Ενρίκε Βίλα-Μάτας – Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ

Η ανακάλυψη του ροκ εν ρολ μου έσωσε τη ζωή, ή τουλάχιστον μου έδωσε το κίνητρο για να την ψάξω. Το ροκ εν ρολ δεν ήταν κάτι που η γενιά μου είχε κληρονομήσει από κάποιον κι έτσι δεν υπήρχε κάποιος να μας μάθει να το αγαπάμε (σ. 143).
Tι ώθησε τον περίφημο Καταλανό συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας σε αυτή την αιφνιδιαστική αυτή αποκάλυψη; Το Βεντερικό Τρία αμερικάνικα LPs, με τη μουσική του Βαν Μόρισον (έκτοτε αγαπημένος του τραγουδιστής) και τις φωνές του Βέντερς και του Χάντκε να σχολιάζουν τα τραγούδια μέσα στο αυτοκίνητο. Επειδή ο πραγματικός ήρωας αυτής της ταινίας ήταν το ροκ εν ρολ, που μετατρεπόταν στο μοναδικό όχημα επικοινωνίας σ’ ένα σύμπαν ερημωμένο και απρόσιτο. Αυτή ακριβώς την αίσθηση της ερημιάς ένοιωθε κι ο ίδιος καταμεσής του κοσμοπολίτικου Παρισιού.

O Βίλα-Μάτας, ανώριμος αυτοεξόριστος της Φρανκικής Ισπανίας και δεδηλωμένος λάτρης του Χέμινγουεϊ, πηγαίνει να ζήσει στο Παρίσι παίρνοντας παραμάσχαλα το A Movable Feast (Κινητή Γιορτή ή, όπως μεταφράστηκε παλαιότερα, Αέναη Γιορτή), εκείνο το δραματικά αντιφατικό κύκνειο έργο του, γραμμένο λίγο πριν την αυτοχειρία του αλλά αφιερωμένο στην πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του στο μεσοπολεμικό Παρίσι. Τι έχει μείνει από εκείνη την Γιορτή στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της επομένης; Μπορούσε εκείνο το βιβλίο που υμνούσε την ταύτιση ζωής και λογοτεχνίας (δεν γράφεις αν δεν ζεις) να αποτελέσει οδηγό για κάποιον που ψάχνει ένα δρόμο ζωής ανάμεσα στις λέξεις;

Δεκαετίες αργότερα θα ξαναβρεθεί (ή μήπως επιστρέψει;) στο Παρίσι, αναγνωρισμένος συγγραφέας πια, για μια τρίτη εμβύθιση στην πόλη της πλάνης, στην ουσία για μια «ειρωνική αναθεώρηση δύο χρόνων νιότης», τότε που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γράψει το πρώτο του βιβλίο (Η πολυμαθής δολοφόνος, 1977 – όπου ήθελε να του προσδώσει το ανεπανάληπτο εύρημα: τον ταυτόχρονο θάνατο ιστορίας και αναγνώστη), τότε που χωρίς, όπως δηλώνει, να το ξέρει, ήδη πρωταγωνιστούσε στο μυθιστόρημα της λογοτεχνικής του μαθητείας.

Ο μαθητευόμενος λεξιπλόκος ξεκινά με ένα χαρτάκι που του έδωσε βιαστικά η Ντυράς στην εξώπορτά της με τα 13 μυστικά της γραφής και μια σύνοψη του ευαγγελίου της περιπλάνησης (Χορείες χώρων) του Περέκ. Αναζητεί πρότυπα στον Χέμινγουέι και στον Μίλλερ, τότε που ήταν φτωχοί κι ευτυχισμένοι στο Παρίσι, και οδηγίες γραφής στα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή του Ρίλκε, στο Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα του Ουναμούνο και στη Χλομή φωτιά του Ναμπόκωφ. Συντάσσει ένα μνημολόγιο καφενείων όπου του συνέβησαν παράξενα πράγματα και αναζητά τα μέρη όπου αλλοτινά βρίσκονταν το ατελιέ του αυτοεξόριστου Ντισάν ή αυτοκτόνησε η Ζαν Εμπιτέρν (καμία πλάκα, ούτε καν ένα θλιβερό γκράφιτι στον τοίχο).

Προσπαθεί να κλέψει λέξεις από τις συνομιλίες της Τζούλια Κρίστεβα, του Φιλίπ Σολέρ, να συλλάβει αλήθειες στα βλέμματα του Ρολάν Μπαρ, του Ρομπ-Γκριγιέ και του Κόπι, «να φανεί αντάξιος εκείνης της συγγραφικής παράδοσης του καφενείου και της εξορίας». Βλέπει επανειλημμένες φορές το India Song της Ντυράς και τον Κομφορμιστή του Μπερτολούτσι (που τον ενθουσιάζει καθώς μετατρέπει την διήγηση σε παιχνίδι). Ζητά συμβουλές από τον Χουάν Μαρσέ και τον Ζαν Μαρέ, που του διαμηνύει: φτιάξε ένα σωσία του εαυτού σου, να σε βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου και πιθανόν να μπορέσει ακόμα και να σε αντικαταστήσει, να καταλάβει τη σκηνή, ώστε να μπορέσεις να δουλέψεις ήσυχος, μακριά απ’ το θόρυβο(σ. 155).

Συμμετέχει στην αντεργκράουντ ταινία Ταμ-ταμ του Αδόλφο Αριέτα («κινηματογράφος πανκ αλά γαλλικά, υπερβολικού ρεαλισμού πολλά χρόνια πριν τον Αλμοδόβαρ, με τους περισσότερους τραβεστί ανά τετραγωνικό μέτρο σε ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου») και στις μυστικές διαλέξεις του Μπόρχες σ’ ένα κρυμμένο βιβλιοπωλείο (βλ. τα υποβλητικότατα κεφάλαια 74 και 75). Προσπαθεί να ξεπεράσει τις αναστολές του και να γίνει κοινωνικός, γνωρίζει ανθρώπους πάσης φύσεως (σπαρταριστό το επεισόδιο της ερωτικής επίθεσης από μια ογδοντάχρονη μποέμισσα) και πλαγιάζει με αδιάφορες υπάρξεις ώστε να λειαίνει την σεξουαλική του ανασφάλεια. Ισορροπεί στην άκρη της ανέχειας, φτάνει στο σημείο να πηγαίνει με το μετρό στα δημόσια λουτρά του Οστερλίτς με την πετσέτα στο χέρι, πάντα με τον φόβο μην τον δει κάποιος γνωστός. Μα τίποτε από όλα αυτά δεν θα του δώσει την πολυπόθητη συγγραφική ώθηση. Στο τέλος θα συμφωνήσει με την φράση της Ντυράς (στη σοφίτα της οποίας διαβιεί ως ενοικιαστής): Εμείς οι συγγραφείς ζούμε μια ζωή πολύ φτωχή: μιλάω γι’ αυτούς που γράφουν στ’ αλήθεια. Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει λιγότερη προσωπική ζωή κι από μένα (σ. 199).

Εδώ έχουμε ένα ολοζώντανο συγγραφικό εργαστήρι εβδομήντα χρόνων (1920 – 1990) και 113 επεισοδίων που δεν διανθίζεται απλώς με αμέτρητα περιστατικά, οριακές και αδιάφορες συναντήσεις και φράσεις που αξίζει να κρατάει κανείς στο μυαλό του αλλά και σκαλίζει τα κρισιμότερα ερωτήματα της γραφής: πώς γράφουμε, γιατί, τι μας χρειάζεται, τι μας παγιδεύει – μην ξεχνάμε άλλωστε πως τα της γραφής απασχόλησαν κατεξοχήν τον Βίλα – Μάτας τουλάχιστον σε δύο συναρπαστικά βιβλία (Μπάρτλεμπυ και Σία, Η νόσος του Μοντάνο). Εκείνο που διαποτίζει όμως ετούτο το μωσαϊκό αυτοβιογραφικής, δοκιμιακής και μυθιστορηματικής γραφής είναι η διάχυτη ειρωνεία και η απομυθοποίηση των πάντων, τέχνες που εξ αρχής δηλώνει πως ανέκαθεν τον ενδιέφεραν. Τίποτα δεν γλιτώνει από την πρέσα τους, ούτε τα λογοτεχνικά κέντρα (όπου «μονίμως ακούγονται βλακείες»), ούτε πρόσωπα (όπως η «απαίσια συγγραφέας» Γερτρούδη Στάιν), ούτε κυρίως οι κομψευόμενες πόζες των τεμπέληδων καλλιτεχνών και ποιητών, που το μόνο που έκαναν ήταν να δείχνουν απελπισμένοι.

Νόμιζα ότι ήταν πολύ κομψό να ζεις μέσα στην απελπισία…Τώρα πιστεύω ότι όχι μόνο δεν είναι κομψός, αλλά μάλλον για ζουρλομανδύα όποιος περνάει απ’ τον κόσμο χωρίς να βιώσει τη χαρά της ζωής. Λέει ο Φερνάντο Σαβατέρ ότι η αποκαλούμενη συνήθεια του να φιλοσοφείς τα πράγματα δε σημαίνει να παραιτείσαι, ούτε να τα φέρεις βαρέως, αλλά να τα δέχεσαι χαρούμενα. Φυσικά. Στο κάτω κάτω, για την απελπισία έχουμε στη διάθεσή μας την αιωνιότητα. (σ. 82)

Εδώ έγινε ο Μάιος του 68 αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτόν – τα οράματα ξαναμπήκαν στο πίσω μέρος του μυαλού. Τα αριστερά του Σηκουάνα δεν συμπίπτουν με τα αριστερά της Εδέμ και το Παρίσι (πόλη όνειρο για πολλούς, πόλη – εφιάλτης για άλλους, όπως ο Ουρουγουανός συγγραφέας Οράσιο Κιρόγκα) δεν είναι ακριβώς μια κινητή γιορτή. Η κοινωνία των κοσμοπολιτών δεν σε βοηθάει πάντα να γεμίσεις τις ερημιές σου. Αυτό που έψαχνε ο Βίλα – Μάτας στην «σταχτιά», όπως την λέει, ζωή του στο Παρίσι το βρήκε ή τον βρήκε αργότερα, στα χρόνια της ωριμότητας. Καλύτερα μια αληθινή ιστορία, παρά μια εξωραϊσμένη εκδοχή της.

Συντεταγμένες: Enrique Vila–Matas, Paris no se acaba nunca, 2006. / Εκδόσεις Καστανιώτης, 2008, μτφ. Ναννά Παπανικολάου, σελ. 258, με σημειώσεις της μεταφράστριας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Μακρινό αστέρι

Να πας να σκοτωθείς, είπε, σε μια τέτοια κοινωνικη στιγμή είναι περιττό. Το καλύτερο είναι να μεταμορφωθείς σε ποιητή. (σ. 107)

Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία γονιμοποιείται πάνω στις ρίζες μιας πλούσιας παράδοσης. Αλλά όσο κι αν ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο, τροφοδοτείται από το εύφορο έδαφός της, άλλο τόσο διαφοροποιείται, αποτελώντας μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η σύντομη ζωή και το έργο του καθορίστηκαν δραματικά από τις πολιτικές συγκυρίες της χώρας του. Πώς μπορεί, άλλωστε, κανείς να λογοτεχνήσει σε μια χώρα ανεπηρέαστος από το πρόσφατο τραγικό πολιτικό παρελθόν της, σε μια ήπειρο τα αλλεπάλληλα φασιστικά καθεστώτα της οποίας την εκτροχίασαν από την ίδια την Ιστορία; Στο Μακρινό Αστέρι όμως δεν κυριαρχεί η σκληρή ή κωμικοτραγική μορφή του τυρράνου, όπως συνέβαινε στα τυπικά μυθιστορήματα του «δικτάτορα» (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας – Ο κύριος Πρόεδρος, Αλέχο Καρπεντιέ – El Recurso Del Metodo, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος – Hijo de Hombre, Yo el Supremo, Ο κατήγορος, Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου), ούτε η προβολή του μέσω μαγικού ρεαλισμού, από τον οποίο ο Μπολάνιο απείχε παρασάγγας.

Το κεντρικό «εφιαλτικό» πρόσωπο εδώ αφενός αποτελεί απλό γρανάζι του καθεστώτος, αφετέρου ενεργεί στο περιθώριο της αφήγησης. Χρησιμοποιώντας την διπλή και τόσο αντιφατική ταυτότητα του ποιητή και του στρατιωτικού πιλότου, αποτελεί μια απόμακρη και αμφιλεγόμενη μορφή που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο περιβάλλον του. Στον ζοφερό του κόσμο οι ποιήτριες θανατώνονται, οι πολιτικοί αντίπαλοι εξαφανίζονται, ο βασανισμός και ο θάνατος αναγορεύονται σε ύψιστα καλλιτεχνικά ιδεώδη. Φορέας μιας απάνθρωπης ιδεολογίας, αναζητά την αισθητική του έκφραση μέσω ποιητικής αλλά και … εναέριας γραφής, γράφοντας με τον καπνό του αεροσκάφους στίχους στον ουρανό (όπου χωρία της Βίβλου εναλάσσονται με φράσεις θεοποίησης του θανάτου – φυσικά όχι του δικού του). Με τις επιδεικτικές αυτές ουρανογραφίες ηρωοποιείται αλλά και μυθοποιείται λόγω της εξαφάνισής του, αφού έχει νωρίτερα προσελκύσει γυναίκες ως μέλος λογοτεχνικών εργαστηρίων.

Αυτό το φευγαλέο πρόσωπο αναζητούν δυο πρόσωπα, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν το διεσπαρμένο με ανατριχιαστική μεθοδικότητα και ποικίλα ετερώνυμα λογοτεχνικό του έργο. Ο ανώνυμος αφηγητής και ο εκλεκτός φίλος του έχουν βιώσει την αβάσταχτη θλίψη της πραγματικότητας επί Πινοσέτ, έχουν δει τους φίλους τους να εξαφανίζονται και νέους ενοικιαστές να μένουν στα διαμερίσματά τους. Στην πορεία των αναζητήσεών τους (γνώριμο μοτίβο του συγγραφέα) συναντιούνται κυριολεκτικά ή μεταφορικά με πρόσωπα, οι μικρές βιογραφίες των οποίων, εγκιβωτιζόμενες στη διήγηση, φωτίζουν αμυδρά την έρευνά τους, λειτουργώντας και ως ιδιότυπες λογοτεχνικές παραβολές για τα πολλαπλά πρόσωπα της χώρας.

Η αφήγηση υπονομεύεται συνεχώς από τον συγγραφέα, που ξεδιπλώνει την ιστορία του με υπαινιγμούς, βασιζόμενος σε φήμες και εικασίες. Σε αυτή την ιστορία όλα είναι δύσκολα να εξηγηθούν. Η υπόγεια, εύστοχη ειρωνία είναι διάχυτη παντού, το ίδιο και η λογοτεχνία, με πρόσωπα υπαρκτά, αναφορές στις αναγνώσεις των ηρώων και πλήθος βιβλιογραφικών στοιχείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο λογοτεχνικό σύμπαν εκδοτικών οίκων, περιοδικών, φανζίν, εκδόσεων. Οι εκλεκτές συγγένειες με τους Κορτάσαρ, Ονέτι, Λίμα και, κυρίως, Μπόρχες είναι εμφανείς.

Αυτό το «τυπικά» αστυνομικό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, γεμάτο μελαγχολική ατμόσφαιρα, «αποστασιοποιημένη» στάση αλλά και παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας, αγγίζει ένα θέμα που σπάνια γνωρίζει την λογοτεχνική του διαπραγμάτευση. Αν η σχέση του ολοκληρωτισμού με την τέχνη έχει, ως ένα βαθμό, καταδειχτεί, εκείνη με την λογοτεχνία παραμένει ανεξερεύνητη. Οι φίλοι που τον αναζητούν ίσως διαπνέονται από την ασίγαστη επιθυμία να φτάσουν στον πυρήνα των δεινών, να ανακαλύψουν τους αρχικούς υπαίτιους και τον μηχανισμό της υποστήριξής τους, να εντοπίσουν την πηγή και το δρόμο του Κακού.

Αποτελεί, άραγε αυτός ο «ήρωας» την εικόνα της χώρας και ηπείρου του; Κατά πόσο δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του ποιητή; Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις καθαγιάζουν τα βρώμικα χέρια; Μπορεί ένας βασανιστής να αντιμετωπίζει το έργο του ως τέχνη; Οφείλει η λογοτεχνία να έχει κάποιο ηθικό ή πνευματικό ιδεώδες; Μήπως τα στρατιωτάκια των πραξικοπημάτων υπήρξαν απλώς παραμελημένοι ρομαντικοί ή ανίκανοι ποιητές; Μήπως απλώς αναζητούν την πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση της ιδεολογίας τους ή την δική τους προσωπική αναγνώριση; Ενδέχεται ο σύγχρονος εκδοτικός κόσμος να έχει στοιχεία ολοκληρωτισμού;

Ο Μπολάνιο (1953 – 2003) υπήρξε καθολικά αποδεκτός από αναγνώστες, κριτικούς αλλά και τους ομότεχνούς του, που τον αναγόρευσαν ως τον σημαντικότερο συγγραφέα της γενιάς του. Αυτοεξορίστηκε για δεύτερη φορά από την Χιλή, καθώς η άφιξή του για συμμετοχή στο όραμα του Αλιέντε συνέπεσε με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά το Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γαλλία, βρήκε την συγγραφική του Ιθάκη στο παραθαλάσσιο Μπλάνες, κοντά στην Βαρκελώνη. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, το μνημειώδες (πάνω από χίλιες σελίδες) 2666 αλλά και την Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (επέκταση του τελευταίου κεφαλαίου της οποίας αποτελεί το παρόν). Η ελληνική μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου περιλαμβάνει σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Ακούγοντας τους αγαπημένους του Μπολάνιο Inti – Illimani, το Χιλιανό συγκρότημα που μετά το πραξικόπημα του απαγορεύτηκε δια παντός η είσοδος στη χώρα, συγκινούμαι. Σκέφτομαι πόσα ακόμα θα απολαμβάναμε από την πένα του αν δεν έφευγε τόσο νωρίς και πως, όσο κι αν οι κατά τα άλλα «ευαίσθητοι» δολοφόνοι των δικτατοριών κρύβονται με άλλο όνομα σε κάθε γωνιά του κόσμου, το φως της γραφής θα τυφλώνει το σκοτάδι τους.

Συντεταγμένες: Roberto Bolaño – Estrella Distante, [Distant Star] 1996. Στα ελληνικά: εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση και οχτασέλιδη εισαγωγή: Αγγελική Αλεξοπούλου, 203 σελ., με σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14, (καλοκαίρι 2008).