάρκεια, που οδηγούν στην την σκέψη ότι τελικά είναι δύσκολο να βρει κανείς τις εσχατιές της Αθήνας, καθώς η πόλη δεν περικλείεται πουθενά και τα όρια της πόλης κινούνται ολοένα παραέξω. Η Αθήνα ζει τη σύγχυση της εσχατιάς της, η οποία συμπίπτει με την τελεσίδικη αποχύρωσή της. Όμως… τι είναι μια πόλη χωρίς τείχη και πύλες, δίχως οχυρώσεις; Άλλοτε η πύλη συμπίεζε τον οδοιπόρο προτού τον ελευθερώσει σαν έλασμα και τον ρίξει με ορμή στην οδοιπλανία, ενώ τα τείχη όριζαν ένα πολιτικό σχήμα σαν εκμαγείο. Σήμερα οι μόνες πύλες βρίσκονται στα αεροδρόμια και στα διόδια, εκτός αν θεωρήσουμε τέτοιες και τα θυροτηλέφωνα ή τις οθόνες…

Εκκρεμείς εργοστασιακές μονάδες και μολυσμένα βοσκοτόπια· υπαίθριοι ή κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι· μάντρες αυτοκινήτων και υπερφυών ανταλλακτικών· ημιτελείς κατασκευές και χαλάσματα κάθε είδους, προκατασκευασμένα σπίτια και περιφράξεις. Καφετέριες και καντίνες με μουσαμάδες, πλαστικά διαφημιστικά σταντ και συνθετικούς χλοοτάπητες στραβοκομμένους με κοπίδι. Παράδρομοι που εξαχνώνονται σε σημεία εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια χαραγμένοι, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς τεχνική ονομασία, μέχρι κι ένα απόκρυφο βοσκοτόπι. Μιζεριασμένες ελιές, πυλώνες της ΔΕΗ, μάντρες και βιοτεχνίες, ακόμα και μια εκκλησία νάνος και δη ρωσικού ρυθμού, η πλέον «απρόβλεπτη» εικόνα. Σύγχρονα χαλάσματα που δεν κουβαλούν κανένα συμβολισμό, μόνο χάσκουν δύσμορφα. Αυτά τα ερείπια δεν θα γοητεύσουν κανέναν περιπατητή, όπως συνέβαινε με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ομορφιάς.

Αυτός ο τόπος είναι άπλαστος, γράφει ο συγγραφέας, κι ο φλανέρ απάνω του ένα ξένο σώμα. Δεν μένει παρά ν’ αρχίσει να κάνει τις δικές του εγγραφές σε κάθε βήμα, ακόμα και να αποτολμά αυθαίρετες προεκτάσεις ή διαχρονικές παραβολές: Τα φορτηγά που περνούν με θόρυβο από την Λεωφόρο ΝΑΤΟ καταλήγουν σε τόπους όπου ξεστράτιζαν τα πιο ατίθασα μέλη της πομπής των Ελευσίνιων μυστηρίων, ενώ η άσφαλτος πάλι μοιάζει να έχει μια ιδιάζουσα πλαστικότητα που απελευθερώνει στοιχεία κρατημένα από τα πιο σιβυλλικά φορτία. Ή να επιστρέφει στην παρατηρητικότητα ενός μικρού παιδιού: ο ογκώδης κάδος μιας μπετονιέρας άτσαλα βαμμένος μπεζ με ζωηρές γαλάζιες λωρίδες του θυμίζει την παιδική του επιθυμία να γίνει οδηγός μπετονιέρας, περιοριζόμενος τότε αναγκαστικά στις μικρές πλαστικές απομιμήσεις (είμαστε λοιπόν τόσοι πολλοί;). Και βέβαια να συνταιριάζει τις περιφερειακές σκέψεις του με την ενήλικη πια ματιά: η συνειδητοποίηση πως η μπετονιέρα είναι συναρπαστική επειδή το σκυρόδεμα δεν αποθηκεύεται σαν τα άλλα δομικά υλικά, αλλά καθώς βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή κατάσταση απαιτεί ακριβώς έναν τέτοιο άοκνο κύλινδρο.

Και άλλες εικόνες αποτελούν αφορμή για μια επιστροφή στο προσωπικό του παρελθόν. Ο άνθρωπος της Michelin, για παράδειγμα, του πρωτοεμφανίστηκε στο πίσω κάθισμα μιας ολόμαυρης Giulietta του 1973, σαν ένα αέρινο φάντασμα, τώρα δεν είναι ο αυθεντικός δηλαδή μια λαστιχένια κόπια από εκείνες που χορηγεί η πολυεθνική στα βουλκανιζατέρ αλλά κάποιος που του μοιάζει, ζωγραφισμένος και κομμένος με το χέρι, ίσα για να ξεγελά τους οδηγούς. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αντρέ Μισελέν συνέλαβε την ιδέα του λογότυπου της εταιρείας βλέποντας μια στοίβα με ελαστικά σε μια έκθεση το 1894, τότε «υπάρχουν, φαίνεται, τρόποι να ξαναζεί κανείς τις πιο φευγαλέες στιγμές, και ίσως ενδοξότερα από τις πρωτότυπες».

Σ’ ένα νεκροταφείο λυόμενων οικίσκων και τροχόσπιτων (ορισμένα με πινακίδες από χώρες που δεν υπάρχουν πια) ο συγγραφέας εύχεται να επιταχυνθεί η διάλυση της χαμερπούς ύλης τους. Ισχύει άραγε εδώ η σκέψη του Σπινόζα πως καθετί στον κόσμο επιδιώκει την παράταση της ύπαρξής του; Στα νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκαφών η φθορά ακολουθεί πάντως τροχιά αντίθετη από κείνη που παρατηρείς σ’ εκείνα των ανθρώπων, όπου η ζωή συνεχίζεται χάρις στο νοιάξιμο των επισκεπτών και στη θύμηση που νοτίζουν καθημερινά το παν. Κάπου εδώ γύρω ο ήρωας Θριάσιος θα κάνει ξέπνοος το πέρασμά του σε κάποια θερινή πολιτιστική εκδήλωση από την μνήμη των ηθοποιών για μια βραδιά. Καμιά παράδοση δεν αναπνέει εδώ. Ολόγυμνη η Λεωφόρος από παρελθόν και ιστορία, αρνείται θα θησαυρίσει κάτι που ν’ αξίζει. Εδώ η γη δεν γεωργείται, ούτε αρδεύεται η μνήμη.Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την γη είναι το ανεπανόρθωτο πότισμα από λύματα δεκαετιών.

… χαμένος σ’ ένα κομμάτι αναπάντεχα στιβαρού πεζοδρομίου της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, εύρημα ανέλπιστο αλλά μάταιο· γιατί δυο βήματα πιο κάτω ρημαγμένες πλάκες λοξεύουν σαν μισοβγαλμένα λέπια, ανάκατες με χόρτα και σκατά σκύλων, χωρίς ποτέ να έχουν ρουφήξει αγάπη, μόχθο ή μια ανθρώπινη ματιά παρά μόνο κραδασμούς από πόδια και τροχούς που επείγονται να φύγουν από δω… [σ. 62]

Κι αν κανείς αναρωτιέται αν σε όλα αυτά υπάρχει πολιτική διάσταση, ας σκεφτεί ότι η διάνοιξη λεωφόρων θεωρήθηκε άψογο μέσο καταστολής των μαζών και αποτροπής των οδομαχιών. Άλλωστε τι είναι ένας αντάρτης χωρίς την κόγχη του; H περίπτωση του Παρισιού είναι ενδεικτική. Ο Walter Benjamin παρατήρησε ότι απώτερος σκοπός της τεχνητής ένωσης των μικρών πόλεων που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μες στον χρόνο δεν ήταν μόνο η αποτροπή των οδομαχιών όσο η κατασκευή ενός νέου προλεταριάτου, απολύτως εξαρτημένου από το κράτος. Ιδού λοιπόν μια πολεοδομική ευγονική που όμως ενέπνεε και την ανησυχία για το ενδεχόμενο συσπείρωσης της ευερέθιστης μάζας των εργατών. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αυλές ισοπεδώθηκαν προς όφελος του δημόσιου χώρου που προορίζεται για όλους και για κανέναν. Γιατί και από αισθητική άποψη οι λεωφόροι είναι ξερές ευθείες που ενώνουν απομακρυσμένες γειτονιές αμβλύνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Και τελικά φωτίζουν τις πόλεις ή τις στραγγίζουν από ψυχικές διακυμάνσεις και ζωή;

Όμως οι ιδεαλιστές της πολεοδομικής και της νομικής επιστήμης συμφωνούν πως η κοινόχρηστη οδός οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τεχνητά διαμορφωμένος χώρος που συνδέει τοποθεσίες· μπορεί να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, να ευνοεί την απροσδόκητη γειτνίαση με άλλους πολίτες και να συντηρεί την αίσθηση του ανήκειν και του συνανήκειν. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλει η αντίθεση που πιθανώς οδηγεί σε κάποια ισορροπία: ο περιπατητής διατηρεί το δικαίωμά του να παραμείνει ανώνυμος και να κινείται ως ξένος μέσα σε οποιοδήποτε πλήθος. Καταγράφεται μάλιστα εδώ μια δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπου αναφέρεται «το δικαίωμα να είσαι αποσυνάγωγος» (the right to be an outsider)! Και προσπαθώ ο ίδιος να θυμηθώ μια σχετική αναφορά σε σκεπτικό απόφασης όταν ακόμα υπήρχε το ποινικό αδίκημα της αλητείας στο άρθρο 408 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο είχα την αγαστή τύχη ως δικηγόρος τότε να παρακολουθήσω δυο σχετικές δίκες, προτού καταργηθεί, το 1994.

Εκεί που ταυτιζόμαστε άμεσα με τον συγγραφέα είναι η κατά την περιπλάνηση αναζήτηση μιας αφορμής ικανής να τονώσει την παρουσία του, κάτι να τον συνδέσει με τον τόπο ή τους ανθρώπους. Αλλά τίποτα, τα ερεθίσματα θα αντληθούν ξανά από μέσα του. Στην θέα των κοντέινερ «που αποκρύβουν ό,τι διασώζουν» συλλογίζεται: Πιεσμένος ανάμεσα στα κοντέινερ και στη μάντρα, βλέπω αλλιώς, επιτέλους, τα περασμένα λόγια των εραστών όλων. Στην ώρα τους είναι το πιο διάφανο πράγμα στον κόσμο· με τον καιρό αποδεικνύονται άξια μόνο για την ασφυξία. Κρημνίζονται μέσα μας κι ούτε η μνήμη δεν τα βρίσκει. [σ. 60]

Αυτός ο συνειρμικός συρμός αλλεπάλληλων σκέψεων που εκκινούν από εικόνες και δίνουν ζωή σε άλλες εικόνες, αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοχαστικό ημερολόγιο περιπλάνησης όπου καταγράφονται τα πάντα: αποστροφές συγγραφέων (από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Edmont About μέχρι τον Oswald Spengler και τους στοχαστές της περιπλάνησης, όπως ο Georg Simmel), φιλοσοφημένες ή αυθόρμητες σκέψεις (για την όραση του ανθρώπου που ατρόφησε στις πόλεις ή την φύση της ηδονής και της ανηδονίας), εικονοπλαστικές παράγραφοι, προβληματισμοί για την αισθητική εμπειρία, απολύτως προσωπικές συνδέσεις. Δοκίμιο και δοκιμή σε 102 κομμάτια αυτόνομων στοχασμών, κειμενική φωτογράφηση ενός «ασύντακτου» δρόμου, περίπατος φιλοσοφίας σε θλιβερό τοπίο, ό,τι και να είναι αυτό το βιβλίο εκπλήσσει με το γεγονός ότι συνομιλεί με τόσους τρόπους με το τοπίο. Γιατί όσο κι αν «είναι ο πλάνης που μετατρέπει με την ματιά του την φύση σε τοπίο», απαιτείται μια τέτοια εμβάθυνση σε πλείστες ψυχικές, λογοτεχνικές και άλλες προεκτάσεις για να το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να συνεχίζεται για δεκάδες άλλες σελίδες και να κρύβει διαρκώς εκπλήξεις. Και θα ήταν πραγματικά συναρπαστικό να εκδοθεί κάποια στιγμή ένα μεγάλο συλλογικό εγχείρημα κειμενικών περιπλανήσεων σε όλους αυτούς τους αντιαισθητικούς αστικούς τόπους, που θα τους δούμε, πλέον, και με άλλη ματιά.

Εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 95 με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών και (εκτός σελιδαρίθμησης) τριάντα μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στις εικόνες: φωτογραφίες του συγγραφέα από το βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 234, με τίτλο The wanderer, ως ταιριαστό με το τραγούδι του Jackie Leven.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 6: Οι λουόμενες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 17 (Μάιος 2020), εδώ

ΧVΙ.  Οι ξυπόλητες των ταινιών, 6: Οι λουόμενες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Οι λουόμενες ξυπόλητες της πραγματικής ζωής εντοπίζονταν φυσικά (και ομόρφαιναν) τις παραλίες και τις πισίνες της υφηλίου, αλλά στην σινεματική πλευρά του κόσμου μπορούσε κανείς με εξονυχιστική αναζήτηση να ανακαλύψει λουτρά ποδιών, εκτός από τις μπανιέρες, σε λίμνες, στέρνες και βαρέλια, στην γλυκιά αυταπάτη της εισβολής σε πεντακάθαρες ιδιωτικές στιγμές.

Μια τέτοια γυναίκα λάτρεψα στην ταινία The Ballad of Cable Hogue και αμέσως πήρα την θέση του προσφιλούς μου Jason Robards. Αναζητούσα νερό στην έρημο της Αριζόνα κι όταν το βρήκα κατασκεύασα την δική μου όαση στην μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα σε εξίσου απόμακρες πόλεις. Μ’ έλεγαν Cable Hogue κι ήμουν ένας αντικοινωνικός, αγράμματος, συνηθισμένος άντρας που προτιμούσε να ζει στην ερημιά παρέα με τις σαύρες. Με την κοινωνία ήθελα ελάχιστες επαφές: μου αρκούσε να φτιάξω ένα σταθμό να παρέχει νερό για τους ταξιδευτές και τα άλογά τους. Έτσι, ναι· θα είχα μικρές δόσεις κοινωνικών επαφών· αλλά θα ήμουν ένας αυτόνομος άνθρωπος με την προσωπική μου επικράτεια.

Όταν πήγα στην πόλη για να πάρω την σχετική άδεια, γνώρισα την πόρνη Hildy που με βοήθησε να διαβάσω τις πινακίδες. Διακονούμενη από την ωραία Χολλυγουντιάνα Stella Stevens, ήταν μια τυπική γουέστερν γυναίκα: καλόψυχη και δοτική, φιλόδοξη κι υπολογιστική. Η αρχική της συμπόνια εξελίχτηκε σε τρυφερότητα. Σύντομα βρήκε καταφύγιο στην καλύβα μου, διωγμένη από την θρησκόληπτη κοινωνία της πόλης, σχεδιάζοντας να φύγει για το Σαν Φρανσίσκο για να φτιάξει την ζωή της ως the ladyiest lady. Στο μεταξύ συνέβη ο έρωτας.

Δείτε μας σε μια βασική φωτογραφία της ταινίας, στην κάρτα που απεικονίζει ένα αντιπροσωπευτικό στιγμιότυπο πάνω από τα γράμματα των συντελεστών. Είμαστε έξω από το σπίτι, σ’ ένα άπλετο φως, στο υποστατικό της κοινής μας απεραντοσύνης. Δεν μπορείτε βέβαια να νιώσετε το απαλό αεράκι ή την σκόνη που δεν παύει να πλέει εντός του. Η ωραία μου ξανθή μπανιαρίζεται ολόγυμνη μέσα σ’ ένα βαρέλι με νερό, απ’ όπου ξεπροβάλλουν τα ροζ μουσκεμένα πέλματά της κι ένα πρόσωπο που φιλάει περιπαθώς τον εραστή της, εμένα!

Η ηλιόλουστη πλύση του σώματος ολοκλήρωνε την κατάφαση ενός ελεύθερου πνεύματος. Η ιέρεια του έρωτα επεδείκνυε τα πεντακάθαρα άκρα της πρόθυμη να λευκάνει το ίδιο της το παρόν και να καθαρθεί απ’ ό,τι μπορεί να την λέρωσε: την βρωμιά των ταπεινωτικών βλεμμάτων, τα ίχνη των αλλεπάλληλων σωμάτων, ή την ίδια την ζωή. Αργότερα στο ξύλινο κονάκι μας θα χορογραφούσε τα πόδια της μπροστά στο πρόσωπό μου. Εσείς στις πλατείες των σινεμά θα γελάσατε, γιατί πάντα τα πόδια σήμαιναν κάτι «αστείο», μα δείτε την έκφρασή μου: ένας έκπληκτος παρθένος μπροστά την ωραιότητα των ποδιών!

Αυτάρκεις στην εσχατιά μας, ικανοποιημένοι με τα ελάχιστα, μακριά από τους ανθρώπους που δεν κατανοούσαν την ιδιαιτερότητά μας – και οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα, μα και με διάθεση σύντομης προσφοράς στην πρόσκαιρη ταξιδιωτική στάση που θα φτιάχναμε, δεν είχαμε τίποτα να μας χωρίζει. Ο αιώνιος μύθος της καλύβας του ζευγαριού, η ερωτική αγάπη, η οικογένεια, να η ολοκλήρωση της ζωής ακόμα και στις άκρες της Δύσης. Κι εγώ θα ευτυχούσα δίπλα στην κατάλαμπρη Χίλντυ, που θα ίδρωνε τα πρωινά στο κτήμα μας, θα δροσιζόταν τα απογεύματα στο βαρέλι και θα ξαναΐδρωνε στα σφιχτά μας αγκαλιάσματα τα βράδια. Υπάρχει κάτι που να λείπει;

Κι όμως, όσο βάθαινε ο έρωτάς μας τόσο άνοιγε το χάσμα των προσωπικών μας οραμάτων: εκείνη ήταν υπερβολικά δοσμένη στην αναχώρησή της για να μείνει, εγώ υπερβολικά πιστός στην μικρή μου επικράτεια για να φύγω. Μόλις γνώριζα μια από τις πρώτες εκφράσεις ενός αιώνιου διχαστικού διλήμματος: εστία ή φυγή; Α, όχι, δεν θα μάθετε τι έγινε «παρακάτω», υπάρχει πάντα μια θέση για σας στον σταθμό των περαστικών μας, να ψάξετε να μας βρείτε. Όσο για μένα, όποτε αποφάσιζα να βγω από ένα παραπόρτι της καλύβας για τις άλλες μου ζωές, ήμουν πια βέβαιος: Θα δεχόμουν οποιαδήποτε περπατημένη σε δρόμους και κρεβάτια γυναίκα, όσο οργωμένη κι αν ήταν από οργασμούς. Η Χίλντυ και όλες οι πόρνες των ταινιών μού αφαιρούσαν σχεδόν χειρουργικά το αίσθημα της ζήλειας, τονίζοντας άλλα κάλλη: καλλιτέχνιδες του έρωτα, τον γνώριζαν και τον ασκούσαν χωρίς σεμνοτυφίες και επεδείκνυαν μια σπάνια δυναμικότητα στην ζωή τους, που είχαν πλέον πάρει στα όμορφα χέρια τους.

Ένα άλλο ξανθό κορίτσι που συνήθιζε να πλένει τα πόδια του σε μια λίμνη ζούσε μακριά από τους «άλλους». Την έπαιζε η Marina Vlady, εμφανώς ρωσικής ομορφιάς (διόλου τυχαία, εφόσον γεννήθηκε στην Γαλλία από Ρώσους εμιγκρέδες) στην ταινία La Sorcière και την διεκδίκησα αμέσως. Ονομαζόταν Ίνα και ζούσε μόνη της στην φύση, κυριολεκτικά εκτός πόλης και πολιτισμού. Φυσικά ήταν πάντα ξυπόλητη και της αρκούσε ένα φόρεμα για να ζει στο δάσος της, εκφράζοντας κάθε τρυφερότητα στα ζώα που την περιτριγύριζαν. Φοβόταν να πλησιάσει τους ανθρώπους κι όταν κάποτε βρέθηκε στο πλησιέστερο χωριό οι κάτοικοι την πέρασαν για κλέφτρα και της όρμησαν για να την διώξουν. Τον έρωτα τον γνώριζε μόνο βλέποντας κρυφά δυο κορμιά να κυλιούνται στην άμμο.

Στα μέρη της στην Σουηδία βρέθηκα ως Γάλλος πολιτικός μηχανικός, υπεξαιρώντας την εμφάνιση του Μωρίς Ρονέ. Είχα αναλάβει κάποια τεχνικά έργα κι όταν την συνάντησα στις δασωμένες ερημιές γοητεύτηκα από την ομορφιά της κι εκδήλωσα κάθε καλή πρόθεση να την προσελκύσω στον πολιτισμό. Κέρδισα την εμπιστοσύνη της κι άρχισα να την φροντίζω· εκείνη δεν έδιωξε τα τρυφερά μου αισθήματα. Στις πιο αγαπημένες μου στιγμές, την πήγα να της πάρω παπούτσια· καθώς διέσχιζε το πεζοδρόμιο ξυπόλητη κάτι γηραιές γυναίκες κοίταζαν τα πόδια της ενοχλημένες, σκανδαλισμένες. Μέσα στο κατάστημα των υποδημάτων η εξίσου έκπληκτη υπάλληλος την έβαλε να καθίσει και της μέτρησε το πέλμα μ’ ένα ξύλινο χαρακάκι ενώ εκείνη αντέδρασε στο γαργαλιστικό άγγιγμα. Τρυφερά μου πόδια, εσείς που περπατούσατε γυμνά στα φύλλα και στα χώματα, τώρα μ’ ένα διαφορετικό άγγιγμα τρομάξατε! [Η έστω και φευγαλέα όψη του πέλματος ήταν σπάνια από κινηματογραφική άποψη.] Τελικά της αγόρασα καλά γοβάκια και καθημερινά πέδιλα, που αργότερα φόρεσε στον δρόμο, σαστισμένη από τον θόρυβο και την κίνηση των οχημάτων, μια αρχαϊκή Αλίκη στις Πόλεις.

Την πήγα σε βραδινό κέντρο, οδηγήσαμε στην νυχτερινή πόλη, άρχιζα να νοιώθω ένα έρωτα πρωτόγνωρο. Την μάθαινα να διαβάζει και εκείνη, μια εύπλαστη μαθήτρια στα χρυσοπράσινα (αν και μαυρόασπρα) φυλλώματα, χαμογελούσε. Μέσα μου όμως τρωγόμουν: θα γινόταν ποτέ αποδεκτή από την κοινότητα; Όταν κάποια στιγμή χαυνωμένη μέσα στην εκκλησία κατά την Θεία Λειτουργία τόλμησε να χαμογελάσει, η οριστική αφορμή είχε επέλθει· έξω από τον ναό την περίμεναν εξαγριωμένες γυναίκες κι έπεσαν πάνω της. Την έφτυσαν, της τραβούσαν τα μαλλιά, την χτυπούσαν. Κάποιοι την έσωσαν από τα βάρβαρα χέρια κι έτρεξε στο δάσος της αλλά προφανώς ένα χτύπημα ήταν θανατηφόρο. Καθώς βρέθηκε στο έδαφος, το ελαφάκι που συνήθιζε να χαϊδεύει ήρθε δίπλα της, μόνη αγνή συντροφιά ως το τέλος. Ζώα και άνθρωποι, ευκρινέστεροι από ποτέ.

Κι εγώ, άπραγος και ανήμπορος να την σώσω, είδα τους ορισμούς να αντιστρέφονται: οι «πολιτισμένοι» της πόλης, έστω της κωμόπολης ή του χωριού, και πάντως των παπουτσιών, μισούσαν και αφάνιζαν τους διαφορετικούς. Όσο για τα γυμνά πόδια, αυτά γίνονταν συνώνυμα των αποβλητέων απολίτιστων και πιστώνονταν οριστικά στην πρωτόγονη εποχή, σχεδόν στην ίδια την λήθη.

Αναζητώντας ως θεατής και άλλα λουόμενα πόδια, βρέθηκα στην άλλη άκρη του κόσμου. Στην ταινία A Passage to India μια νεαρή γυναίκα, η Άντελα, ταξιδεύει στην αποικιοκρατούμενη Ινδία μαζί με την μητέρα του μνηστήρα της, που εργάζεται ως τοπικός δικαστής. Σε μια βόλτα της βρίσκεται τυχαία σ’ έναν χορταριασμένο αρχαίο ναό που κατακλύζεται από σφιχταγκαλιασμένα γλυπτά ζεύγη. Βλέπει τα πρόσωπα των γυναικών παραμορφωμένα από την ηδονή, τα στήθη τους γυμνά, τις ρώγες έξεργες, και φεύγει εμφανώς αναστατωμένη. Αργότερα ο νεαρός Ινδός ξεναγός τους προθυμοποιείται να τους πάει στα περίφημα σπήλαια Μαραμπάρ, που περιβάλλονται από μύθους και μυστήρια. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνη της σ’ ένα σπήλαιο μαζί του και σύντομα αισθάνεται πανικό. Ο φακός την εγκαταλείπει και λίγο αργότερα την βρίσκει να τρέχει μακριά, ματωμένη και καταγδαρμένη. Η συνέχεια μοιάζει προδιαγεγραμμένη: η ίδια δεν θυμάται τι συνέβη και ο Ινδός κατηγορείται για απόπειρα βιασμού.

Επηρεασμένη από την κλειστοφοβία και την ηχώ αλλά και μια αναπάντητη ερώτησή της για τις δυο γυναίκες του, ταραγμένη από τα άσεμνα συμπλέγματα και την απομόνωση με τον άγνωστο άντρα στον αποπνικτικό χώρο, ξαναμμένη από τον άγνωστο διάχυτο ερωτισμό ενός άλλου πολιτισμού, η Άντελα έχασε τον ίδιο της τον εαυτό και τρέχοντας μακριά σκίστηκε από τις πέτρες. Κι ίσως εκεί, πανικόβλητη στα χέρια του ίδιου του Πάνα, μεταξύ αισθητού και αναίσθητου, να φαντάστηκε έναν βιασμό από τον μόνο κληρονόμο εκείνου του κόσμου, που ταυτόχρονα ήταν ο ένοχος των αποικιοκρατικών ενοχών της, ο «άγνωστος άλλος» που εκπροσωπεί τους υπόδουλους στον κόσμο των κυρίαρχων αλλά και μια άγρια, φοβιστική ελευθερία.

Όμως είχα ήδη αντιληφθεί ότι η Αγγλίδα με το λευκό, αξιοπρεπές πρόσωπο, εξόχως ενορχηστρωμένη από την Judy Davis, ενδόμυχα ποθούσε την μετάβαση από τον δυτικό κόσμο στον ανατολικό. Σε μια προγενέστερη σκηνή κάθεται έξω από το σπίτι μαζί με τον νεαρό κι έναν μεγαλύτερο Ινδό άντρα και εκφράζει το ενδιαφέρον της για την ινδική φιλοσοφία. Τόσο ο τελευταίος όσο κι εκείνη έχουν τα πόδια τους σε μια στέρνα με νερό – δίπλα της διακρίνονται τα κομψά αστικά της παπούτσια. Λίγο αργότερα βγαίνει έκπληκτος ο Άγγλος μνηστήρας· στο πρόσωπό του είναι εμφανής η αποδοκιμασία της συνύπαρξής τους, ίσως και του υδάτινου μοιράσματος, και με κάποια πρόφαση σχεδόν την προστάζει να φύγουν αμέσως. Αλλά μέχρι τότε, μέτρησα τέσσερις φορές τα δάχτυλά της να αναδύονται ελαφρά στην επιφάνεια με διακριτική ευχαρίστηση. Χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει, έβγαιναν δειλά, σε μια δήλωση σωματικής ελευθερίας σ’ έναν νέο πολυερωτικό κόσμο.

Κι αν τα δυσεύρετα πόδια των ταινιών με άφηναν διψασμένο, γνώριζα πως τουλάχιστον τους πέντε από τους δώδεκα μήνες του χρόνου έξω από τη σκοτεινή (ή αστρόφωτη) αίθουσα βόλταραν εκατοντάδες ξέσκεπα ποδαράκια. Και ειδικά τα καλοκαίρια, μπορεί στο κάθετο λευκό πανί οι έρωτες να θριάμβευαν και η δράση να μεγαλουργούσε, όμως έξω, στον οριζόντιο γκρίζο δρόμο περπατούσαν τα πόδια από τις δικές μου ηρωίδες. Αλλά και μέσα στον θερινό ναό, δεκάδες άκρα σιωπούσαν στο ημίφως της προβολής. Τότε περίμενα ν’ ανάψουν τα κίτρινα φώτα και καθώς άκουγα ξανά τα πεδιλάκια των κοριτσιών να ηχούν πάνω στα βότσαλα, έκανα πως διαλέγω εκείνη με τα εκφραστικότερα δάχτυλα για να την πάρω από το χέρι και να ξεχυθούμε στον παραλιακό πεζόδρομο, που σίγουρα θα κατέληγε σ’ όλα τα μέρη της εκάστοτε ταινίας, όση  απόσταση κι αν μεσολαβούσε. Κι έτσι, χωρίς ποτέ να το μαθαίνουν, γίνονταν πρωταγωνίστριες μιας δεύτερης ταινίας, που σκηνοθετούσα από το πρώτο βήμα του τελευταίου περιπάτου της ημέρας μέχρι το κρεβάτι, με μια υπερένταση που δεν έφευγε ούτε στα όνειρα.

Οι ταινίες: The Ballad of Cable Hogue (Sam Peckinpah, 1970), La Sorcière (The blond witch) (André Michel, 1956), A Passage to India (David Lean, 1984)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.