Λογοτεχνείο, αρ. 5

Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Ο κατήγορος, εκδ. Εκκρεμές, 1999, μτφ. Στράτος Ιωαννίδης, σ. 188-189. (Augusto Roa Bastos, El fiscal, 1993)

Τι μπορεί να είναι αυτή η μυστηριώδης και δυσδιάκριτη πράξη; Το να σε κυριέψει ξάφνου μια ιδέα, μια παρόρμηση, από εκείνες που σε κάνουν να νοιώθεις πως θέλεις να ριχτείς αδυσώπητα καταπάνω στο θάνατο, για κάτι που σε ξεπερνά πέρα από κάθε όριο, που δεν μπορείς να το κατανοήσεις, αλλά που σε φωτίζει και ταυτόχρονα σε χτυπά σαν κεραυνός. Κάτι μου λέει πως αυτή η ιδέα ή η παρόρμηση δεν πρόκειται να ξεπηδήσει μεμιάς, όπως στους ήρωες των ρομάντζων, που σώζουν τον αντιήρωα της προηγούμενης. Μια τέτοια ιδέα θα πρέπει να γεννιέται μαζί μας, να περιμένει και να εκρήγνυται μέσα μας, μόλις φτάνει η κατάλληλη στιγμή. Και πάντα να αποτυγχάνει. Όπως στις επαναστάσεις της Αμερικής μας, όπου οι ήρωες θριαμβευτές της προηγούμενης καταλήγουν δολοφονημένοι ή ηττημένοι την επόμενη. Σκέφτομαι τον Τσε, σαν ένα Χριστό που κείτεται ξαπλωμένος στους νιπτήρες του μικρού σχολείου του Γιακανγκουάσου. Σκέφτομαι τον Μπολίβαρ, στην τελευταία του περιπλάνησης προς τη Σάντα Μάρτα, τον Χοσέ Μαρτί νεκρό στη μάχη κατά των Ισπανών, ακόμα και αυτόν το στρατάρχη Λόπες, τον υπέρτατο ήρωα του έθνους μας, δολοφονημένο στο Σέρο-Κορά από τους Βραζιλιάνους.

Στον Κώστα Κρεμμύδα

Λογοτεχνείο, αρ. 4

Χουάν Ρούλφο, Η πεδιάδα στις φλόγες, διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος, 1981, μτφ. Φ.Δ. Δρακονταειδής, σ. 64 (από το διήγημα Τάλπα) (Juan Rulfo, El llano en llamas, 1953)

Κι εγώ ποτέ δεν είχα νοιώσει πόσο μπορεί η ζωή να είναι αργή κι ανέλπιδη, όταν κανείς βαδίζει ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπους. Είμαστε σαν ένας σωρός σκουλήκια μπερδεμένα κάτω από τον ήλιο, σκουλήκια που σάλευαν μέσα στα σκούρα σύννεφα σκόνης, περιορισμένα στο ίδιο μονοπάτι. Και το μονοπάτι μας πήγαινε, λες και μας είχε μαντρώσει. Τα μάτια μας παρακολουθούσαν το σύννεφο της σκόνης. Κουτουλούσαν πάνω στη σκόνη, σαν να ήταν πράγμα σκληρό, που δε γινόταν να περαστεί. Κι ο ουρανός γκριζωπός και βαρύς να πέφτει πάνω μας, να μας πλακώνει και να μας λιώνει. Μερικές φορές μόνο, όταν περνάγαμε κανένα ποτάμι, το σύννεφο της σκόνης ξάνοιγε κι έπαιρνε τ’ αψήλου. Βουτάγαμε το πυρωμένο και μαυρισμένο κεφάλι μας στο πράσινο νερό και για μια στιγμή από το πετσί μας σηκωνόταν γαλαζωπή άχνα, όπως συμβαίνει με τον αχνό που βγαίνει από το στόμα, όταν κάνει κρύο. Όμως, αμέσως μετά χανόμαστε πάλι, ανακατεμένοι στη σκόνη, ζητώντας προστασία από τον ήλιο με το να κρυβόμαστε ο ένας πίσω από το κορμί του άλλου, για να γλιτώσουμε από αυτή τη ζέστη που μοιραζόταν ανάμεσά μας.
Κάποτε θα φτάσει κι η νύχτα. Έτσι λέγαμε μέσα μας. (…) Θα ξεκουραστούμε έτσι κι αλλιώς, μια κι έξω, όταν θα πεθάνουμε.

Στον Κώστα Μαυρουδή