Ντάριο Φο – Ο έρωτας και η ειρωνεία. Τέσσερις ιστορίες.

«Όλα είναι θέατρο…τίποτα δεν είναι τυχαίο» ομολογεί μες τον χειμαρρώδη λόγο της η τσιρκολάνα ενός διηγήματος εδώ και η παραδοχή δεν αφορά μόνο τις δικές της υποκριτικές τελετουργίες αλλά και την ίδια την γραφή του Φο. Γιατί εκτός από την σεσημασμένη θεατρογραφία του, ο Μπουφφόνος Παραμυθάς παραμερίζει πλήρως κουίντες και παραπετάσματα ξεγυμνώνοντας ρόλους και συμπεριφορές.

Η «Ελοΐζα» εισάγεται από τον καθηγητή Αμπελάρντο στην μαγεία της τέχνης της αφήγησης και παγιδεύεται στο παίγνιο του αντίλογου σε κάθε κανόνα και της άλλης αλήθειας πίσω από την φανερή∙ στην ιδέα πως «η κάθε λογική μπορεί ν’ αποδειχτεί παράλογη και η κάθε τρέλα, λογική». Ο καθηγητής με τη σειρά του παραδίδεται στο πάθος, αποκαλύπτει το απατηλό του σχέδιο και αποχωρεί συντετριμμένος, εκείνη τον αναζητά και η επιστροφή του σηματοδοτεί την ερωτοτροπία τους στην κορυφή του κόσμου: στις σκαλωσιές της Νοτρ Νταμ και στις λινάτσες πάνω απ’ το κενό. Το σκληρό τίμημα της ύβρεως (η οριστική στέρηση των γενετήσιων απολαύσεων, καθώς ο ευνουχισμένος άνδρας θα απαιτήσει τον μοναστηριακό εγκλεισμό της ερωμένης του) θα τους αφήσει με μόνο κληροδότημα τις βασανιστικές μνήμες της ανεπίστροφης ερωτικής ζωής.

«Η ιστορία της Μαϊνφρέντα, αιρετικής από το Μιλάνο», της νεαρής πριγκίπισσας – συνεχίστριας του θρύλου της Γκιουλελμίνας της Βοημίας, αναδεικνύει μια από τις αναρίθμητες περιπτώσεις διαφορετικών φωνών σε μια θρησκεία που καταπνίγονται δημιουργώντας το ερεθιστικό ερώτημα τι θα συνέβαινε αν επικρατούσαν. Οι ευφρόσυνες κοινότητες και η ισότιμη συνύπαρξη των δυο φύλων σε μια κοσμική και εργατική ιερατική τάξη ευνόητα αποτέλεσαν απειλή για τον παπικό θρόνο και τον ίδιο τον χριστιανισμό, συνεπώς η επιταγή καύσης των πιστών ήταν αναπόφευκτη.

«Η Θηριοδαμάστρια» απομυθοποιεί μπροστά στο κοινό της το θέαμα που προσφέρει αποκαλύπτοντας την εξ απαλών ονύχων προδιαγεγραμμένη ζωή των θηρίων, επεκτείνοντάς την πρόβα εξομολόγησης στα του συζυγικού της βίου. Την οριστική παραμόρφωση της εικόνας της σχέσης των επαγγελματιών με τα θηράματα (με την ευτράπελη διήγηση της εκπαίδευσής τους ακόμα και μέσα στη ζούγκλα) ακολουθεί η εξομολόγηση πως και ο καθένας τους αποτελεί το ζώο για τον άλλο: εξουσία και εκπαίδευση προφανώς αποτελούν τους εκ των ουκ άνευ κινητήριους μοχλούς ενός έρωτα.

Οι παραλλαγές, τέλος, ενός λαϊκού αφηγήματος του Λου Σουέν εμπνέουν τον Φο να παρουσιάσει την δική του «πειραγμένη» εκδοχή. Στην γιορτή των χαρταετών όπου μοναχοί με ζωόμορφες μάσκες πετούν με φτερωτές μηχανές σε τελετές αυτοκτονίας, μεταμφιεσμένοι εορταστές παγιδεύουν τον ίδιο τον Κυβερνήτη εκτοξεύοντάς τον στους αιθέρες του τρόμου προς τέρψιν των υπηκόων του. Ο ταπεινωμένος άρχοντας συλλαμβάνει ως αποδιοπομπαίο τράγο τον σαλό Κου που ενοχοποιείται εξαιτίας της μάσκας του και οδηγείται στο θάνατο απολαμβάνοντας την μεσσιανική του αντιμετώπιση και εμποτίζοντας με την δική του κοσμοθέαση την κομμουνιστική ιδεολογία για την οποία κατηγορήθηκε.

Αρκούν αυτές οι τέσσερις πεζογραφικές ασκήσεις για να διανυθεί μια τεράστια ιστορική και λογοτεχνική παράδοση: από τις μεσαιωνικές διηγήσεις του Βοκκάκιου και την παραδοσιακή αφήγηση μύθων και θρύλων μέχρι τον (θεατρικό) μονόλογο και την αυτοσχέδια «παραλογή». Ο συγγραφέας τεχνουργεί την παραμυθοποιητική του με τρόπο απλό και ακαριαίο. Όπως άλλωστε λέει η Ελοΐζα: «Οι σημαντικές λέξεις, όταν επαναλαμβάνονται, κινδυνεύουν να φανούν ψεύτικες». Απολαυστικές οι ιστορίες μα προσοχή: ο Φο στέκεται «με το δάχτυλο στο μάτι» μας και ανά πάσα στιγμή μπορεί ο παλιός τούτος τίτλος του να γίνει πράξη.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ.: Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 117 (Dario Fo, L’ amore e lo sghignazzo, 2007).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.4.2010 (και εδώ)

Λογοτεχνείο, αρ. 34

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια, δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη