Μάλκολμ Μπράντμπερυ – Δόκτωρ Κριμινάλε

Η χώρα σας είναι τυχερή, οι ζωές σας απλές, δεν χρειάστηκε να υποφέρετε από την Ιστορία όπως εμείς (…) Ίσως δεν ξέρετε τι σημαίνει να βρίσκεσαι σ’ ένα κόσμο όπου η Ιστορία αλλάζει όλη την ώρα, όπου μια ιδέα ή μια πλευρά τη μια μέρα είναι σωστή και την άλλη λάθος, όπου κάθε επιλογή, κάθε σκέψη είναι ένα στοίχημα που μπορεί να το κερδίσεις ή να το χάσεις, όπου αυτό που είναι πατριωτικό τώρα είναι προδοσία αργότερα. (σ. 109)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Τέκνο του Sheffield, Yorkshire (1932 – 2000), βασικός εκπρόσωπος του campus novel/ ακαδημαϊκού (ή πανεπιστημιακού) μυθιστορήματος, συγγραφέας προσιτών επιστημονικών βιβλίων (μεταξύ των οποίων τα περίφημα Phogey!, or how to have class in a classless society (1960), All dressed up and nowhere to go: The poor man’s guide to the affluent society (1962)) και θεατρικών έργων. Θεωρητικός της λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, κριτικός, τηλεοπτικός σεναριογράφος. Συν-εμπνευστής του πανεπιστημιακού προγράμματος δημιουργικής γραφής (1965), λίκνου μιας ολόκληρης γενιά νέων Άγγλων συγγραφέων και του New British writing (Ian McEwan, Kazuo Ishiguro κ.ά.).
Πλοκή: Ένας τυπικός δημοσιογράφος των 90ς προσπαθεί να ερευνήσει τη ζωή και τον μύθο του δόκτορα Κριμινάλε, ενός διάσημου φιλοσόφου και πολιτικού στοχαστή με αμφίβολο παρελθόν. Τον αναζητά λαχανιασμένος σε διάφορες ευρωπαϊκές κυρίως πόλεις όπου εκείνος συνεχώς τού διαφεύγει κυριολεκτικά και μεταφορικά, και περιπλανιέται στα παρασκήνια της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Ευρώπης. Καθώς αυτή η μυστηριώδης προσωπικότητα υπάρχει μέσα από τα γραπτά της και τις αλλεπάλληλες ερμηνείες και διαδόσεις τους, αποτελεί ένα κείμενο που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει για να κατανοήσει. Θα τα καταφέρει μέσα σε αυτόν το ρευστό κόσμο όπου τα ιδεολογικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών του αιώνα αποκαθηλώνονται και οι πάντες και τα πάντα συνδέονται και διαπλέκονται;
Ήρωες: Δύο διαφορετικοί κόσμοι αλώνουν την Ευρώπη σε ένα ιδιόμορφο κυνήγι. Ο φιλόσοφος είναι πανταχού παρών και πάντα εξαφανισμένος, δημιουργώντας σύγχυση γύρω από το πρόσωπό του: διανοητής ή αυτοκράτωρ; Έχει περάσει από τα ακαδημαϊκά γήπεδα των πανεπιστήμιων – μεγαθηρίων (Βερολίνο, Μόσχα και Χάρβαρντ), έχει αναιρέσει Μαρξ, Χάιντεγκερ και Αντόρνο, έχει φτάσει στην κορυφή της διανόησης. Ο δημοσιογράφος – λυσσαλέος κυνηγός των θεμάτων του, «νεοφώτιστος φιλελεύθερος ανθρωπιστής» όπως αυτοαποκαλείται, και σπουδαγμένος της αποδόμησης (απομυθοποιούσαμε, απομυστηριοποιούσαμε, αποκανονικοποιούσαμε, αποκωδικοποιούσαμε, απο-δοκιμάζαμε, απο-ανθρωπίζαμε) έχει τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις: φυσική περιέργεια και όρεξη να φτάσει στον πυρήνα των πραγμάτων αλλά και τη γνωστή δημοσιογραφική έπαρση. Τη μια νοιάζεται να φτιάξει το ντοκιμαντέρ του σύμφωνα με τους αμείλικτους τηλεοπτικούς κανόνες, την άλλη προβληματίζεται πώς να κινηθεί σε όλο το σύγχρονο χαοτικό μίγμα ανοχής, ανεκτικότητας, ηθικής αβεβαιότητας, παγκόσμιου άγχους και αποδομητικού σκεπτικισμού. Και όπως κάθε λογοτεχνικός ήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βρίσκεται σε μπερδεμένη έως ελεεινή οικονομική και αισθηματική κατάσταση.
Γοητεία: Ποιες θεωρίες κυριάρχησαν στην ήπειρό μας τα έτη 1950 – 2000 και σε τι χρησιμεύουν πλέον; Ποιος παράγει τις ιδέες σήμερα και πώς διαδίδονται ή επιβάλλονται; Υπάρχει διαφορά στο μάρκετινγκ του πολιτισμού και των άλλων προϊόντων της αγοράς; Ποιοι γεμίζουν τα think tanks; Ποιος ο ρόλος των γκουρού της διανόησης και τι παραχωρήσεις χρειάζονται για να μπεις στο jet set της; Τι καθιστά κάποιον αναγνωρισμένη αυθεντία;
Είναι απίστευτο πόσα φύλλα ξεδιπλώνει ο συγγραφέας σε όλο αυτό το στοχαστικό διακειμενικό του ταξίδι, με ταχύτατη αφήγηση και εναλλαγή τόπων και προσώπων. Καθώς μεταπηδάει άνετα από το μυθιστόρημα του στενού ακαδημαϊκού κύκλου (ένα είδος που ποτέ δε συμπάθησα) σε ένα αμιγές μυθιστόρημα δρόμου ή μάλλον δρόμων και δη αστικών, νοιώθεις πως από μια άποψη πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι τόποι: Βιέννη, Βουδαπέστη, Βόρεια Ιταλία, Μπουένος Άιρες, Λωζάνη. Ο Μπράντμπερυ γίνεται ικανός ανθρωπογεωγράφος της Νέας Ευρώπης με τα πεσμένα τείχη και τις καταιγιστικές αλλαγές και της εποχής των πάντων και του τίποτε, όπου ο πολιτισμός γίνεται πολιτική και ιλουστρασιόν ανταλλάξιμο αγαθό.
Γραφιστικά: Τυπικά βρετανική γραφή στα καλύτερά της: ειρωνικά αφελής, φλεγματικά χιουμοριστική, με άνετη απεικόνιση της ατμόσφαιρας. Οι κριτικές ταμπέλες έγραψαν: «καυστική σάτιρα ιδεών». Ευτυχώς που πέρα από όλο αυτό το φαινομενικά βαρύ στοχαστικό οικοδόμημα υπάρχει άφθονο ερωτικό και αστυνομικό υλικό.
Γκράφιτι: Το μέλλον είναι απλώς αυτό που εφευρίσκουμε στο παρόν για να βάλουμε μια τάξη στο παρελθόν. // Μη ζείτε για το μέλλον, θα διαλέξετε απλώς λάθος φατρία και τους λάθος φίλους. // Είναι τόσο χάλια που θα ήμασταν τρελοί αν δε το προβάλαμε (για τηλεοπτική εμφάνιση). // Αν θέλετε, μπορείτε να καπνίσετε. Εδώ δεν είναι Δύση, είναι ελεύθερη χώρα. // Οι νέοι συχνά νοσταλγούν περισσότερο το παρελθόν που δεν έχουν ακόμα αποκτήσει.
Απoσπάσματα: Δεν ξέρετε ότι η φιλοσοφία έχει πεθάνει; Ούτε μια σκέψη δεν έχει απομείνει στον κόσμο. Εδώ τη σκότωσε ο μαρξισμός-λενινισμός, στη Δύση η αποδόμηση. Εμείς είχαμε υπερβολικά πολλή θεωρία της πραγματικότητας, εσείς δεν είχατε αρκετή. (σ. 146-147)
Δεν είναι αλήθεια ότι ζούμε όχι στους μοντέρνους αλλά στους μεταμοντέρνους καιρούς όπου κυριαρχεί ο πλουραλισμός των τεχνοτροπιών, η φόρμα ως παρωδία, η τέχνη ως παραπομπή, η εποχή της κουλτούρας ως διεθνούς έκθεσης; Στο Βερολίνο το τείχος του Χόνεκερ κατέρρεε και γινόταν έργο τέχνης, παντού η πολιτική και ο πολιτισμός γινόταν θέαμα. Έτσι λοιπόν, εκείνον τον Ιούλιο … μια σοπράνο διεθνούς φήμης τραγούδησε τη Μασσαλιώτιδα και στα Ηλύσια Πεδία Αιγύπτιες χορεύτριες της κοιλιάς περιστρέφονταν μαζί με χορευτές του limbo από την Καραϊβική, γκέι χόρευαν με λεσβίες, δομιστές φιλόσοφοι χοροπηδούσαν με φεμινίστριες κριτικούς, Ούγγροι σεκιουριτάδες λικνίζονταν σε τανγκό με Γάλλους ζητάδες, σε μια απέραντη ποικιλία εικόνων και στυλ και πολιτισμών και φύλων, ώστε τα πάντα ήταν τα πάντα και τίποτα ταυτοχρόνως. (σ. 128).
Επίγραμμα: Ένα απολαυστικό magical mystery tour σε μια Ευρώπη που κινείται επικίνδυνα προς άγνωστη κατεύθυνση, σηκώνοντας παράλληλα το αβάσταχτο βάρος των θριάμβων και των ντροπών της.
Μυθιστοριογραφία: Eating people is wrong/ Δεν κάνει να τρώμε ανθρώπους (1959), Stepping Westward (διηγήματα, 1965), The History Man/ Ο άνθρωπος Ιστορία (1975), Rates of Exchange/ Τιμές συναλλάγματος (1982), Why come to Slaka? (1986), Cuts (1987), Doctor Criminale/ Δόκτωρ Κριμινάλε (1992), To the Hermitage/ Στο δρόμο για το Ερμιτάζ (2000).
Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πόλις, μτφ. Τίνα Θέου, σ. 464 και δεκασέλιδες σημειώσεις.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ρις Χιούζ – Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας

Αν κάποιες από τις φουσκωμένες ιστορίες που λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθινές, τότε ήταν αρκετά πλούσιος για να αγοράσει κάθε ιστορικό της ατιμίας…

Προσωπικό ημερολόγιο: Η Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Historia universal de la infamia) (1935) αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα βιβλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Το διάβασα πριν αρκετά χρόνια και με στοίχειωσαν καιρό οι απίστευτες ιστορίες που μαεστρικά ενορχήστρωνε ο καλλιγράφος συγγραφέας του. Επρόκειτο για επτά κείμενα αρχικώς δημοσιευμένα σε εφημερίδα της εποχής που λογοτεχνούσαν τη ζωή και τις αδιανόητες πράξεις επτά σπανίων ατίμων. Το βιβλίο εκείνο συμπληρωνόταν με ένα κλασικό διήγημα του συγγραφέα συν οκτώ μικρότερα κομμάτια που αποδίδονταν είτε ψεύτικα σε υπαρκτούς συγγραφείς, είτε ορθά σε ανύπαρκτους, σύμφωνα με την προσφιλή τακτική του ΧΛΜ να μας δουλεύει κανονικώς και με την πένα.

Πλοκή: 71 χρόνια μετά, ο Rhys Hughes διατυπώνει την επιθυμία του, να ψυχαγωγήσει, όπως λέει, το φάντασμα του Μπόρχες περισσότερο από ποτέ. Επιλέγει άλλους 7 διαβόητους «τελευταίους» της κοινωνίας και τους εικονογραφεί με άψογη λογοτεχνικότητα. Ταυτόχρονα, αντικαθρεφτίζοντας το βιβλίο εκείνο προσθέτει μια παρωδία του διηγήματος και άλλα οκτώ κομμάτια ακριβώς στο κλίμα και το πνεύμα του. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον ρωτούσα πώς φαντάζεται να αντιδρούσε ο ίδιος ο Μπόρχες σε αυτόν τον φόρο τιμής. Με πρόλαβε μια πορτογαλική εφημερίδα και της απάντησε: υποψιάζομαι δεν θα τον ενέκρινε. Αλλά εφόσον, προσθέτει, ο ίδιος στο «διήγημά» του Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ προεικάζει κάθε νοητό κείμενο, θεωρεί πως έχει ήδη συνεργαστεί με κάθε συγγραφέα που αποπειράται να τον μιμηθεί.

Οι Έλληνες αναγνώστες της εν λόγω έκδοσης είμαστε προνομιούχοι για 2 πρόσθετους λόγους: α) Μεταφραστής ανέλαβε ο Αχιλλέας Κυριακίδης, κατεξοχήν μπορχεσιανός μεταφραστής και επιδέξιος χειριστής γλωσσών και γλωσσών. Ο Α.Κ. στον πρόλογό του παραδέχεται ευθέως πόσο τον ταλαιπώρησε η γραφή του συγγραφέα, πόσο χάρηκε που τουλάχιστον δεν είναι ανύπαρκτος συγγραφέας (εδώ που φτάσαμε…) και πως φρόντισε να τον βρει προσωπικά ώστε να βγει τούτο το αποτέλεσμα, προς δόξα του ιλίγγου που χαρίζει καμιά φορά η λογοτεχνία.

β) Ο συγγραφέας δηλώνει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγή πως η αγάπη του για τον ίδιο τον Μπόρχες τον οδήγησε στις επιρροές του μεγάλου Αργεντινού, συνεπώς στα βάθη ελληνικών γραμματειών και ομηρικών ηπείρων. Μας διαβεβαιώνει: Δεν υπάρχει καμία άλλη γλώσσα στην οποία ήθελα περισσότερο να μεταφραστώ. Και έμπρακτα το αποδεικνύει, γράφοντας ένα κομμάτι εδώ αποκλειστικά για εμάς, το Σχήματα αεί Κρήτες.

Ήρωες: Σκλάβοι του κινδύνου και της μανίας, ακραιφνείς θρησκευόμενοι που σφάζουν ανθρώπους, πιστεύοντας πως εφόσον εκείνοι αδυνατούσαν να προστατευτούν, αυτό σήμαινε πως ήταν αδύναμοι κι είχαν κακό κάρμα (άρα με το θάνατό τους βελτίωναν τη θέση τους στην κοσμική κλίμακα!). Ιερείς του Βόρνεο που είναι τόσο πλούσιοι, ώστε ο παράδεισος στον οποίο πίστευαν, ήταν ένας τόπος σκληρής φτώχειας και επίμοχθης εργασίας. Σιαμαίοι που κάποτε γίνονται θύματα μιας αμοιβαίας ληστείας (!). Μέγιστοι άτιμοι που ποτέ δεν αφήνουν τις αντιφάσεις και τις αδυνατότητες να τους προβληματίσουν και άλλοι που πρέπει διαρκώς να φυλάσσουν τα νώτα τους: Μετά το ηλιοβασίλεμα, κάτι φανάρια στερεωμένα σε μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν άνθρωποι ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα, τρεμόπαιζαν πάνω στα στάσιμα νερά. Τον έψαχναν κυνηγοί επικηρυγμένων. Μέσα σ’ ένα μήνα, είχε μαζέψει τόσα φαναράκια, που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μαγαζί.

Γραφιστικά: Ο συγγραφέας σε βάζει στην κάθε ιστορία αργά και βασανιστικά. Με διακεκριμένες μεταξύ τους παραγράφους, με εισαγωγή στο «έγκλημα» του καθενός, με αναφορές στους καλύτερους του είδους. Το τιμώμενο πρόσωπο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο μέσο του κομματιού. Άλλο γοητευτικό στοιχείο στη γραφή του είναι πως εκεί που μέσα σε 2 παραγράφους σε βάζει σε μια θαυμαστή ατμόσφαιρα, αμέσως μετά την ανασκευάζει αμέσως. Θα ξεκινήσει παραπλανητικά υπερτονίζοντας κλισέ και τετριμμένα ή με συναρπαστικές περιγραφές που απλά δεν θα ισχύουν, εφόσον θα τις διαλύσει λίγο μετά λέγοντας: Η αλήθεια είναι πιο ήπια και πιο πειστική. (!)

Γοητεία: Αν μία εκ των τεχνών του λόγου είναι να σε κάνει να συμπάσχεις με τον οποιονδήποτε ήρωά του, τότε εδώ συμπαρασυρόμαστε στο πλευρό των καθαρμάτων. Κυρίως ένοιωσα να συμπάσχω με τον διαβόητο ληστή των ταξιδιωτών, που του δόθηκε Βασιλική Χάρις υπό τον όρο να γράψει μια διατριβή με συμβουλές προς τους ταξιδιώτες πώς ν’ αποφεύγουν να ληστεύονται στο δρόμο… Το βιβλίο έκανε καλές πωλήσεις… Είμαι μαζί τους ακόμα κι όταν παραφρονούν, όπως ο Τέρπιν, που συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε κλέψει μια πέρδικα κι είχε προσπαθήσει να βράσει πάνω της μια κατσαρόλα… Κοιμήθηκε καθ’ όλη σχεδόν την εκτέλεση, κι όταν ξύπνησε ίσα που πρόλαβε να πηδήξει απ’ το ικρίωμα για να σπάσει το σβέρκο του και ν’ αποφύγει τον αργό στραγγαλισμό. …Τον άκουγαν να ροχαλίζει δυνατά καθώς ο όχλος τον τραβούσε από τα πόδια για να επισπεύσει το τέλος του. Είχε ξανακοιμηθεί. Συγχρόνως ταξιδεύουμε σε τόπους που ορισμένες φορές έχεις την εντύπωση πως οι ίδιοι βλασταίνουν τέτοιες παράνομες φυσιογνωμίες. Από τους σάπιους δρόμους της Μογγολίας μέχρι τα χαμηλά σπίτια του Μαρακαΐμπο κι από τους φοβερούς ορίζοντες της τυραννισμένης Παραγουάης σε βασίλεια του Θιβέτ που δωροδοκούν εξερευνητές και χαρτογράφους για να παραμείνουν μυστικά και άλλες βρόμικες πόλεις όπου το βασικότερο εξάρτημα καθημερινής ένδυσης είναι ένας σιδερένιος λοστός. Ο θαυμαστός κόσμος των μούτρων δεν έχει τελειωμό. Ο Hughes πραγματοποιεί το δύσκολο: συνδιαλέγεται ως ισάξιος συνομιλητής με το φάντασμα της επιρροής του. Τρία από τα Borgesiana του Hughes, Η πόλη των σκαρδαμυγμών (στην οποία ακόμα και η πιο τέλεια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να διαλυθεί με έναν τυχαίο σκαρδαμυγμό της Ιστορίας), το αριστουργηματικό Βαθμοί Συνάφειας και το ασύλληπτο Ο Μινώταυρος στην Παμπλόνα θα στοιχημάτιζα πως είναι του μεγάλου Αργεντινού!

Απόσπασμα: Πριν προλάβουν οι ληστές να του ζητήσουν χρήματα, αυτός προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα όπλα με τα οποία τον σημάδευαν στο κεφάλι. Εκείνοι, εκτιμώντας την ευστροφία του, δέχτηκαν… Καθώς περιδιάβαζε τους δρόμους ψάχνοντας για ξενοδοχείο, έπεσε πάνω του ένας μεθυσμένος που είχε βγει τρεκλίζοντας από ένα μπαρ, κι έκανε κάτι ακατανόητα σχόλια αποδοκιμασίας για το μούσι του. Ο Μπάζιλ τον αγνόησε και συνέχισε να περπατάει αλλά, εκείνο το ίδιο βράδυ, τρεις άνδρες μπήκαν απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του και τον απείλησαν με πιστόλια. Τους είχε προσλάβει ο μεθυσμένος για να σκοτώσουν τον ξένο με την ενοχλητική τριχοφυΐα. Ο ψύχραιμος Μπάζιλ τους επισήμανε πως εφτά δολάρια δια του τρία δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, και προσφέρθηκε να τους πληρώσει εκατό φορές παραπάνω αν αλληλοσκοτώνονταν. Το δωμάτιο αντήχησε με πυροβολισμούς. Το επόμενο πρωί ο Μπάζιλ συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο και τον κέρασε ένα ποτό ως ένδειξη απειλής, καλής θέλησης ή θράσους. Μέχρι να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, η καμαριέρα είχε καθαρίσει το πηχτό αίμα, είχε εξαφανίσει τα πτώματα και είχε καλύψει τις τρύπες απ’ τις σφαίρες στους τοίχους με πίνακες ζωγραφικής της κακιάς ώρας. (σ. 72-73)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Cardiff Ουαλίας (1966). Άλλα έργα του: Worming the Harpy, Eyeliliad, The Smell of Telescopes, Stories from a Lost Anthology, Nowhere Near Milkwood, At the Molehills of Madness. Διακρίνω ανελέητη παρώδηση τίτλων και έργων.

Συντεταγμένες: New Universal History of Infamy, 2006. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007. Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης. Με εντελώς απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή. Τελευταίο σχόλιο για συγγραφέα και μεταφραστή: Εξοχότατο, εξοχότατοι.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.