Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51 (Δεκέμβριος 2011)

Ελληνικό Μπονζάι. 48 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Πρώτο Μέρος (1/2)]

Η σύντομη πεζογραφική φόρμα του υπέρμικρου διηγήματος έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την πλοκή και τον μικρό αριθμό λέξεων. Το διηγηματικό αυτό υποείδος καθιερώθηκε με την ανθολογία Flash Fiction του 1992 και γνώρισε ταχύτατη διάδοση σε χώρες και γλώσσες, ανθίζοντας σε σχετικές ανθολογίες και ιστολόγια, διεκδικώντας συν τοις άλλοις και τους προγόνους του (από Μπόρχες και Κάφκα μέχρι Τσέχωφ και …Αίσωπο). Απέναντι σε όρους όπως Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard Fiction, Relato Telefonico (= Τηλεφωνική ιστορία), Relato de taza de café (= Ιστορία φλιτζανιού του καφέ) κ.ά., το περιοδικό Πλανόδιον εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο  Μπονζάι, την τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξη ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, εντός δοχείων, έναν όρο με πλήρη αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είδους: συνοπτικότητα αφηγηματικών λειτουργιών, οργανικότητα μερών προς το σύνολο και ενσυνείδητο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Η διπλή εισαγωγή του Γιάννη Πατίλη είναι πλήρως κατατοπιστική: Οι Ιστορίες Μπονζάι αποτελούν μυθοπλασίες των οποίων η μικρή ή και πολύ μικρή έκταση αποτελεί ουσιώδη σκοπό της καλλιτεχνικής βούλησης που τις παρήγαγε. Δεν αποτελούν δηλαδή απλώς και μόνο «μικρά» διηγήματα αλλά διηγήματα για τα οποία η συνειδητή επιδίωξης της βραχύτητάς τους αποτελεί τον πρώτο sine qua non παράγοντα του είδους τους. Ταυτόχρονα, και σε αντιστοιχία προς το υπαινισσόμενο είδος των φυτών μπονζάι, στο μικρό μέγεθος των οποίων εξεικονίζεται η φυτική ολότητα του δέντρου, τόσο η συγγραφική σύλληψη όσο και η αναγνωστική τους πρόσληψη (πρέπει να) υπηρετείται από την ιδέα ενός παρόντος ή εξυπακουόμενου αφηγηματικού όλου.

Στο κείμενό του αναπτύσσονται τα επιμέρους στοιχεία του είδους, από την  «καταγωγή» του ως και το περιεχόμενό του: η διάδοση του καθημερινού τύπου και ιδίως των λογοτεχνικών περιοδικών κατά τον 19ο αι. (με κλασικό παράδειγμα τον Α. Παπαδιαμάντη), η αναγωγή από τον Ε.Α. Πόου του ποσοτικού κριτηρίου σε ποιοτικό, η προσθήκη από τον ίδιο του κριτηρίου της ισχυρής εντύπωσης (effect) στην ψυχή του αναγνώστη, η συντομία για την εξασφάλιση του αισθήματος της ολότητας και της ενότητας κ.ά. Ο Πόου επιχείρησε να ορίσει και το μέγεθος της συντομίας: στην εντυπωσιακή του μεταφορά το σχετικό κείμενο πρέπει να μπορεί να διαβαστεί in one sitting – σε μια μόνο ανάγνωση, μονορούφι, σε μια καθισιά.

Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες, το είδος αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας της σύγχρονης πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης, αυτή τη φορά μέσω του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τύπου (του Διαδικτύου) που ανοίγει διάπλατα το δρόμο και για ένα δεύτερο και προς μια εντονότερη ανάδυση της ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που ταιριάζει στην πολιτιστική πολυείδεια των ημερών μας και προϋποθέτει συγγραφέα και αναγνώστη εκτός κυρίαρχης ομάδας, γλώσσας, κουλτούρας, λογοτεχνικού κανόνα, αγοράς.

Το Πλανόδιον έχει ξεκινήσει μια συστηματική διερεύνηση του μικρού διηγήματος, πρώτα με τη δημιουργία (Απρίλιος 2010) μιας ιστοσελίδας αποκλειστικά αφιερωμένης στο είδος, πρωτότυπο ή μεταφρασμένο [Ιστορίες Μπονζάι, κατόπιν με το αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι 50ό τεύχος (Ιούνιος 2011) και τώρα με το πρώτο μέρος της ελληνικής ανθολογίας, που περιλαμβάνει τόσο ανέκδοτα κείμενα γνωστών λογοτεχνών όσο και πληθώρα κειμένων νέων λογοτεχνικών φωνών, που επιλέχθηκαν από έναν μεγάλο αριθμό συμμετοχών στο κέλευσμα του περιοδικού, πάντα στο όριο των 750 λέξεων. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την συχνότερη θεματολογία και μορφή των κειμένων με εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Τα συγκινησιακότερα κείμενα, προσφέρουν κατά τη γνώμη μου ο Κώστας Μαυρουδής [[Έχουν περάσει δεκαετίες…]], για το άτυπο μάτι της αφής, που μπορεί να περιγράψει ένα μαγικό τοπίο μέχρι να διακρίνει την ράτσα και το χρώμα ενός σκύλου, προς μέγιστη, σχεδόν στα όρια της ύβρεως, έκπληξη των μη τυφλών – τουλάχιστον όσον αφορά τα ορατά τους μάτια, και ο Αργύρης Χιόνης. Στο απομεσήμερο ενός φαύνου του τελευταίου ένας εξηντάρης άντρας, αφού απολαύσει το σώμα της εικοσιτριάχρονης φίλης του, συντρίβεται από τη σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος και βιαιοπραγεί πάνω της υπό την απεγνωσμένη επωδό Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τοσ’ ωραία;! Η σύνθεση του Ντεμπισί και το ποίημα του Μαλαρμέ για το Απομεσήμερο θα ενίσχυαν για άλλη μια φορά την ελλιπή του στύση.

 Στην ξένη του Μάνθου Αγγέλη η υπάλληλος απογραφής που επισκέπτεται μια εξηντάχρονη γυναίκα δεν είναι παρά η εγκαταλειμμένη της κόρη και η απογραφή είναι η μόνη περίσταση όπου μπορεί να θέσει τις καίουσες ερωτήσεις και «να την κάνει να μιλήσει, να σπάσει, να τα παραδεχτεί», σε μια δίκη που η κατηγορούμενη σε μια δίκη που αγνοούσε.

Άρις Αλεβίζος, Διαμαντής Αξιώτης, Τάσος Γουδέλης, Φίλιππος Δρακονταειδής, Αντώνης Ζέρβας, Κατερίνα Ζούπα, Σπύρος Θεριανός, Τάσος Καλούτσας, Μάνος Καλπαδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Ζέτα Κουντούρη, Νάγια Κουτρουμάνη, Μαρία Κώτσια, Ελένη Λαδιά, Γιώργης Μανουσάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Μίγγας, Σοφία Μούτση, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Θάνος Ξηρός, Γιάννης Παλαβός, Παυλίνα Παμπούδη, Ξένια Παπαδημητρίου, Άκης Παπαντώνης, Μανώλης Πρατικάκης, Πάνος Πρωτοπαπάς, Ανδρέας Ρούσσης, Γιώργος Ρωμανός, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Περικλής Σφυρίδης, Λεωνίδας Τούρλας, Νίκη Τρουλλινού, Θοδωρής Τσάκωνας, Ελένη Φακάλου, Φίλιππος Φιλίππου (σε μια σαδομαζοχιστική στιγμιότυπο βρόμικου ρεαλισμού), Όλγα Φουντέα, Πέτρος Φούρναρης, Νάνσυ Χαριτωνίδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Νατάσα Χατζιδάκι και Α.Κ. Χριστοδούλου συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Η ίδια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα προστάτευε το γιό της. Φοβάμαι πως νόμιζε, αλλά δεν τον προστάτευε. Ξεχνά, όμως, κάτι ώρες που ενώ ήταν μαζί του στο σπίτι, ο νους της ήταν στα υλικά που δούλευε στο εργαστήρι της, γιατί επειγόταν να τους δώσει μορφή. Έκανε μάλιστα το λάθος, παραβλέποντας την ευφυΐα και την ήσυχη φύση του, να νομίσει πως το παιδάκι είχε ήδη τη μορφή που του έδωσε με το νου της, μια παραλλαγή της δικής της, που της πήρε ελάχιστο χρόνο να την συλλάβει. [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μικρός Ορέστης ή Φυγή που σκοτώνει, σ. 634]

Στα εκτός αφιερώματος πεζά οι Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σταμάτης Πολενάκης, Άνθεια Βέρνη και Ηλίας Αλεβίζος και στην ποίηση οι Γιώργος Βέης, Λάμπρος Καψετάκης, Αθηνά Παπαδάκη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Θεοδόσης Κοντάκης,  Μάρκος Καλεώδης, Ιωσήφ Βεντούρας, κ.ά. πολλά. Μεταξύ των δοκιμίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δια χειρός Κώστα Βραχνού σύσταση του Alberto Caraco, του ιδιοφυή στοχαστή και στυλίστα, αταξινόμητου «καταραμένου», μελετητή και πολέμιου των θρησκειών, κατήγορου του έρωτα και αμοραλιστή μισάνθρωπου κοσμοκαλόγερου που κραύγαζε για την παράνοια της τεκνοποιΐας και παραμένει σήμερα εντελώς άγνωστος εκτός Γαλλίας. Έγραφε ο Caraco στη Σύνοψη του χάους, ένα δείγμα φιλοσοφικής λιβελογραφίας κατά της ζωής και των ανθρώπων, στη γραμμή των de Maistre, Bloy, Lautréamont, Nietzsche, Pessoa, Lovecraft, Céline, Bataille, Cioran:

Τείνουμε προς τον θάνατο όπως το βέλος στο στόχο και δεν αστοχούμε ποτέ, ο θάνατος είναι η μόνη μας βεβαιότητα και πάντα ξέρουμε ότι πρόκειται να πεθάνουμε, δεν έχει σημασία πότε και πού, δεν έχει σημασία ο τρόπος. Γιατί η αιώνια ζωή είναι ένας παραλογισμός, η αιωνιότητα δεν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι η ανάπαυση που επιδιώκουμε…Εμείς, που δεν ικανοποιούμαστε με λόγια, συναινούμε στον αφανισμό μας και επιδοκιμάζουμε αυτή μας τη συναίνεση, δεν επιλέξαμε  να γεννηθούμε και δεν θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που δεν θα επιβιώσουμε πουθενά απ’ αυτή τη ζωή, η οποία μας επιβλήθηκε μάλλον παρά μας δόθηκε, ζωή γεμάτη ανησυχίες και οδύνες, προβληματικές ή κακές χαρές. Το να είναι ένας άνθρωπος ευτυχής τι αποδεικνύει; Η ευτυχία είναι μεμονωμένη περίπτωση…

Επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης. Η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτέχνησε και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. [287 σελ.] / Στις φωτογραφίες, ιδανικοί αναγνώστες για να διαβάσουν τις ιστορίες μπονζάι, ακριβώς σε μια καθισιά, κατά την διατύπωση του Πόου. / Στην αυριανή ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Πλανόδιου, αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι.

Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις «άλλες» φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.