Οι ξυπόλητες μιας Πόλης, 2

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη.

Τεύχος 4 (Απρίλιος 2019), εδώ.

Όπου ο εγκυκλοπαιδιστής των γυμνών ποδιών αναζητά την Ηλέκτρα στην Κωνσταντινούπολη, στους βυζαντινούς ναούς που αναστηλώνει, ελπίζοντας να συνεχίσει την ερωτική τους μυθιστορία.

Υστεροβυζαντινές των τζαμιών

Χαμηλά προς την θάλασσα του Μαρμαρά αναζήτησα τον πρωτοβυζαντινό ναό των Αγίων Στέργιου και Βάκχου. Φαίνεται πως οι δυο ευφυώς αρχιτεκτονημένοι νέοι επιθυμούσαν προσερχόμενους με τεταμένες αισθήσεις, διαφορετικά δεν εξηγείται η τοποθέτηση μικρών συνοικιακών φούρνων σε στρατηγικές θέσεις στους δρόμους πέριξ του ναού. Εκεί ξαναβρήκα ύστερα από δεκαετίες τα κουλουράκια με μαύρο σουσάμι, που έπαιρνα από το Πελίτ της Πλατείας Αμερικής στα αμέτρητα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Προσήλθα με την χαρτοσακούλα στο χέρι, θρυμματίζοντας αργά τις μπουκιές για να παρατείνω την αιφνίδια χρονομηχανική.

Στον προθάλαμο του ναού ένας αυστηρός ηλικιωμένος πρόσταξε βαριεστημένα τις γυναίκες που βρίσκονταν μπροστά μου να βγάλουν τα παπούτσια τους, δείχνοντάς τους μικρά ξύλινα ντουλαπάκια. Να ένα ταιριαστό μου επάγγελμα, να υπενθυμίζω στις εκατοντάδες επισκέπτριες να ξυποληθούν για να μπουν στο τζαμί, σύμφωνα με την σχετική παράδοση. Εγώ βέβαια θα ήμουν ευγενικός και θα παρέστεκα καθ’ όλη την διάρκεια της έκδυσης, δήθεν για να επιβλέπω την ορθή τήρηση των ιερών κανόνων, που θα τους εγχείριζα σε έγγραφο πολύγλωσσο και καλλιγραφημένο. Θα μπορούσα, μάλιστα, κάλλιστα να τις βάζω και να υπογράφουν, ώστε με το ονοματεπώνυμό τους και την δική μου άμεση καταγραφή του σχήματος των δαχτύλων τους και άλλων εμφανισιακών στοιχείων, να διαθέτω εκατοντάδες δελτία ταξιδιωτικών ποδιών.

Μέσα: ήμουν τοποθετημένος σε χώρο ιδανικό. Χαμήλωνα το κεφάλι ευλαβικά, για να παρακολουθώ τις ροδαλές φτέρνες των ταξιδιωτισσών πάνω στο στρωμένο χαλί. Το χρώμα των ποδιών τους ήταν μια συνάρτηση των αποχρώσεων του γαλάζιου που κυριαρχούσαν σε τοίχους και διακοσμήματα και των φωτοσκιάσεων από τα παράθυρα του οκταγωνικού τρούλου. Έτσι όπως, σύμφωνα με το σχέδιο του ναού, το εξωτερικό τετράγωνο σταδιακά συγχωνευόταν με την κυκλικότητα του θόλου, οι όγκοι διαλύονταν ο ένας μέσα στον άλλον και ο κεντρικός χώρος έχανε τα σαφή του όρια, έχασα κι εγώ τα όριά μου και περιήλθα σε σιωπηλή έκσταση, που επιχείρησα να αποκρύψω γονατίζοντας δήθεν για να προσευχηθώ, όπως οι θρησκευόμενοι του είδους. Άλλωστε από εκείνη τη στάση πλησίαζα ακόμα περισσότερο τα ανυποψίαστα άκρα τους. Εκεί διέκρινα και το δαχτυλίδι στο τρίτο δάχτυλο του αριστερού ποδιού μιας χαμογελαστής γυναίκας που είχε αφεθεί στην ενατένιση του ναόσχημου επέκεινα. Την περίμενα στον νάρθηκα των παπουτσιών και της προσέφερα ως αντάλλαγμα δυο μαυροσούσαμα, για να της κοινωνήσω ισάριθμες ατόφιες αναμνήσεις: την πρωταρχική από μια Κυψέλη όπου για πρώτη φορά τα γεύτηκα αλλά και ξεφύλλισα τις εκκλησίες της Πόλης στις εγκυκλοπαίδειες του σπιτιού, και εκείνη που μόλις μου δημιουργούσε, και ήλπιζα πως θα αποτύπωνα σε μελλοντικό ηλεκτρικό περιοδικό γεωγραφικών και ψυχογραφικών ανακαλύψεων. Καθώς με χαιρετούσε φεύγοντας διέκρινα ένα μαύρο σουσαμάκι δίπλα στα χείλη της κι αυτό μαζί με το δαχτυλίδι στο δάχτυλο αρκούσαν για την οικοδόμηση, ή έστω την θεμελίωση ενός ποιήματος που θα κρατούσα μαζί μου τις επόμενες μέρες, ελπίζοντας να την ξανασυναντήσω.

Έτσι άρχισα να πηγαίνω και σε άλλα τζαμιά, παλιούς βυζαντινούς ναούς ή μεταβυζαντινά οθωμανικά τεμένη, μόνο και μόνο για την ισόγεια θέα των γυναικών. Όταν δεν ήταν επισκέψιμα ως μουσεία, αναζητούσα τις ώρες των προσευχών, που, ως γνωστόν, ήταν χωριστές για το κάθε φύλο. Εκεί, αποκλεισμένος από το άδυτο, ευελπιστούσα η κρήνη να είναι υπαίθρια κι όχι κλειστή, ώστε, να σταθώ κάπου παράμερα και να περιμένω υπομονετικά την πιστή που θα ερχόταν να καθίσει στα ξύλινα ή πέτρινα, χωρίς πλάτη καθίσματα, που, τοποθετημένα γύρω γύρω από το πολυγωνικό ή κυκλικό σκέπαστρό της, την ενέγραφαν ήδη σε υπερβατικό σχήμα.

Τότε, υποκρινόμενος πως διαβάζω κάποιον τουριστικό οδηγό, το περικύκλωνα αργά, για να παραδοθώ σε μια θεία λειτουργία που άρχιζε με τον πιο γήινο τρόπο: οι γυναίκες άνοιγαν τις μικρές βρύσες μπροστά από το αυλάκι κι έπλεναν τα πόδια τους με μια λευκή πλάκα σαπούνι, χωρισμένες χωρίς να το γνωρίζουν σε τρεις κατηγορίες που κατέγραφα σε ειδικό λογιστικό βιβλίο που είχα αγοράσει σε θεοσκότεινο χαρτοπωλείο σ’ ένα αδιέξοδο στο τέρμα της κλειστής αγοράς: οι βιαστικές με τις μηχανικές κινήσεις, εκείνες που προτού πλυθούν φρόντιζαν να βεβαιωθούν πως δεν τις κοιτάζει κανείς κι οι συγκεντρωμένες σε μια αργή, σχεδόν ιερατική πράξη, που αδιαφορούσαν πλήρως για το γύρω περιβάλλον και πλησίαζαν ήδη σε μια κατάσταση αυτοσυγκέντρωσης. Κατόπιν τις περίμενα στα σκαλιά του τεμένους, να βρω στο πρόσωπό τους οτιδήποτε (μια έκφραση ανακούφισης ή ενοχής;) θα πρόδιδε κάτι που συνέβη μέσα, αλλά και στα πόδια που πάτησαν σε «ιερό» χώρο, αδιάκριτος για να διακρίνω ό,τι τα φόρτωσε η συνομιλία με άγιο συνομιλητή – φτερά ή βαρίδια.

Ακατάληπτες των υπογείων

Ήταν πλέον απόγευμα όταν διέσχισα μια συνωστισμένη πόλη για να φτάσω στο ναό της Θεοτόκου Κυριώτισσας, σπάνιο 12άρι, όπως αποκαλούσα τους ναούς του δωδέκατου αιώνα, σαν τα οινοπνευματώδη που δεν είχαν αναγνωρισμένη αξία μόνο λόγω παλαιότητας αλλά και της παραζάλης που προκαλούσαν. Τώρα ως Kalenderhane Camii πρόβαλλε το μεταβυζαντινό της παρελθόν, όταν την τριγυρνούσε (λέει) ένα τάγμα Δερβίσηδων που ονομαζόταν Καλεντέρ, αλλά εμένα μου είχε συστηθεί με ένα «δεύτερο», αρχαιότερο όλων όνομα που υποσημείωσα στα παλιά επιστημονικά περιοδικά: Ακατάληπτος. Την διέκρινα μάλλον έκπληκτη καθώς μισοφαινόταν από μια κεντρική διασταύρωση με μεγάλη κυκλοφορία, αταίριαστη με οτιδήποτε άλλο γύρω της· παρ’ όλα αυτά ησύχαζε στο δικό της παράλληλο αδιέξοδο. Ποιος ξέρει, μπορεί μια εκκλησία να αφιερωνόταν στον ακατάληπτο Θεό, παραιτούμενη από κάθε προσπάθεια να τον καταλάβει, αλλά να με φώτιζε προς την κατανόηση αλλά και την κατάληψη της γυναίκα που με Ηλέκτριζε από το Βυζάντιο ως σήμερα.

Λίγα μέτρα κάτω από το έδαφος και στην χορταριασμένη του πλευρά το κτίσμα αποκάλυπτε πως εδώ την εποχή των πολλών θεών λουτρώνονταν ρωμαίοι και ρωμαίες, ενώ  σχεδόν μπροστά στο ναό, μια υπόγεια τουαλέτα με καταθλιπτική μυρωδιά εξέβρασε ένα χαμογελαστό ζεύγος που αναρωτήθηκα αν κατήλθαν μαζί στο βρώμικο αποχωρητήριο για λόγους ασφαλείας ή για κάποια ερωτική περίπτυξη που αδυνατούσε να περιμένει. Μέσα στο τζαμί δυο τρεις άντρες κοιμούνταν κολλητά στους τοίχους, κάτι που θα έβλεπα συχνά: γηγενείς και ταξιδιώτες έβρισκαν το ιδανικό ήσυχο μέρος με μαλακό έδαφος για να ξεκουραστούν. Τι ωραία θα ήταν να μπορούσαν και οι γυναίκες να ξαπλώνουν κι η κλινήρης μορφή τους να γαληνεύει κάθε ενδιαφερόμενο προσερχόμενο ή προσευχόμενο. Προσέθεσα στον κατάλογο με αύξοντα αριθμό μια ακόμα αδικία του φύλου τους και βγήκα έξω. Τότε την είδα.

Προχωρούσε γρήγορα αλλά πρόλαβα να δω την προφίλ ομοιότητα: ίδιες λοφογραμμές στην μύτη και τα χείλη, παρόμοια σωματοδομή. Τα μαλλιά της θα έδιναν οριστική ετυμηγορία αν δεν σκεπάζονταν από ένα σταχτί μαντήλι. Κάλυπτε όλο το σώμα της με ρούχα – σακάκι, φουλάρι, παντελόνι, αλλά ξεχώρισα λευκά τα πόδια της μέσα σε ευάερα σανδάλια. Ήταν και πάλι ο ωραιότερος τρόπος να τονιστεί η γύμνια τους. Το προφίλ τους ίδιο κι αυτό: δάχτυλα στραβά κι ευλύγιστα. Θυμάμαι που σε ανύποπτη στιγμή μου είχε απάντησε στην Θεσσαλονίκη πως αποτολμά τα πέδιλα αμέσως μόλις πλησιάζει η άνοιξη, για να πάρει πρώτη τις ευλογίες της. Όλες οι ενδείξεις ήταν θετικές κι έσπευσα να την πλευρίσω. Περπατούσε πολύ γρήγορα, όπως οι γυναίκες που ακολουθούσα ασθμαίνοντας στην Αθήνα. Για άλλη μια φορά μια μεγαλούπολη με δυσκόλευε αν ήθελα να κοιτάξω από διάφορες γωνίες μια περιπατήτρια· έπρεπε να λαχανιάζω, αν όχι να τρέξω. Σύντομα παραιτήθηκα, υπερίσχυσε και η επιθυμία να την κατοπτεύσω με την ησυχία μου, όπως άλλωστε έκανα και στην κοινή μας ζωή. Είχα μια σπάνια ευκαιρία να την δω σε πλήρη κίνηση στην πόλη, ανυποψίαστη.

Πέρασε την πολύβουη λεωφόρο και βρέθηκε στην πλατεία απέναντι όπου βρισκόταν ο σταθμός του μετρό Vezneciler. Στις κυλιόμενες σκάλες ξαναβρήκα την αναπνοή μου. Η κάθοδος συνέχιζε και σε δεύτερο κλιμακοστάσιο σε ορθή γωνία, και μετά τρίτο και τέταρτο και πέμπτο – έξι επίπεδα κάτω από την γη, μέχρι να καταλήξουμε στην σύγχρονη κατακόμβη της αποβάθρας. Από τις σήραγγες έφτανε κρύο το ρεύμα του αέρα από άγνωστη πηγή. Έπιασα την αντίθετη άκρη του βαγονιού και περίμενα μέχρι να την δω να κατεβαίνει. Φτάσαμε μέχρι το άγνωστο τέρμα και ξεχύθηκα πρώτος ώστε να την περιμένω στην μοναδικό έξοδο, ψηλά στην επιφάνεια ξανά. Πέρασαν όλα τα πρόσωπα που είχα παρατηρήσει στο βαγόνι, ακολούθησαν οι απαρατήρητοι, κι ύστερα ερημιά. Ξανακατέβηκα, βγήκα πάλι έξω, τίποτα.

Θυμήθηκα ένα διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ, το Κείμενο σε σημειωματάριο. Για τις ανάγκες μιας τεχνικής μελέτης καταμετρούνται με ακρίβεια οι επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά τον υπόγειο επί μια βδομάδα, σε μια συγκεκριμένη γραμμή. Σύντομα συμβαίνει το αναπάντεχο: από τα δεκάδες χιλιάδες εισερχόμενα άτομα επιστρέφουν στην επιφάνεια τέσσερα λιγότερα. Τέσσερις άφαντοι επιβάτες… Το λάθος αποδίδεται στις μηχανές ή τους ελεγκτές. Ο αφηγητής παίρνει τακτικά τον υπόγειο και θυμάται εκείνο το «σφάλμα». Κοιτάζει μάλιστα ειρωνικά τους επιβάτες κρεμασμένους από τις χειρολαβές σαν σφαχτάρια. Κάποιες φορές όμως αρχίζει να του φαίνεται πως κάποια άτομα δεν είναι απλοί επιβάτες όπως όλοι. Πως η μισοκοιμισμένη κοπέλα στο παγκάκι της αποβάθρας δεν βρίσκεται εκεί επειδή περιμένει το επόμενο τρένο.

Τότε νοιώθει πως κάτι εδραιώνεται στο παράλογο, στο φόβο σχεδόν. Ο υπόγειος του φαίνεται σαν κάτι άλλο, σαν μια αργή, διαφορετική αναπνοή, ένας παλμός που δεν χτυπά για την πόλη. Και φτάνει στην ολοφάνερη αλήθεια του αναγκαίων απόβλητων που δεν εντοπίζονται  κάπου συγκεκριμένα: ζουν στον υπόγειο, στα τρένα, σε διαρκή κίνηση. Ο τρόπος που ζουν και κυκλοφορούν ευνοεί την ανωνυμία που τους προστατεύει. Κι έτσι σαν να αποκαλύπτεται ένα τρομερό ενδεχόμενο σύμφωνα με το οποίο όσοι ζουν εκεί κάτω αλλάζουν συνεχώς βαγόνια και τρένα, έχουν μάθει να κοιμούνται στα καθίσματα για ένα τέταρτο της ώρας το πολύ (είκοσι τέτοια τους αρκούν για να ξεκουραστούν), αναγκάζονται να ταξιδεύουν μοναχικοί, γιατί η μνήμη συγκρατεί ευκολότερα τρία πρόσωπα μαζί την ίδια χρονική στιγμή από ένα μόνο του, σιτίζονται αποκλειστικά από τα προϊόντα των περιπτέρων των σταθμών κι αλλάζουν στις τουαλέτες, ενώ τις τρεις ώρες που ο υπόγειος ακινητοποιείται παραμένουν σε κάποιο βαγόνι που σταθμεύει σε μια νεκρή γραμμή  ή ανακατεύονται σποραδικά με το νυχτερινό προσωπικό καθαριότητας.

Προτίμησα το σενάριο εκείνου του διηγήματος παρά το ενδεχόμενο να την έχασα μέσα από τα ίδια μου τα μάτια. Αλλά στην δική μου εκδοχή η Ηλέκτρα δεν έγινε καθαρίστρια, παρόλο που κοίταξα προσεκτικά την μοναδική κυρία με γαλάζια στολή. Η διαφυγούσα με τα πέδιλα πέρασε φευγαλέα ως παραβολή της ή απορρόφησε στο πρόσωπό της όλες τις γυναίκες που πάντα έτρεχα να προλάβω στο δρόμο για να τις παρατηρήσω από πάνω έως κάτω κι εκείνες στο μετρό, το μόνο μέρος όπου μπορώ απρόσκοπτα να κοιτάζω κάτω, κι ύστερα συντετριμμένος να τις χάνω, καθώς χάνονται μαζί με τα βαγόνια μέσα στις σήραγγες.

Στο δρομολόγιο της επιστροφής, έβλεπα τις επιβάτισσες της υπόγειας Κωνσταντινούπολης να κρύβουν όλο τους το σώμα υποτίθεται για να μην προκαλέσουν αλλά να αφήνουν ακάλυπτα τα κάτω πόδια, ακριβώς δηλαδή τα μέγιστα αναστατωτικά. Ας μείνουν έτσι λοιπόν, στο σκοτάδι της άγνοιας, να θεωρούν πως είναι οι κώμες τους που διεγείρουν ή οι αγκώνες κι όχι τα δάχτυλα, μικρομεσαία και μεγάλα. Ήταν η ελάχιστη εφικτή προσευχή που μπορούσα να κάνω, στον επόμενο και τελευταίο ευλαβικό σταθμό της ημέρας.

{συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Το κείμενο του Χούλιο Κορτάσαρ βρίσκεται στο βιβλίο Αξολότλ και άλλα διηγήματα, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή.

Οι φωτογραφίες είναι του Πανδοχέα. Για την αναδημοσίευση κειμένου και φωτογραφιών, ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 5. Στέργια Κάββαλου

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Μακάρι να είχε αυλή ο Κωστής αν και δεν ξέρω αν αυτό θα τον έκανε πιο χαρούμενο. Αλλά και πάλι οι ανοιχτοί χώροι είναι για τα παιδιά, ο Κωστής πάει μεγάλο δημοτικό, οπότε… Στα σοβαρά όμως, το πιο πρόσφατο μου βιβλίο λέγεται «Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις» και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2018 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ξεκινά με τον πρωταγωνιστή να θέλει να πολεμήσει το κακό που τον βρήκε, το γεγονός ότι πρέπει όλη η οικογένεια να μετακινηθεί από το Παγκράτι στην Αβινιόν της Γαλλίας επειδή ο μπαμπάς του βρήκε εκεί καλύτερη δουλειά. Η ιστορία ξεκινά κατακαλόκαιρο στην Αθήνα και τελειώνει στο αεροπλάνο με την προσγείωση στην Ελλάδα του μπαμπά Γιώργου, της μαμάς Κάσης, της αδερφής Λητώς και της γιαγιάς Ιουλίας για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ας πούμε ότι στο ενδιάμεσο διάστημα ο Κωστής θα προσπαθήσει να βρει τον τρόπο να μη χάσει, ξεχάσει, λησμονήσει, όπως θέλετε πείτε το τη γλώσσα του, τις δικές του ελληνικές λέξεις.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιπτάμενο Κάστρο το πρώτο μου παιδικό βιβλίο, «Η κόκκινη πινέζα». Με θυμάμαι να κάθομαι στο γραφείο και να έχω πλάι μου ένα κουτάκι με πινέζες. Με έπιασε μια λύπη που σαν αντικείμενο η πινέζα εντάξει, δεν είναι και από τα πιο πολύτιμα. Ήταν έτσι και όλες μαζί παρεάκι, ήταν και κόκκινες, δεν ήθελα και πολύ. Επίσης κάποτε δούλευα στη Fnac στο τμήμα του παιδικού βιβλίου. Εκεί λοιπόν οι ενήλικες έψαχναν πολύ συχνά βιβλία για την υιοθεσία και είχα μόνο ένα να τους προτείνω, της Έρης Ρίτσου. Κάπως αυτά λειτούργησαν, μπλέχτηκαν και γέννησαν μια ιστορία στην οποία εξαιτίας μιας πυρκαγιάς η πινέζα χάνει τις αδερφές της με τις οποίες στόλιζε τους τοίχους ενός σπιτιού. Αναγκάζεται να αναζητήσει αλλού μια νέα οικογένεια κολλώντας σε σόλες παπουτσιών. Μέχρι στιγμής νομίζω ότι είναι το πιο «πετυχημένο» μου παραμύθι.

Την επόμενη χρονιά, βγήκε πάλι από το Ιπτάμενο Κάστρο «Το μπλε τριαντάφυλλο». Υπήρχε η φιλοδοξία να γίνει μια σειρά με τίτλο «Τα χρώματα…αλλιώς» που δυστυχώς σταμάτησε στα δύο πρώτα. Διάλεξα το μπλε για να συμβολίζει μια κάποια πνευματικότητα ή έστω τη δεύτερη σκέψη απέναντι στα πράγματα και έφτιαξα ένα οικολογικό παραμύθι που ενώνει όλα τα τριαντάφυλλα της πλαγιάς κόντρα στην επέμβαση των ανθρώπων. Ακολούθησε πάλι από τον ίδιο οίκο, «Η ερωτευμένη μπόσα νόβα». Γελάω και μόνο που σκέφτομαι τον τίτλο. Ήθελα κάτι χαρούμενο και παιχνιδιάρικο. Μια κάμπια λοιπόν ερωτεύεται ένα ποντικάκι. Η αφορμή ήρθε από προσωπικό βίωμα. Όταν βρέθηκα σε μια αντισυμβατική ας το πούμε σχέση και προσπαθούσα ή πίστευα ότι μπορώ να βρω τις ισορροπίες. Τουλάχιστον στα παραμύθια όλα γίνονται.

Ακολούθησε το βιβλίο «Και οι μέρες είναι εφτά!». Είναι ένα έμμετρο παραμύθι για τις ημέρες της εβδομάδας. Είχα κολλήσει στην κίνηση, μέσα στο λεωφορείο και το έγραψα στο κινητό μου. Πήγαινα να συναντήσω τον εκδότη του Ιπτάμενου Κάστρου τον Νίκο τον Ράμμο να ηχογραφήσουμε το τραγούδι της κόκκινης πινέζας-είπαμε η πινέζα είναι το πιο πετυχημένο μου-οπότε το λάτρεψε αμέσως διαβάζοντάς το από τη συσκευή. Η Ναταλία Ρασούλη με τον Κωστή τον Στεφανή έχουν μελοποιήσει κάποιες «μέρες». Ελπίζουμε να ολοκληρωθεί σύντομα και να έχετε και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Το 2016 ξεκίνησε η συνεργασία μου με το Μεταίχμιο. «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής» μιλά για τον Κάρολο που είναι πολύ άσπρος, αρκετά κοντός και διοπτροφόρος. Κακοπερνάει στην τάξη από τον Άγγελο και τα υπόλοιπα «αγγελάκια» των μεσαίων θρανίων. Χαίρομαι που για τρίτη χρονιά επισκέπτομαι σχολεία, βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία με αυτό το βιβλίο όμως λυπάμαι κιόλας για το επίκαιρο του θέματος. Παρά την κουβέντα που γίνεται γύρω από τον σχολικό εκφοβισμό, το πρόβλημα μοιάζει να γιγαντώνεται και να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Όσο για τον Κωστή, είμαι ομοιοπαθής. Όταν ζούσα στη Λυών, πίστεψα ότι ξέχασα με έναν τρόπο τη γλώσσα μου και βρέθηκα σε απόγνωση. Οπότε είπα να τον βοηθήσω να μην πάθει και εκείνος τα ίδια.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Είχα δει έναν διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού όταν ήμουν είκοσι κάτι οπότε λέω γράψε κάτι και ταχυδρόμησέ το. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις έχουν πλέον κλείσει αλλά πάντα θα τις ευγνωμονώ για το έναυσμα.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Δεν ξέρω… Ίσως ο διδακτισμός να είναι το κόκκινο πανί. Και κάτι άλλο που το κρίνω σαν αναγνώστρια. Απολαμβάνω να διαβάζω συγγραφείς που δεν κοιτούν τα παιδιά αφ’υψηλού αλλά στέκονται συνένοχοί τους.

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Μπορώ να θυμηθώ και πώς να το ξεχάσω άλλωστε ότι στο δημοτικό ένας συμμαθητής μου ο Αντρέας, με απομόνωνε στην τουαλέτα, μου πίεζε τους ώμους και μου φώναζε «θα σε κοντύνω». Υπάρχει σαν περιστατικό στο βιβλίο «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής».

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Όλα τα παιδικά βιβλία αφορούν και τους μεγάλους. Είτε γιατί εκείνοι τα διαβάζουν δυνατά στα παιδιά είτε γιατί τους βοηθούν να αποκωδικοποιήσουν τον κόσμο των παιδιών, είτε γιατί τελικά μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε για να φτάσουμε και πάλι στον πυρήνα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Το παίρνω απόφαση. Ότι θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, στρώνομαι και το κάνω. Τριγυρίζουν διάφορα άσχετα στο κεφάλι μου, χαζεύω απίστευτα πολύ αλλά είναι αναπόφευκτο. Κάποια στιγμή ανοίγω το word. Είναι και μένα το παιχνίδι μου.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία;

Νομίζω ότι τώρα που έχω κόρη, θα είναι η μόνιμή μου έμπνευση. Θα την εκθέσω ανεπανόρθωτα. Θα κυκλοφορήσει από την Ελληνοεκδοτική ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά που είναι αφιερωμένο στη Μάντη και λέγεται «Εδώ είναι η μαμά!» Πόσο ανυπομονώ να το δει!

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Η σειρά Bad Kitty του Nick Bruel που κυκλοφορεί από τη Διόπτρα και τα τρία βιβλία της Ελίζ Πάρσλι «Αν θελήσεις να φέρεις ένα πιάνο στην παραλία, μην το κάνεις!» «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις έναν αλιγάτορα στο σχολείο, μην το κάνεις!» και «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις ένα τσίρκο στη βιβλιοθήκη, μην το κάνεις» που κυκλοφορούν από τον Ψυχογιό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα ήθελα πάρα πολύ να είναι ταχτοποιημένο το γραφείο μου, η βιβλιοθήκη μου, το δωμάτιό μου. Όμως έχω ανοιχτή τη σιδερώστρα με ένα βουνό ρούχα, αυτή τη στιγμή έχω δίπλα μου έναν μεγάλο λούτρινο χιονάνθρωπο, παιδικά καλτσάκια με τη Μίνι, τσάντες με ρούχα της μπέμπας που δεν της χωράνε πια και όλη τη σειρά του Ρένου. Έχω και κλειστές βαλίτσες από τα πρόσφατα ταξίδια. Αν κάτι χρειάζομαι πραγματικά είναι ησυχία και την αίσθηση ότι μπορώ να απομονωθώ κάποια ώρα ξέροντας ότι το παιδί μου είναι σε καλά χέρια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο στο λεωφορείο το παιδικό «Και οι μέρες είναι εφτά!» Αλλιώς, ούτε θέση στον λάπτοπ δεν αλλάζω.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνειδητοποίησα ότι μιλάω για τον Κωστή λες και είναι άνθρωπος πραγματικός. Ο Κωστής εκείνο, ο Κωστής το άλλο σε σημείο που περιμένω να τον δω μπροστά μου. Είναι πολύ κοντά μου. Έχει χαρακτήρα. Το ψάχνει, τον συμπαθώ. Δυο ταξίδια κάναμε μαζί, ένα στο Μπράιτον στους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ένα στο Άμστερνταμ όπου συναντήσαμε τους μαθητές του Αμστελβέιν. Πώς να μην κολλήσουμε!

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Απόλαυση. Η κατάκτηση της γλώσσας είναι μεγάλο πράγμα. Σε κάνει αυτόνομο μ’ έναν τόσο τρισδιάστατο τρόπο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλτος Σαχτούρης, Νικολό Αμανίτι, Έτγκαρ Κέρετ, Αν Σέξτον, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Πολ Εμόντ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φίλιπ Πούλμαν, Ντιμίτερ Ινκιόφ και πόσοι άλλοι…

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Για κάποια που δεν πιάνει το χέρι της και που το μόνο που έκανε με μανία ήταν τετραγωνάκια, στα θρανία, στα βιβλία, στις κασετίνες, στα χέρια, θαυμάζω τους παρακάτω και όχι μόνο δικούς μας: Σοφία Γαλή, Πετρούλα Κρίγκου, Βασίλη Γρίβα, Κατερίνα Χαδουλού, Σάντρα Ελευθερίου, Πέτρο Μπουλούμπαση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Θα πω τους τρεις πρώτους που μου έρχονται στο νου. Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ από το Άρωμα του Πάτρικ Ζίσκιντ, Τερέζ Ρακέν από το ομώνυμο βιβλίο του Έμίλ Ζολά και Ρομπέρτο Τζούκο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Κολτές.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή διηγημάτων «Κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί» της πρωτοεμφανιζόμενης Νατάσας Σίδερη (εκδ. Μωβ Σκίουρος), το «Σικάγο» του Ντέιβιντ Μάμετ (εκδ. Μεταίχμιο) και τα βιβλία του Ψυχογιού για τις γυναίκες επαναστάτριες επειδή έχει τρελαθεί η μικρή με την ποιήτρια Κόρα Κοραλίνα, τη Λέλα Λομπάρντι και τη Μαντόνα. Στην πραγματικότητα διαβάζω ξανά και ξανά το βιβλίο του Benji Davies «Ο Νόι και η φάλαινα» και το «Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι» της Helen Stephens-και τα δύο κυκλοφορούν από τον Ίκαρο – με τα οποία η κόρη πάει για το βραδινό της ύπνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα; 

 Θυμάμαι να διαβάζω το «Άγρια» της Σέριλ Στρέιντ (Key Books) στο τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε ένα άδειο βαγόνι, να τη φαντάζομαι να πεζοπορεί στην Αμερική και να με πονάνε τα δικά μου πόδια.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Θυμάμαι να διαβάζω τη Ματίλντα, καθισμένη στο κόκκινο παιδικό μου χαλί με ανοιχτό ένα αρχαίο αερόθερμο, τσάι με μπισκοτάκια και κλειδωμένη πόρτα να μη με ενοχλήσει κανείς. Κυριακή απόγευμα.

Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Παίζω με τη μικρή παγωτατζίδικο (έχει ένα καροτσάκι και μου πουλάει χωνάκια, ξυλάκια και ποπ κορν), κάνουμε μαζί μουσικοκινητική αγωγή, χορεύουμε… Αυτά τα «παιχνίδια» παίζω πλέον και με τα παιδιά που συναντώ στις παρουσιάσεις. Το πιο αγαπημένο που είναι και χειροπιαστό και επινοημένο είναι η συγγραφή.

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Μου άρεσε να οργανώνω παραστάσεις στη γειτονιά. Γεμίζαμε πλαστικές καρέκλες την πιλοτή και ανεβάζαμε θεατρικά. Έκανα από σκηνοθεσία μέχρι κουστούμια και περνούσα τέλεια. Αλλά πολύτιμη είναι η αλληλεπίδραση με παππού Γιώργο, γιαγιά Μαρία, παππού Δημοκράτη. Η γιαγιά Στεργιωτή ζει ακόμα οπότε η αλληλεπίδραση συνεχίζεται. Επίσης νομίζω ότι σοκαρίστηκα όταν έφεραν τον αδερφό μου στο σπίτι από το μαιευτήριο. Με θυμάμαι να σκέφτομαι πως «ετούτο εδώ παραείναι μικρό!»

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Θα προφύλασσα τον παιδικό εαυτό μου από τέτοια πράγματα. Καμία ενήλικη γνώση. Καμία όμως.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα Γαλλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ, λογοτεχνική μετάφραση (γαλλικά-ελληνικά) και το μεταπτυχιακό της Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω κάνει υποτιτλισμό, μεταγλωττίσεις για μεγάλες εταιρείες, μαθήματα γαλλικών, έχω δουλέψει στην επικοινωνία. Δούλευα στις εκδόσεις Μεταίχμιο ως Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων αλλά έπρεπε να σταματήσω γιατί δεν είχα καλή εγκυμοσύνη. Εννιά μήνες μετά τη γέννηση της κόρης και επειδή ήθελα να είμαι σπίτι μαζί της ξεκίνησα συνεργασίες με Netflix και Authorwave, συνεργάστηκα με το Κουκλοθέατρο «Πράσσειν Άλογα» ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας, έκανα δυο μεταφράσεις και τώρα συνεχίσω μόνο σε αυτό. Δουλεύω δυο μεταφράσεις από το σπίτι δηλαδή, ένα ποιητικό βιβλίο και ένα δοκίμιο, για να μπορώ να είμαι με τη δίχρονη πλέον κόρη.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Λόγω της συνεργασίας μου με την Εμμανουέλα Καποκάκη, είδα κουκλοθέατρο. Μάλιστα επισκεφθήκαμε και προσφυγικές δομές για παραστάσεις. Η εμπειρία ήταν πολύτιμη. Αναζητήστε τα «πράσσειν άλογα» στη Νεάπολη Εξαρχείων για παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 6:30. Ο χώρος λέγεται Κουκλόσπιτο, τι καλύτερο…

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Το 2018 κυκλοφόρησαν με διαφορά ενός μήνα, το παιδικό βιβλίο για τον Κωστή, η ποιητική συλλογή «δρόμος από γάλα» από τον Κέλευθο και τα διηγήματα «Κάτι κλαίει ακόμα» από τον Μωβ Σκίουρο. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έπεσαν όλα μαζί, ασχολούμαι με τα νέα βιβλία. Επίσης προγραμματίζεται η έκδοση δύο νέων παιδικών από την Ελληνοεκδοτική. Όμως θα βάλω στόχο να ολοκληρώσω άμεσα ένα ακόμα βιβλίο για παιδιά που έχει μείνει μισό…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι για κάποιο λόγο ήθελα να πω ότι τρελαίνομαι για ανθρακικό, ότι στο Άμστερνταμ έφαγα πρώτη φορά φύκια και ότι μισώ το τζίντζερ.

Στην τελευταία εικόνα, έργο της Galya Popova

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις, εδώ κι εκεί.

Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής, σύντομα.