Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 157. Γιώργος Χαβουτσάς

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΘα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για τη μετάφραση, από τα αγγλικά, μιας ανθολογίας ποιημάτων της Λιθουανής ποιήτριας Γιανινά Ντεκουτίτε (εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2013). Τη γνωριμία μου με το έργο της συγκεκριμένης ποιήτριας την περιγράφω διεξοδικά στο επίμετρο του βιβλίου. Τα ποιήματα της Ντεκουτίτε με συγκλόνισαν, μολονότι δεν τα γνώρισα στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Η ποίησή της, σύμφωνα με τον Ρέμβιντας Σίλμπαγιορις, είναι μια ποίηση αλλαγών και μεταμορφώσεων. Η Ντεκουτίτε τρέφει μια ακατανίκητη ορμή για ένα είδος ώσμωσης με τα τοπία της πατρίδας της, με τους δρόμους, με τα αντικείμενα, με την ανάγκη να μετατραπεί σ’ εκείνο που ο καθένας βλέπει και αισθάνεται ολόγυρά του, ανοιχτός «ως το απώτατο νεύρο». Ταπεινά πιστεύω ότι η ποίηση της Ντεκουτίτε άξιζε να γίνει γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

b101179Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια συλλογή ποιημάτων, με τον τίτλο «Η Φοινικιά» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005). Απαρτίζεται από επτά ενότητες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να περιληφθούν σε τρία ή τέσσερα ξεχωριστά βιβλία. Η «Φοινικιά» περιλαμβάνει ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και ύφους, που γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων. Στη συλλογή δεσπόζει θεματικά η φύση και θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι τα περισσότερα ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία που ο Ελύτης ονόμασε «πρισματική ποίηση».

b124350Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η μετάφραση, από τα ρωσικά, του περίφημου πεζογραφήματος του Όσιπ Μαντελστάμ «Ταξίδι στην Αρμενία» (Ίνδικτος, 2007). Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη συγκεκριμένη μετάφραση, για δύο χρόνια. Εκ των υστέρων κατάλαβα, με δεδομένο το επίπεδο των ρωσικών μου, ότι είχα κάνει μια τρέλα, συνειδητοποιώντας τις μεταφραστικές απαιτήσεις του κειμένου. Ωστόσο, πιστεύω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τελικά την προσπάθειά μου.

Το τρίτο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Σημείο Πετρούπολης» (Πλανόδιον, 2011). Η συλλογή γράφτηκε με αφορμή δύο επισκέψεις μου στην Αγία Πετρούπολη, το 2005. Ο τόπος, η συγκεκριμένη πόλη, συνιστούν ένα συγγραφικό πρόσχημα, για κάτι που νομίζω αφορά μόνο το πνεύμα και το ήθος της ελληνικής γλώσσας. Η συλλογή μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτό που οι Ρώσοι ονομάζουν Ποίημα (Ποέμα), και αφορά τη συγγραφή μιας ποιητικής ενότητας με αυστηρό θεματικό πυρήνα.

b168403Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα ποιήματα «έρχονται» σε μένα, όπως θα έλεγε η Αχμάτοβα, με δύο συνήθως τρόπους. Η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επιθυμώ να μιλήσω για ένα ορισμένο θέμα, και για να το πετύχω πρέπει να συγκεντρωθώ πάνω από το λευκό χαρτί δίχως να έχει υπάρξει ένα ισχυρό αρχικό ερέθισμα για όσα θέλω να πω. Τον τρόπο αυτό τον χαρακτηρίζω περισσότερο νοητικό, και συνήθως δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, εκτός εάν επακολουθήσει συστηματική εργασία σε σχέση με ό,τι επιθυμώ να γράψω. Η δεύτερη περίπτωση, που είναι και η πιο παραγωγική, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιμπρεσσιονιστική», όταν μια έντονη εικόνα, ένας λεκτικός ρυθμός που σχηματίζεται ανεξήγητα μέσα μου, αφού αναπτυχθούν, δομούνται σε κάτι ευρύτερο και πιο συνεκτικό. Για να θυμηθούμε και πάλι τον Ελύτη, η δεύτερη αυτή περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «η ανάπτυξη μιας στιγμής».

b192491Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος εργασίας. Ένα ήσυχο γραφειάκι αρκεί. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν ακούγεται μουσική υπόκρουση όταν γράφω. Επειδή είμαι άνθρωπος που συγκεντρώνεται και δίνει βάση στα πράγματα, θεωρώ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι δεν χωράνε. Είτε θα γράφεις και θα διαβάζεις, είτε θ’ ακούς μουσική. Προσωπικά δεν μπορώ να πράξω και τα δύο μαζί. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές μου προτιμήσεις, μου αρέσει οτιδήποτε σχετίζεται με την ορχηστρική μουσική από την κλασική περίοδο και έπειτα, καθώς και οτιδήποτε περικλείει τον αυτοσχεδιασμό μέσα του (τζάζ, παραδοσιακή μουσική κ.λπ.). Απεχθάνομαι εντελώς την όπερα (με εξαίρεση δυο τρεις ρωσικές όπερες), την οποία θεωρώ ως μη-ανθρώπινο είδος τέχνης. Μου προξενεί απέραντη δυσφορία η ακρόασή της, και η απαρέσκεια τούτη εδράζεται επί μιας σχεδόν οργανικής, βιολογικής βάσης, όπως όταν κάποιος έχει δυσανεξία στη λακτόζη ή είναι αλλεργικός σε μια ουσία. Αντιθέτως, μπορώ ν’ ακούσω με ευχαρίστηση οπερέτα.

Arseny TarkovskyΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει κείμενα πάρα πολλές φορές εκτός γραφείου και σπιτιού, κατά κόρον δε τα τελευταία χρόνια: αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, μεταφορικά μέσα εν γένει, ξενοδοχεία, καφετέριες… Φυσικά, όλα αυτά είναι πρώτες γραφές και σημειώσεις οι οποίες υπόκεινται πάντοτε σε περαιτέρω, εργώδη επεξεργασία εν οίκω.

Nikolay GumilevΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αναμφισβήτητα και δίχως δεύτερη σκέψη θα ήθελα να γράψω για την ποιήτρια Θεώνη Κοτίνη. Θεωρώ ότι, ανεξαρτήτως γενιάς, είναι η πιο σπουδαία ποιητική φωνή των ημερών μας. Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να τιμούμε το έργο των ποιητών όταν οι στίχοι τους είναι ακόμα ζεστοί, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, και όχι όταν το έργο τους έχει βρει με τα χρόνια την αποδοχή που του αξίζει από το κοινό. Για να το πω και με τα λόγια του Γιάννη Βαρβέρη, «πρέπει να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές/ αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στη ίδια πόλη». Πάντως, και χωρίς πρόταση από κάποιον τρίτο, έχω σκοπό να γράψω για την Θεώνη Κοτίνη και ευελπιστώ να βρω τη δύναμη να το πράξω σύντομα.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λOlga_Sedakovaόγο;

Έχω γράψει πεζογραφία, αρκετά χρόνια πριν. Μεταξύ άλλων ένα διήγημα που ονομάζεται «Ο μεγάλος ελκυστής», καθώς και ένα κείμενο που καταπιάνεται με τη βιογραφία μου αλλά και την ιστορία των προγόνων μου, ιδωμένες αμφότερες υπό το πρίσμα ορισμένων αστρονομικών δεδομένων. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Μικρή Αστρολογία». Έχω γράψει επίσης ένα θεατρικό έργο, με τη μορφή, το εύρος και το ύφος των θεατρικών έργων του Τσέχωφ. Από όλα αυτά έχω σκοπό να επεξεργαστώ τη «Μικρή Αστρολογία», με απώτερο σκοπό τη μελλοντική έκδοσή της.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Νίκος Καζαντζάκης, Δημήτρης Χατζής, Α. Παπαδιαμάντης, Γ. Βυζιηνός, Ο. Ελύτης, Δ. Παπαδίτσας, Αλέξανδρος Μπάρας, Θεώνη Κοτίνη, Αντών Τσέχωφ, Πρίμο Λέβι, Γιοχάννες Μπομπρόφσκι, Έμιλυ Ντίκινσον, Όσιπ Μαντελστάμ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Νικολάι Γκουμιλιώφ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Όλγα Σεντακόβα.

Поэт МандельштамΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το διπλό βιβλίο», του Δ. Χατζή, όλη η αλληλογραφία του Ν. Καζαντζάκη, το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», του Πρίμο Λέβι, τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», του Ο. Ελύτη καθώς και ένα πλήθος βιβλίων που σχετίζονται με την Αστρονομία, τη Βιολογία, τη Μηχανική της Πτήσης και με τις θετικές εν γένει επιστήμες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η νήσος άνυδρος», του Δ. Χατζή, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», του Γ. Βυζιηνού, «Όλια, μια ψυχούλα», του Α. Τσέχωφ, «Ανάλαφρη αναπνοή», του Ιβάν Μπούνιν, «Στο Παρίσι», του Ιβάν Μπούνιν.

Αλέξανδρος Μπάρας__Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα επιμείνω στη Θεώνη Κοτίνη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αν και δεν είμαι λάτρης των πεζογραφημάτων, ακόμα και όταν αυτά είναι αναγνωρισμένη αξίας και προέρχονται από τους αγαπημένους μου Ρώσους, θα έλεγα ότι βρίσκω έναν βαθμό ταύτισης με τον πρίγκιπα Μίσκιν. Το γεγονός αυτό με έχει κάνει και να αγαπήσω τον συγκεκριμένο ήρωα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Πλανόδιον» και η «Ποίηση». Και τα δύο Janina Degutytėδεν είναι πλέον «ενεργά». Η προτίμησή μου για το πρώτο σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι το συγκεκριμένο περιοδικό το χαρακτήριζε μια ανεξαρτησία σε σχέση με τις επικρατούσες τάσεις και γνώμες του καθιερωμένου λογοτεχνικού σιναφιού. Το δεύτερο το αγαπούσα διότι ήταν το μοναδικό που είχε ως θεματική του καθαρά την ποίηση. Σε ό,τι αφορά το «Πλανόδιον», είμαι σίγουρος ότι οι συνεχιστές του, το «Νέο Πλανόδιον» δηλαδή, θα ακολουθήσουν την ίδια ανεξάρτητη πορεία με αυτή του μητρικού περιοδικού. Πάντως, στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι το πιο αγαπημένο μου περιοδικό, επί σειρά ετών, δεν ήταν λογοτεχνικό αλλά σχετιζόταν με την επιστήμη της Αστρονομίας. Πρόκειται για το αμερικανικό «Astronomy», το οποίο με βοηθούσε να παρατηρώ τον ουρανό και κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος των θεωρητικών ενδιαφερόντων μου σε σχέση με την Αστρονομία. Ήμουν τόσο παθιασμένος με το συγκεκριμένο περιοδικό που έλεγα, αστειευόμενος, στον εαυτό μου και στους φίλους μου ότι το μόνο που θα επιθυμούσα όταν πεθάνω ήταν να σηκώνομαι μια φορά τον μήνα από τον τάφο μου και να πηγαίνω ώς το κοντινότερο περίπτερο για το Astronomy!

"Áóíèí", êàðòèíà õóäîæíèêà Â.È.ÐîñèíñêîãîΔιαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις διαβάζω, με τη διαπίστωση και την πίκρα ότι δεν διαθέτουν το κριτικό πνεύμα που θα έπρεπε να τις διακρίνει. Είναι συνήθως παρουσιάσεις και κείμενα κατάλληλα για ένα οποιοδήποτε άλλο υλικό προϊόν ή εμπόρευμα, όχι όμως για έργα του πνευματικού πεδίου που ονομάζεται ποίηση ή πεζογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όλες οι αναγνώσεις των Ρώσων ποιητών (κυMarina_Tsvetaeva_1914ρίως της Μαρίνας Τσβετάγιεβα), που πραγματοποίησα στην πτήση Αθήνα-Βρυξέλλες-Αθήνα, επί μία δεκαετία περίπου, αρχής γενομένης το 1999. Ο λόγος που θυμάμαι έντονα αυτές τις αναγνώσεις είναι ότι την περίοδο εκείνη βρισκόμουν στο μέγιστο της αναγνωστικής μου πρόσληψης. Ό,τι διάβαζα δηλαδή χωνευόταν τάχιστα και πολύ παραγωγικά μέσα μου. Η περίοδος αυτή έχει πλέον πάψει να υφίσταται για μένα. Κάποτε θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο που θα το ονόμαζα «Η Κοινωνιολογία της πτήσης Αθήνα-Βρυξέλλες», στο οποίο θα τόνιζα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν συνάντησα ούτε έναν άνθρωπο μέσα στο αεροπλάνο της συγκεκριμένης πτήσης που να διάβαζε κάποιο σοβαρό βιβλίο. Φαίνεται πως οι άνθρωποι που έχουν την τύχη της χώρας μας στα χέρια τους περί πολλά τυρβάζουν, αγνοώντας τα σημαντικότερα.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο τρόπος μemily-dickinson-head.tου δεν διαφέρει από αυτόν της συγγραφής των ποιημάτων. Εννοώ ότι το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ήσυχο γραφειάκι, συγκέντρωση και μεθοδικότητα. Η μετάφραση από τα ρωσικά χρήζει περισσότερης οργάνωσης, καθώς, όπως έχω εξηγήσει αλλού, υπάρχουν προσώρας ελάχιστα βοηθήματα για έναν που θέλει να μεταφράσει τα ρωσικά στην ελληνική γλώσσα. Όσο για τη σχέση μεταξύ μεταφραστή και μεταφραζόμενου συγγραφέα, η μόνη λέξη που μπορεί να την χαρακτηρίσει είναι η αγάπη. Αγάπη για το έργο τού προς μετάφραση συγγραφέα, αγάπη για τα γραπτά του.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Σίγουρα η πιο δύσκολη μετάφραση με την οποία καταπιάστηκα ήταν το «Ταξίδι στην Αρμενία», του Όσιπ Μαντελστάμ. Συμπληρωματικά, σε σχέση με τα όσα ανέφερα παραπάνω, πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικής δυσκολίας, ακόμα και για όσους έχουν τα ρωσικά ως μητρική τους γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, τη μεγαλύτερη χαρά μεταφράζοντας (για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο ηδονή) την ένιωσα με τη μετάφραση του συγκεκριμένου έργου, διότι ήταν μια χαρά που προήλθε μέσα από μια μεγάλη δυσκολία.

johannes-bobrowskiΜπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι οι υπόλοιπες μεταφράσεις μου δεν έχουν περιβληθεί τον τύπο του βιβλίου, δηλαδή, πρόκειται για δημοσιεύσεις σε περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έτσι λοιπόν, έχω μεταφράσει από τα ρωσικά τα εξής: τον ποιητικό κύκλο «Αϋπνία», της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε, συνοδευόμενος από επίμετρο, στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Ποιητική», τον ποιητικό κύκλο «Κινέζικο οδοιπορικό», της σύγχρονης ρωσίδας ποιήτριας Όλγας Σεντακόβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του ιδίου περιοδικού καθώς και μεταφράσεις μικρών διηγημάτων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίες αναρτήθηκαν στο ιστολόγιο «Ιστορίες Μπονζάι», του Γιάννη Πατίλη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να βρω τον τρόπο και τη δύναμη να συνεχίσω τη μετάφραση έργων του Όσιπ Μαντελστάμ και της Όλγας Σεντακόβα. Σε σχέση με τον πρώτο, έχω ήδη αρχίσει από καιρό τη μετάφραση του πεζογραφικού-βιογραφικού του έργου, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο θόρυβος του καιρού». Επίσης, επιθυμώ να ολοκληρώσω τη μετάφραση πενήντα ποιημάτων της Όλγας Σεντακόβα, τα οποία περιλαμβάνονται στην ποιητική ενότητα «Παλιά τραγούδια». Και οι δύο προαναφερόμενες μεταφραστικές απόπειρες τελούν, για την ώρα, υπό αναστολή.

Περί αδιακρισίας

Ορισμένα τελικά σχόλια

Ας θεωρηθούν τα παρακάτω σχόλιαOLYMPUS DIGITAL CAMERA ως απάντηση στην ερώτηση που θα ήθελα να μου κάνουν και δεν έγινε. Θα ήθελα να επισημάνω λοιπόν ότι στο ανωτέρω ερωτηματολόγιο απάντησα ως εάν να ήμουν ένας εν ενεργεία συγγραφέας και μεταφραστής. Πράγμα που διόλου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς η διαδικασία της συγγραφής και της μετάφρασης έχει ανασταλεί για μένα, όπως προείπα, εδώ και αρκετό καιρό – ήδη από το 2008. Θα μπορούσε η συγκεκριμένη κατάσταση να ονομαστεί ποιητική ή συγγραφική σιγή. Το δέχομαι, και δεν γνωρίζω εάν θα επανακτήσω ξανά τη σωματική και ψυχική δύναμη που θα με επαναφέρουν ξανά στον χώρο της ποίησης ή της μετάφρασης. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι το κύριο μέλημα της ζωής μου είναι η διατήρηση της σχέσης μου με την ομορφιά και τίποτε παραπάνω. Οι τρόποι με τους οποίους θα συνεχίσω να προσεγγίζω την ομορφιά δεν έχουν πλέον σημασία για μένα. Θα μπορούσαν να είναι, επί παραδείγματι, τα αεροπλάνα, τα αερομοντέλα και το φαινόμενο της πτήσης καθεαυτό, πράγματα και διαδικασίες στις οποίες ενεπλάκην όλο το πρόσφατο παρελθόν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τον τελευταίο καιρό έχω επανακτήσει το ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική (ακουαρέλες), την οποία δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω. Επίσης, σκοπεύω να συνεχίσω να ασχολούμαι με πράγματα που με ενδιέφεραν ανέκαθεν: τις περσικές μινιατούρες, τις ινδικές μινιατούρες, την τέχνη της Αρμενίας (λόγω καταγωγής), την ιαπωνική και κινεζική τέχνη και την τέχνη της Ανατολής γενικότερα. Θα συνεχίσω να αισθάνομαι, δυστυχώς, ως ένας άνθρωπος εκτός τόπου και καιρού, ο οποίος δεν δύναται να ασχοληθεί, φαινομενικά τουλάχιστον, με τα τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας του, αλλά παραδόξως τον ενδιαφέρουν πολύ έντονα, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι Γιαπωνέζοι φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβάκια γρύλους ή πυγολαμπίδες. Όλα αυτά διόλου δεν χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά συνιστούν βαθύτατη ψυχική μου ανάγκη. Εάν υφίσταται ένα πνευματικό ζήτημα σήμερα για μένα, τότε αυτό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: πώς θα μπορέσω να διατηρήσω τη σχέση μου με την ομορφιά, ζώντας στην Ελλάδα και μιλώντας την ελληνική γλώσσα, όταν οι αναφορές και τα ενδιαφέροντά μου βρίσκονται ολωσδιόλου εκτός Ελλάδας, και συγκεκριμένα στον γεωγραφικό και πνευματικό χώρο της Ανατολής. Τα ελάχιστα αυτά λόγια ελπίζω ότι καλύπτουν, ενδεχομένως, ορισμένα κενά που φάνηκαν να χαίνουν σε όλες τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Με τούτα και με κείνα, ήρθε νομίζω η στιγμή να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη του Πανδοχείου για την φιλοξενία του.

Στις εικόνες: Arseny Tarkovsky, Nikolay Gumilev, Olga Sedakova, Osip Mandelstam, Αλέξανδρος Μπάρας, Janina Degutytė, Ivan Bunin, Marina Tsvetaeva, Emily Dickinson, Johannes Bobrowski.

Ελάχιστα λόγια για το αλησμόνητο Ταξίδι στην Αρμενία εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 153. Θοδωρής Ρακόπουλος

ΘΡΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η “Συνωμοσία της Πυρίτιδας” είναι το πρώτο μου πεζογραφικό βιβλίο. Πρόκειται για έναν μικρό τόμο που περιέχει είκοσι πέντε υβριδικές πρόζες, με εννοιολογικό κέντρο. Είναι ένα βιβλίο-κόνσεπτ για την συνωμοσιολογία, μια σατιρική αναφορά στον εξωλογικό πολιτικό λόγο, τον μεσσιανισμό, την παραφιλολογία, το παράδοξο. Το βιβλίο έχει τρείς ενότητες αλλά ο τρόπος που αυτές το οργανώνουν είναι η μέθοδος της “ανακατεμένης τράπουλας”: κάτω από το κάθε κείμενο υπάρχει η αναφορά (ως οιονεί επεξήγηση) της ενότητας στην οποία ανήκει. Όλα τα κομμάτια είναι τρυφερά, οι περισσότερες ιστορίες έχουν να κάνουν με σπάνια ζώα και ευάλωτους ανθρώπους. Δεν υπάρχει πρόθεση οίησης και κατάκρισης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

sep-rakopoulos-synomosia-_Ευχαρίστως. Το Φαγιούμ (εκδ. Μανδραγόρας) είναι ένα βιβλίο ποιήσης που γράφτηκε την περίοδο 2002-2009 περίπου. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η θερμή υποδοχή που του έτυχε έχει να κάνει με την μακρά παραγωγή του. Το βιβλίο έχει άξονα αναφοράς την εικόνα και τον χρόνο που εγκλωβίζεται σε αυτήν (εξ ου ο τίτλος). Όλα σχεδόν τα (μόλις 23) ποιήματα έχουν αναφορά σε μια φωτογραφία, ή άλλου είδους οπτικοποίηση μιας ανθρώπινης μορφής – και στη μνήμη που αυτές οι εικόνες αναμοχλεύουν.

Το Ορυκτό Δάσος (εκδ. Νεφέλη) ήρθε τρία χρόνια μετά, το 2013, και είναι ένα βιβλίο πιο “δεμένο”. Το πρώτο μέρος του, “Κοράλλια”, είναι ποίηση σε πρόζα, με αναφορά στην έννοια του μύθου, με μικρές αδρές ιστορίες και το δεύτερο (“Πυρομαχικά”) είναι και πάλι αφηγηματικό αλλά διατηρεί μια περισσότερο πολιτική αναφορα, ενώ έχει πιο ‘κλασικά’ ποιήματα σε ύφος γραφής.

Η συλλογή διηγημάτων “Νυχτερίδα στην Τσέπη” έχει ολοκληρωθεί και θα εκδοθεί εν ευθέτω από τη Νεφέλη – δεν βιαζόμαστε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε αρb186871κετούς: αεροπλάνα, αεροδρόμια, τραίνα, πάρκα, ξένα σπίτια, πολύ ξένα σπίτια. Έγραψα ένα ποίημα ονόματι “ανελκυστήρ” σε ένα σταματημένο ασανσέρ. Δε νομίζω να το δημοσιεύσω, σε τέτοιες περιπτώσεις ο ενθουσιασμός της στιγμής σε καθιστά αδίκως ιπτάμενο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν πάντα στο χέρι, στο τετράδιό μου. Στη συνέχεια, μεταγραφή στην οθόνη, αφού ‘καθήσει’ λίγο το κείμενο, και εφαρμόζοντας συνεχείς αναπροσαρμογές στον ορίζοντα ενός αφηρημένου αναγνώστη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το “γενικότερες” είναι δύσκολο να απαντηθεί: δεν θα έγραφα -ενδεικτικά- με Toolή Στράτο Διονυσίου, μολονότι αγαπώ και τους δύο. Η μπαρόκ είναι ίσως η μόνη μουσική που αγαπώ και εν γένει και ως μουσική εργασίας. Θεωρώ τον Βιβάλντι και τον Πάρσελ παρεξηγημένες περιπτώσεις, εφάμιλλες των κλασσικών. Ο Μπαχ. Επίσης, μεγάλο τμήμα της τζαζ, όχι όμως η free jazz. Ο Eric Dolphy, o Mingus, ο Τρελόνιους Monk… Μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλούμε ηλεκτρονική μουσική το παρακολουθώ πάντα με την αμηχανία και τον ενθουσιασμό του παρθένου.

b161273Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Νομικά στο ΑΠΘ. Μετά πήγα στο Λονδίνο -όπου έζησα οκτώ χρόνια- και κατέληξα να κάνω διδακτορικό στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, στο Goldsmiths. Στην αρχή έκανα διάφορες δουλειές: από χειριστή σε call centre (από τις πιο αλλοτριωτικές δουλειές του κόσμου) μέχρι σερβιτόρο και δημοσκόπο. Όταν η τύχη μου γύρισε -έχει κάποια χρόνια-, εθίστηκα στον βιοπορισμό εξ υποτροφίας και ακαδημαϊκής διδασκαλίας. Εδώ και καιρό βιοπορίζομαι ερευνητικά – προς το παρόν στο τμήμα Ανθρωπολογίας του πανεπιστήμιου της Πρετόρια, στη Νότια Αφρική, μια χώρα που αγκαλιάζει την ακαδημαϊκή έρευνα όσο λίγες άλλες, δυστυχώς.

ΓονατάςΣτην ουσία γράφω επαγγελματικά, στα αγγλικά – και γράφω λογοτεχνία, στα ελληνικά. Πάντως ναι, νομίζω έχει περάσει η ανθρωπολογική και γενικότερα θεωρητική σκευή στο ύφος μου, αλλά και σε ορισμένα θέματα και μεθόδους που με απασχολούν στα λογοτεχνικά μου γραπτά (για παράδειγμα: μαγεία, παράδοξο, μύθος, σκώμμα).

Έχετε γράψει ποίηση και τώρα πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Είναι η μόνη ερώτηση στην οποία μπορώ να απαντήσω με απόλυτη βεβαιότητα. Θα γράφω πάντα και στα δύο “είδη”. Προσοχή: το “σ” πριν το άρθρο “τα” κάνει τη διαφορά, νομίζω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τι εξαιρετική ερώτηση… Νομίζω μια μονογραφία για τον Παπαδημητρακόπουλο ή τον Γονατά – και ίσως θα είχα την αγάπη και την ενάργεια για κάτι τέτοιο. Ίσως. Μπορεί να λέω μεγάλα λόγια. Επίσης, εφόσον είμαι ο μόνος οπαδός της γραφής του που γνωρίζω, του άδικα παραγνωρισμένου Νάσου Θεοφίλου. Ως αναλυτική βάση, στην συγκεκριμένες περιπτώσεις θα έπρεπε να είναι κεντρικές οι έννοιες της μαγείας και του μινιμαλισμού στις δύο πρώτες και ενός μεθυσμένου μαξιμαλισμού στην τελευταία.

primo leviΤι γράφετε τώρα;

Έγραψα ένα ποίημα προ μηνός και παλεύω ένα διήγημα, αλλά κυρίως μεταφράζω βρετανική ποίηση: Don Patterson, Ted Hughes. Απορώ με ανθρώπους που λεν ‘τώρα δουλεύω δύο μυθιστορήματα’.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαπφώ, Αλκμάν, Όμηρος, Παλατινή Ανθολογία.

Lewis Carol, Jonathan Swift, Robert Louis Stevenson.

Larkin, Borges. Καβάφης, Καρυωτάκης.

Πετρόπουλος, Pasolini. Calvino, Primo Levi.

Γκόγκολ, Kafka. Ενδεικτικά όλα αυτά, εννοείται.

Θα στενοχωρηθώ όταν καταλάβω πως δεν είπα κάποιους άλλους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

lewis-carrol_Κάποια του Γονατά, του Χάκκα. Από τους παλιούς, του Βιζυηνού, του Ροῒδη, και του Μιχαήλ Μητσάκη, που τον λατρεύω – είναι ίσως ο έλληνας πεζογράφος που αγαπά περισσότερο τα ζώα (για παράδειγμα: Το Γατί, Η Αρκούδα). Katherine Mansfield, βέβαια. Edgar Allan Poe. Το καλό διήγημα είναι κορυφαίο λογοτεχνικό είδος για μένα: ανάμεσα στην ποίηση και τη νουβέλα, είναι τίποτα από τα δύο και ταυτόχρονα και τα δύο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Σχεδόν όλα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο. Φανατικός αναγνώστης περιοδικών – αλλά και γραφιάς σε περιοδικά. Θεωρώ το λογοτεχνικό περιοδικό την αρτηρία που πάει αίμα στην καρδιά της λογοτεχνίας (κι έχω γράψει ένα μικρό δοκίμιο όπου υποστηρίζω την θέση αυτή με επιχειρήματα, κι όχι αξιωματικά, όπως εδώ). Είμαστε πρωτοποριακοί στα περιοδικά, στην Ελλάδα.

Philip Larkin, poet and author. Camera Press, LondonΤα αγαπημένα μου, από αυτά στα οποία έχω δημοσιεύσει: Εντευκτήριο (πρώτη δημοσίευση, παλιά αγάπη), Ποιητική (το πιο “παγκόσμιο”). Το Πλανόδιον, από τα “παλιά”. Το Οροπέδιο, ως συνέχιση αυτής της αισθητικής. Οι Σημειώσεις, για λόγους και πολιτικούς. Εμβόλιμον, Παρέμβαση και Πόρφυρας, όπως έχω ξαναγράψει, είναι οι ήρωες της περιφέρειας. Το Φρμκ έχει τον καλύτερο υπότιτλο (“για την διερεύνηση…”).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα τον “Αγάθο” του Νίκου Βασιλειάδη, ένα αριστούργημα, όπως και τα άλλα του βιβλία. Διαβάζω τους λίβελους του Γιώργη Ζάρκου, γελώντας. Και ξεκίνησα το μόνο ως τώρα βιβλίο του Binyavanga Wainaina.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Οι λογοτεχνικές παρουσιάσεις είναι ένα πρόβλημα της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, καθότι κατατρώγουν την λογοτεχνική κριτική, το τολμηρότερο άθλημα διανόησης που υπάρχει. Όλοι γράφουν για το πόσο απίθανο είναι το βιβλίο του φίλου τους, κατατάσσοντάς το κάπου λίγο χαμηλότερα της Βίβλου. Το θέμα είναι η γραμματολογία. Κι αυτή λείπει. Διαβάζω κριτική, λοιπόν, και γράφω, όταν μπορώ, κυρίως στο περιοδικό ‘Τα Ποιητικά’.

jonathan swiftΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πάντα γράφω και διαβάζω σε μέσα, επειδή ταξιδεύω πολύ, για επαγγελματικούς κυρίως λόγους. Δεν είμαι τουρίστας πουθενά.

Μία έντονη εμπειρία ήταν νομίζω το Boyhood του Coetzee σε υπεραστικό λεωφορείο στη Νότια Αφρική, από την Πρετόρια ως το Κέιπ Τάουν. 22 ώρες. Διασχίσαμε την Karoo, την μικρή έρημο στα Δυτικά της χώρας. Στις παρυφές της γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Coetzee.

Θυμάμαι και συγγραφές. Έγραψα στο τραίνο Αθήνα-Σαλονίκη, ένα ταξίδι που έχω κάνει εκατοντάδες φορές, όλη την ενότητα “Χιλιαστές” του τελευταίου μου βιβλίου, διαμιάς. Είναι το ένα τρίτο του βιβλίου. Δεν έκανα σχεδόν καμία αλλαγή έκτοτε.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Pasolini-set-Teorema-1968Βέβαια. Mike Leigh, Kiarostami, Αγγελόπουλος, Pasolini, Rosi, Tarkovsky, κι ορισμένοι άλλοι. Από θέατρο δεν πολυξέρω. Μεγάλωσα σε χωριό, πρωτοπήγα θέατρο στα 18 μου, ακόμη να ξεπεράσω το δέος της σκηνής. Όταν μεγαλώσω, θα δω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Παθητικά, το μένος, το θυμικό και η σιγουριά της κατοχής της Απολύτου Αληθείας, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό διαδικτυακό κόσμο, αποτέλεσαν έμπνευση για το Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας. Άρα είναι ευεργετική η επίδραση του διαδικτυώνεσθαι. Χρειάζεται χιούμορ και να μην παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, νομίζω.

Ενεργητικά, διατηρώ ένα μπλογκ όπου ανεβάζω μεταφράσεις και δοκίμια κάθε 2-3 μέρες.

LislSteiner-Jorge-Luis-Borges1Διαδραστικά, μου είναι απαραίτητη η σχέση με το μέσο, διότι ζω εκτός χώρας εδώ και μια δεκαετία και χρειάζομαι επαφή με φίλους, κι ενημέρωση.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Νομίζω θα ήταν το ίδιο πράγμα σε άλλη κλίμακα, σαν να αλλάζει ένας οινόφιλος ένα Chenin Blanc με ένα Pinot Gris.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε, αλλά η απάντηση είναι: η Κούβα. Κι η ερώτηση δεν είναι “ποιο το σύστημα στο οποίο θα θέλατε να ζήσετε”;

Στις εικόνες: Ε.Χ. Γονατάς, Primo Levi, Lewis Carroll, Philip Larkin, Jonathan Swift, Pier Paolo Pasolini, Jorge Luis Borges.