Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η ιδιωτική μου αντωνυμία

Η αλληλοπάθεια των βίων που γίνονται βιος

Μαζεύω τυχάρπαστες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. Σαν τότες που ήμουνα μωρό παιδί, δευτεράκι ή τριτάκι, και με έστελνε η μάνα μου στο μπακάλικο, αφού προηγουμένως με έβαζε να παπαγαλίσω όλα τα ψώνια: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές. Με τη βεβαιότητα ότι το ξύλο δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω. Ή που θα μπέρδευα την παραγγελία ή που θα ξεχνιόμουν στην πλατεία να παίζω μπίλιες με τους φίλους μου. Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμα διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουν απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με τα χέρια στο πληκτρολόγιο και τον κέρσορα να σχηματίζει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές («Παραγγελιές», σ. 39-40).

Αδυνατώ να καταλήξω αν είναι η ίδια η ζωή ή η άλλη της πλευρά, αυτή της λογοτεχνίας, που μου πρότειναν πως ό,τι αξίζει απ’ όσα ζούμε ή ό,τι μας έκανε αυτό που είμαστε, δεν φτιάχνει μυθιστόρημα, ούτε καν διηγήματα, αλλά μικρά πεζά, σκόρπια κομμάτια, πυκνά θραύσματα μνήμης. Και πως όλα αυτά από την ίδια τους τη φύση αποζητούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις, εκείνες που έχουν διπλό φορτίο, και του νοήματος και της σιωπής. Αλλά και πάλι, τι απ’ όλα αυτά αφορά έναν αναγνώστη; Σίγουρα όχι η ωραιοποίηση μιας βιωμένης πεντηκονταετίας ή η νοσταλγία για τα αγνά συστατικά ενός ανεπίστροφου παρελθόντος, όπως η φύση, η παιδική ηλικία, οι αγαπημένοι περίγυροι, οι συγγενείς, ομοαίματοι κι εκλεκτικοί, οι έρωτες.

Μπορεί το απόσταγμα να είναι διπλό, ώστε να μείνει εκείνο που αφορά και τον αφηγητή και τον διαλεκτικό του σύντροφο από την άλλη πλευρά της σελίδας; Η ιδιωτική αντωνυμία του Χατζημωυσιάδη, χωρισμένη σε εννιά ενότητες –αντωνυμίες όλων των ειδών, είναι μια ψηφιδωτή λογοτεχνία όπου η κάθε ψηφίδα χωρά έναν ολόκληρο βιωμένο κόσμο, που, ιδωμένος από λίγο μακρύτερα ή πλαγιότερα, είναι και δικός μας. Κι ακόμα παραπέρα, είναι το τοπίο όπου ο έρωτας, η μύηση και ο θάνατος είναι δεν έχουν χρόνο.

Γι’ αυτό και από την μια μας περιμένουν παιδικές άνοιξες που θάλλουν, ασθένειες ευπρόσδεκτες γιατί αύριο δεν έχει σχολείο, βροχές που αναβάλλουν το μάζεμα του καπνού ή του βαμβακιού, σκιάχτρα που φορούν τις παλιές μας φανέλες και ασκούνται στην υπομονή, ύστερες αλλά ποτέ καθυστερημένες συμποσιάσεις με τον πατέρα και οι υποσχέσεις του παππού για την εβδομάδα που δεν έχει Παρασκευή (και που ο εγγονός ακόμα την περιμένει). Κι ύστερα, στην δεύτερη ανάγνωση, αλλάζει το φως και αποκαλύπτει κάτι άλλο, σαν τις ιστορίες του παππού που, ενώ ήταν οι ίδιες. τα διδάγματα κάθε φορά ήταν διαφορετικά, ακόμα και αντίθετα· ή σαν τις ιστορίες με τις νεράιδες και τα φαντάσματα που συνήθιζε να λέει η γιαγιά, οι οποίες τελικά βρίσκουν την δικαίωσή τους στην ίδια την Ιστορία, γιατί κάθε τόπος είναι φορτισμένος με τους τραυματίες του, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει το παρελθόν ή πρόκειται για μια τρυφερή άσκηση παρηγοριάς, ένα παιχνίδι που μας έμαθε η ίδια η αφήγηση; Γίνεται οι χειροποίητοι χαρταετοί, με την αλησμόνητη τελετουργία της κατασκευής, να πάψουν να σωριάζονται χάρη στην φαντασιακή επανάληψη των ίδιων κινήσεων και επιτέλους να πετάξουν; Γίνεται να θέσουμε την ερώτηση στην γιαγιά ποιους παππούδες, ποια δεκατετράχρονα κοριτσάκια και ποιες κρυφές ζωές φυλάς μες στις ερμητικές σιωπές σου; Υπάρχουν τρόποι να προληφθεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Μπορεί η ανάμνηση να αλλάξει την ροή των πραγμάτων όπως στην βουτιά;

Είπαμε, κάθε μαγεία εδώ βγαίνει από την μνήμη και φυλάσσεται στις λέξεις. Αλλά είναι οι ίδιες λέξεις που δεν κρύβουν τίποτα, απροκάλυπτα ειλικρινείς για την πλήρη απομάγευση. «Δυτικά της ιστορίας», το ποταμάκι των παιδικών χρόνων κατεβάζει του κόσμου της ακαθαρσίες, το δε πλατανόδασος αποψιλώνεται χρόνο με τον χρόνο και καταπατάται. «Στη μεθόριο της μεθορίου», εκεί όπου νέος σε ένα χωριό της Μακεδονίας στις αρχές του ’80 στοιχίζεσαι στους κυκλικούς χορούς και στις ενιαίες αντιλήψεις, όποιος είναι διαφορετικός και διαβάζει, απομονώνεται από τις παρέες και σήμερα – πώς είναι άραγε;

Υπάρχουν πολλά κείμενα που προκαλούν διπλή ανάγνωση, όπως Μια παγωμένη άνοιξη, με τους ήρωες των παιδικών χρόνων να φοράνε λουλουδάτα φορέματα και παντελόνια καμπάνα, να ακούνε ξένη μουσική, να συχνάζουν σε γεμάτα αμφιθέατρα και να αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους μεγάλους. Τώρα θλιβεροί μεσήλικες τρέχουν στις εκκλησίες και ψάχνουν σε εθνικά συλλαλητήρια τις πιο βολικές κολυμπήθρες. Κάτι λίγοι μόνο άντεξαν, σαν φαντάσματα του παρελθόντος, βουτηγμένοι σε φτηνό αλκοόλ και απέραντη μοναξιά, χάρτινοι και κατανοητοί πια, γιατί «είναι αβάσταχτες εκείνες οι ατέλειωτες Πρωτομαγιές του ’75, σαράντα τόσα χρόνια μετά».

Κι όμως, παρά την απομάγευση οι συνοδοιπόροι του συγγραφέα ενηλικώνονται και γερνούν μαζί του με μια αίσθηση παραμυθίας πως όλα ανήκουν στον κύκλο της ζωής. Όπως, ας πούμε, ο μικρός Ινδιάνος Τσιπιρίπο τέταρτο και πολυτιμότερο μέλος της παρέας του Μικρού Σερίφη · τώρα τελευταία τον φαντάζεται μεσήλικα, να πάσχει από σάκχαρο ή να υποφέρει από αρθριτικά. Αλλά να συνεχίζει κάθε βράδυ να παίρνει το στενό μονοπάτι για το βουνό των Θεών, για μοναχικούς ολονύχτιους χορούς («Ο μικρός μου ήρωας»). Ή ο δικός του κακός λύκος μιας πυκνόφυτης ρεματιάς, πού όταν κάποτε, ενήλικος πια, την κατέβηκε, τον είδε που πέρασε δίπλα του, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης, κυνηγημένος από μια αγέλη. Αργότερα η ρεματιά αφανίστηκε από τους καταπατητές αλλά ο συγγραφέας θέλει να πιστεύει ότι ο λύκος βρίσκεται ακόμα εκεί στο πράσινο λημέρι του· και να τον φαντάζεται ανήμπορο, φαφούτη, στο κρεβάτι, με μια πονηρούλα Κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται και να τον παρηγορεί («Αλυχτίσματα»).

Ούτως η άλλως η ίδια η πραγματικότητα είχε την άλλη της πλευρά, αθέατη τότε, σήμερα ηθελημένα παραμερισμένη. Γιατί είναι ωραίο να είσαι στα δεκάξι στον πευκώνα του χωριού για το πρώτο ραντεβού και να ονειρεύεσαι ότι έτσι ακριβώς θα ήθελες να είναι όλη η ζωή σου: ένας καταπράσινος Απρίλιος, με το πρώτο ανοιξιάτικο ψιχάλισμα. Και να αγνοείς τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το ραδιενεργό νέφος εξαιτίας του προ δυο ημερών ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ («Ανθοφορίες»).

Αυτοί είναι και για μένα οι ιδανικοί χαρακτήρες των βιβλίων. Όπως εκείνος που μαθαίνει πως είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν τα βάζει με τον εαυτό του ούτε με την τύχη του. Φεύγει από το νοσοκομείο, κλείνεται στο σπίτι και ξαπλώνει. Πόσα λόγια, πόσοι μορφασμοί, πόσες χειρονομίες, πόσα βλέμματα ανασταίνονται σε είκοσι μέρες μέσα; Κάποιες ημιτελείς ζωές τον περίμεναν ανυπόμονα για να τις ζήσει («Πολλές ζωές για να τις ζήσει»).

Κάποτε το διαρκώς αναζητούμενο βαθύτερο νόημα τελικά βρίσκεται στο παρελθόν. Άλλωστε «Οι γιαγιάδες που μας υπήρξαν» που μνημονεύονται από τον αφηγητή δεν είναι οι νεανίζουσες και καλοχτενισμένες αλλά οι μαγκούφες, οι αναμαλλιασμένες κι οι λιγομίλητες, γιατί περιέφεραν στον παιδικό του κόσμο μια υπενθύμιση θανάτου, μια απόδειξη της φθοράς και με αυτό τον τρόπο έθεταν, έστω και εν αγνοία τους, ένα όριο στην ύβρη. Και ζώντας σ’ έναν τόπο όπου νυχτώνει νωρίς, τα καφενεία είναι κλειστά, οι φανοστάτες χαλασμένοι και δεν ακούγονται παρά μακρινά γαβγίσματα σκύλων, ο συγγραφέας σκέφτεται πως ο θάνατος δεν είναι τόσο ένα συμβάν όσο μια εξελισσόμενη κατάσταση, και δεν αφορά μόνο ανθρώπους αλλά και τα σπίτια, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες («Το βοριαδάκι του Γενάρη»).

Κι εμείς συνεχίζουμε να περιδιαβαίνουμε «το ναρκοπέδιο των λέξεων», πάντα ανέτοιμοι για οποιαδήποτε «Προφορική εξέταση» (σε αντίθεση με μια μαθήτρια που ξεπέρασε την διδασκαλία γιατί ήταν μάθημα από μόνη της), αλλά για να μάθουμε ιστορία από την καμπούρα της γιαγιάς που είχε άντρα σκοτωμένο στον εμφύλιο κι γιο εξόριστο στη Λέρο κι όχι απ’ το σχολικό μάθημα όπου έπαιρνε κακό βαθμό ο εγγονός της («Εθνική αγωγή») ή για να προχωρήσουμε πέρα από την λατρεία ενός Θεού και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας («Δήλωση μετανοίας»). Κι ας γίναμε κι εμείς οι ίδιοι του καιρού μας, με πρωινό ξύπνημα με τρία χιλιόμετρα διάδρομο στο υπόγειο του σπιτιού ή μια χαμογελαστή ανάρτηση στο Facebook με εξακόσια τριάντα δυο λάικ και εβδομήντα τρεις καρδούλες ή ένα παράνομο παρκάρισμα μπροστά στο ΑΤΜ της γειτονιάς για μια βιαστική ανάληψη («Χειραψία γνωριμίας»).

Ή για να καταλάβουμε ότι η γραφή είναι έκθεση, αλητεία και ασέλγεια στα αγαπημένα μας πτώματα, τριγύρισμα στους δρόμους με περιφορά του εαυτού. Οριστικός και αόριστος, κτητικός και αναφορικός, προσωπικός και αυτοπαθής,  δεικτικός (και δηκτικός) και ερωτηματικός, ακριβώς όπως οι αντωνυμίες του, ο συγγραφέας καθίσταται αλληλοπαθής με τον καθένα μας, στην κοινότητα της γραφής και της ανάγνωσης όπου ανήκουμε όλοι γιατί οτιδήποτε ατομικό εδώ αφορά κάθε συλλογικό αλλού.

Κι αν η λογοτεχνία μερικές φορές μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν έχει αξία, όλη αυτή η σπατάλη, η ματαιοδοξία κι ο αυτισμός του εγώ, έρχεται με τις δικές του Κροστάνδες ο Χατζημωυσιάδης να μας πει ότι λογοτεχνία είναι εκείνη που επιχειρεί ασταμάτητα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων απ’ τους επαναστάτες που τα έχουν ήδη καταλάβει. Υπάρχει και μια ακόμα ένδειξη, που για άλλη μια φορά είχε μαρτυρήσει το παρελθόν αλλά δεν της δώσαμε σημασία. Με αφορμή μια αναδρομή στο παιδικό ημερολόγιο, ο συγγραφέας στέκεται σε μια συχνή καταγραφή: «Σήμερα τίποτα». Πιο παλιά θα το σκεφτόταν αλλιώς αλλά τώρα γνωρίζει πως η διατύπωση αυτή είναι ό,τι πιο σοφό έχει γράψει. Στο κάτω κάτω, αν γράφει τώρα, λέει, είναι κυρίως για να δώσει σ’ αυτό το τίποτα την ψευδαίσθηση του κάτι.

Αν για κάτι λατρεύω τη γραφή, είναι που μπορεί να αίρεται πάνω από την πραγματικότητα. Τις προάλλες φερειπείν κάτι γριές μαγκούφες με φαρδιές ρόμπες, μουστάκια και τρέμουλο στα χέρια εμφανίστηκαν απρόσκλητες στην οθόνη του μυαλού μου και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν αμέσως σε αθώα κοριτσόπουλα που κάναν πιτζάμα πάρτι στον υπολογιστή μου. Στεκόμουν εγώ αντίκρυ τους σαν χάνος και κοιτούσα. Ξανά με εμπαίζουν οι λέξεις, είπα. Ως δια μαγείας», σ. 168-169).

Εκδ. Κίχλη, 2018, 176 σελ. Δυο κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε δυο συλλογικά βιβλία και τα υπόλοιπα σε μια πρώτη μορφή στην ιστοσελίδα artinews.gr.

Στις εικόνες: Βεβιασμένη φωτογραφία του νεότατου συγγραφέα ενόψει πιθανού θανάτου. Φαίνεται πως πείσμωσε κι έζησε. Αποτελεί το έναυσμα για το πρώτο κείμενο της συλλογής / Π.Χ. ετών 17 / Έργο του Βασίλη Σολιδάκη / Φωτογραφία της Elisabeth Carecchio από προφανή θεατρική παράσταση / Έργο του Bernard Locca / Χορτιάτης 1944 / Π.Χ. ετών μεταγενέστερων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]