Λογοτεχνείο, αρ. 119

Αλεσσάντρο Μπαρίκο – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος, εκδ. Άγρα, 2002, μτφ. Σταύρος Παπασπύρου (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994), 54, 65.

Δεν καταλαβαίνω. Είναι ένα από κείνα τα πράγματα που καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι, γιατί παλαβώνεις. Όταν πέφτει ένα κάδρο. Όταν ξυπνάς, ένα πρωί, κι έχεις πάψει να την αγαπάς. Όταν ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Όταν βλέπεις ένα τρένο και σκέφτεσαι: πρέπει να του δίνω από δω. Όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς ότι γέρασες. Όταν, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, ο Χιλιαεννιακόσια σήκωσε το βλέμμα απ’ το πιάτο του και μου είπε: «Στη Νέα Υόρκη, σε τρεις μέρες, εγώ θα κατέβω απ’ αυτό το καράβι».

Ήταν όλα τόσο χάλια, που κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και ξαναγύριζα εκεί πάνω, στην Τρίτη θέση, ν’ ακούω τους μετανάστες που τραγουδούσαν όπερες και τον Χιλιαεννιακόσια να παίζει ποιος ξέρει τι μουσική, τα χέρια του, το πρόσωπό του, τον Ωκεανό γύρω του. Ξέφευγα με τη φαντασία, με τις αναμνήσεις, γιατί αυτό σου μένει να κάνεις κάποιες φορές, για να σωθείς, δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο. Κόλπα των φτωχών, θα πείτε, αλλά πάντα πιάνουν.

El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.