Βικτόρ Σερζ – Υπόθεση Τουλάγεφ

Οι ίδιες οι ιδέες συσπώνταν σε έναν μακάβριο χορό, τα κείμενα σήμαιναν ξάφνου το αντίθετο από αυτό που διακήρυσσαν, μια παραφροσύνη παράσερνε τους ανθρώπους, τα βιβλία, την Ιστορία που τη θεωρούσαν εκπληρωμένη και δεν ήταν άλλο από μια γελοία εκτροπή… (σ. 312)

Η ζωή του Βικτόρ Σερζ (Βικτόρ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς, Βρυξέλλες 1890) υπήρξε μια συνεχής εναλλαγή παθιασμένων πολιτικών αγώνων και διωγμών. Κοσμοπολίτικο κι επαναστατικό πνεύμα, βρέθηκε στην κοχλάζουσα Ρωσία (1919), αφού φυλακίστηκε στο Παρίσι (1912-1917) λόγω συμμετοχής σε αναρχοαυτόνομη τρομοκρατική οργάνωση κι έζησε τις εξεγέρσεις της Βαρκελώνης. Υπηρέτησε ενθουσιωδώς το Κόμμα, διαγράφτηκε λόγω της σύνταξής του με τον Τρότσκι, κατήγγειλε την σταλινική τρομοκρατία, εκτοπίστηκε στη Σιβηρία (1933) και αποφυλακίστηκε χάρη στις παρεμβάσεις των Μαλρό, Ζιντ, Ρολάν κ.ά. (1936). Πέθανε κυνηγημένος και πάμφτωχος στο Μεξικό (1947), έχοντας ολοκληρώσει την Υπόθεση Τουλάγεφ (1942), το χειρόγραφο της οποίας διέσωζε σε όλες τις περιπλανήσεις του.

Επίκεντρο της κυκλικής πλοκής αποτελεί η δολοφονία ανώτατου κομματικού στελέχους – μια στιγμιαία πράξη δικαιοσύνης, υποσυνείδητη κι ενσυνείδητη μαζί. Οι ένοχοι δεν θα βρεθούν, συνεπώς πρέπει να επινοηθούν ως συνωμότες. Η εξόντωσή τους θα ακολουθήσει, μέσω μιας χαώδους γραφειοκρατίας, τις μεθόδους του σταλινικού ολοκληρωτισμού: συκοφάντηση, κοινωνική απομόνωση, ανάκριση, κατασκευασμένη ομολογία, ατίμωση, θάνατος, και, πέρα από αυτόν, το στίγμα της προδοσίας.

Εδώ δεν έχουμε απλά μια ρεαλιστική εικόνα της σκοτεινής δεκαετίας του ’30, των δικών της Μόσχας και της εξόντωσης εκατομμυρίων επαναστατών. Δέκα αυτόνομα κεφάλαια, με διαφορετικό κεντρικό πρόσωπο, σχηματίζουν ένα πολυποίκιλο ψηφιδωτό της ρωσικής ζωής την εποχή της «ανοικοδόμησης του κόσμου», όπου κάθε διαφωνία σήμαινε προδοσία, με ψηφίδες του τις ζωές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων: από τον πιστό επαναστάτη στον ασήμαντο γραφειοκράτη, από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο στον ταπεινό χωρικό, από τον παθητικά υπάκουο υπάλληλο στον ασυμβίβαστο, συνεπή ιδεολόγο, από τον ενθουσιώδη άνθρωπο της δράσης μέχρι τον θεωρητικό και διανοούμενο που βλέπει τις γνώσεις του να αποβαίνουν άχρηστες.

Οι κεντρικοί – απόκεντροι αυτοί χαρακτήρες αποτελούν, κατά τον Σερζ, μια «αόρατη διεθνή» προσώπων που ζουν σε μια μεταβατική εποχή, όπου, συνεπώς, δεν υπάρχει ευτυχία, σε μια χώρα που έχει λιποτακτήσει από τον ίδιο της τον εαυτό, όλοι θανατοποινίτες με αναστολή, ζώντας παρέα με τον φόβο όπως με μια κήλη (ανθολογώντας τις εκφράσεις τεσσάρων διαφορετικών ηρώων), μια εποχή που οι παλιοί επαναστάτες απέφευγαν ο ένας τον άλλον, για να μην κοιταχτούν στα μάτια, να μην πουν αισχρά ψέματα καταπρόσωπο, να μην σκαλώσουν στα ονόματα συντρόφων που έχουν εξαφανιστεί, να μην εκτεθούν σφίγγοντας κανένα χέρι, να μην το έχουν βάρος στη συνείδησή τους που δεν το έσφιξαν.

Τους παρατηρούμε στα απομακρυσμένα χωριά με τις αραιές ίσμπες, στα ασφυκτικά κοινοβιακά διαμερίσματα ή στις απομονωμένες βίλες μες τα δάση, στα γκρίζα γραφεία με το ίδιο πορτρέτο του Αρχηγού, όπου εκατοντάδες ένστολοι ζυμώνουν μέρα νύχτα ατέλειωτους φακέλους κι αναφορές, και ζυμώνονται απ’ αυτούς…. Τους παρακολουθούμε στις κομματικές γιορτές, στα χωριά που ρημάχτηκαν από την επιβεβλημένη κολλεκτιβοποίηση, στις προσπάθειές τους να εναρμονιστούν με ντιρεκτίβες, πλάνα και στατιστικές. Κι όταν στενεύσει ο κλοιός, να αναπολούν «τη σαρκική τους ζωή που έχει τελειώσει» και να βυθίζονται στον φόβο ή να ελπίζουν σε δικαιοσύνη.
Ο άλλοτε ισχυρός Έρχοφ θα αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα παραμιλάει στον ύπνο του διότι οι ανακρίσεις συνεχίζονταν στα όνειρά του, ο φυλακισμένος Ρουμπλιόφ θα αντλεί θάρρος από φανταστικούς διαλόγους με τη γυναίκα του και θα εύχεται: «Ας μου στείλουν κανέναν καλύτερο (ανακριτή) ή ας με εκτελέσουν χωρίς εξηγήσεις». Ο Ρύζικ, περιφερόμενος από φυλακή σε φυλακή, τόσο κουρασμένος που δεν τα κατάφερνε πια να σκεφτεί, με το μυαλό του να αναβοσβήνει σαν τα κίτρινα φανάρια που οι σιδηροδρομικοί περιφέρουν πάνω-κάτω στις ράγες άγνωστων σταθμών, θα περιμένει με ανακούφιση τον θάνατό του, όχι προτού πάρει μια έσχατη νίκη αξιοπρέπειας.

Δίπλα τους κινούνται ελάσσονες ήρωες με ανάλογη προδιαγεγραμμένη πορεία: τα κορίτσι του εργοστασίου, παθιασμένο με τις μηχανές και τους αριθμούς, ο Φιλίποφ που ζει χωρίς γυναίκα, γιατί δεν θέλει να είναι δύο που θα ξυπνάνε μες στη νύχτα και θα αναρωτιούνται αν είναι η τελευταία τους, η κοπέλα του εργοταξίου του μετρό που ωθείται στην αυτοκτονία, θύμα του τριπτύχου «εφημερίδα τοίχου, διαγραφή, χλευασμός», ο επιτηρητής του Ρύζικ σε ένα απομακρυσμένο κολχόζ, που γίνεται φίλος μαζί του, προτού αναχωρήσουν με έλκηθρο για το τέλος του στην Μόσχα (αναχώρηση που περιγράφεται σε μερικές συγκλονιστικές σελίδες). Ήρωες χθες, σκουπίδια σήμερα, αυτή είναι η διαλεκτική της Ιστορίας (σ. 155).

Η περιγραφή της δράσης τους αλλά και των σκέψεών τους, με εσωτερικούς μονολόγους και τραγικούς διαλόγους, σε συνδυασμό με κολάζ από αναφορές, βιογραφικά διωκόμενων, φωνές από ραδιόφωνο ή μεγάφωνα, συνθέτουν ένα συναρπαστικό «ψυχολογικό και κοινωνικό» μυθιστόρημα. Η πολυφωνική αφήγηση συνδυάζεται σε ένα δεύτερο (συμβολικό; ) επίπεδο με λυρικότατες περιγραφές των κατάλευκων νυχτών, που μοιάζουν «με γιορτή του πάγου», με τους κρυστάλλους του χιονιού να αντανακλούν το φως των αστεριών. Θαρρείς πως αυτές οι «σπινθηροβόλες νύχτες με το ζείδωρο κρύο» και τη θαμπή λευκότητα άλλοτε αλαφρώνουν τις ψυχές κι άλλοτε τις «σαβανώνουν», σκεπάζοντας την απόγνωσή τους.
Η ματιά του Σερζ σε αυτή την τραγική περίσταση είναι πολυπρισματική και ψύχραιμη, με ταυτόχρονη επίγνωση μιας ιστορικής ήττας και αναζήτηση φωτός, αντίστοιχου με εκείνο της αστρικής ανθοφορίας του ρωσικού ουρανού. Αναρωτιέται κανείς, πόση, άραγε, πνευματική ρώμη χρειάζεται για να οργανώσει κανείς αυτό το αχανές υλικό και να το μεταπλάσει σε έξοχη μυθοπλασία, έχοντας μηδαμινές ελπίδες έκδοσης.
Γιατί όμως καταδικάστηκε στη λήθη ένας συγγραφέας που έζησε εκ των έσω μια από τις οριακότερες ιστορικές στιγμές του προηγούμενου αιώνα κι έγραψε για την τραγική κατάληξη αναρίθμητων επαναστατών (κατάληξη που ο ίδιος απέφυγε χάρη σε διάφορες συγκυρίες), τη στιγμή εξάλλου που υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς έγραψαν για τα Γκουλάγκ (στο μυθιστόρημα Μεσάνυχτα στον αιώνα, 1939) και ονόμασαν την Σοβιετική Ένωση «ολοκληρωτικό κράτος» (σε προσωπική επιστολή); Η Σούζαν Σόνταγκ, που εκφράστηκε ενθουσιωδώς για το έργο του Σερζ και φρόντισε για την αποκατάστασή του, δίνει τις δικές της πειστικές εξηγήσεις στην εισαγωγή της έκδοσης του 2004: η Υπόθεση Τουλάγεφ υπήρξε άχρηστη ως ψυχροπολεμικό όπλο κατά του κομμουνισμού. Πράγματι, ο Σερζ με έναν πλούσιο και πυκνό λόγο εκθέτει όλες τις απόψεις και φωτίζει όλες τις πλευρές της τραγικής περιόδου από την προσωπική σκοπιά του καθενός από τους χαρακτήρες του, μακριά από κηρύγματα και ιδεολογήματα. Η κριτική της χρησιμοποίησης του μαρξισμού δεν αναιρεί την πίστη στις αξίες του.
Ο Ρύζικ μέσα απ’ το κελί του σκέφτεται: Σήμερα χρειάζονταν βιβλία φλογερά, να ξεχειλίζουν από μια αδιάσειστη ιστορική άλγεβρα, από ανελέητα κατηγορητήρια, βιβλία που θα έκριναν αυτή την εποχή: η κάθε γραμμή τους θα πρέπει να είναι αμείλικτης ευφυΐας, τυπωμένη με καθαρά φλόγα. Αυτά τα βιβλία θα γεννηθούν αργότερα. (σ. 320). Ο Σερζ πιθανώς θα διαφωνούσε, αλλά επιτρέψτε μου να φωνάξω πως η Υπόθεση Τουλάγεφ είναι ακριβώς ένα τέτοιο ευφυές και φλογερό βιβλίο. Χάρη στο επίμετρο του Ρόμπερτ Γκρίμαν (στην ουσία ένα πλήρες κριτικό σημείωμα), τις σημειώσεις και την μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, γνωρίζει και εδώ την έκδοση που του αρμόζει.

Συντεταγμένες: Victor Serge, L’ affaire Tulaév. Στα ελληνικά: εκδόσεις Scripta, 2007.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008).

Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς – Αδηφαγία

Ω, πόσο περίπλοκος ήταν ο ψυχισμός μερικών ανθρώπων! Κανείς, ούτε καν ο υπαίτιος, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει όλες τις διαστρωματώσεις των ανοίκειων προσωπικοτήτων του, όλα αυτά τα κρυφά διαμερίσματα, όλα αυτά τα μυστικά συρτάρια που τα κλειδιά τους είχαν χαθεί…

Η κατά Βίτκιεβιτς Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα τελεί υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα και η Πολωνία βρίσκεται στα πρόθυρα τους τέλους της Ιστορίας της (ρώσικη επανάσταση στο εσωτερικό, κινέζικη προέλαση από τα ανατολικά). Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή οι κυβερνώντες αδιαφορούν για τα κοινά και αφήνονται στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, αριστοκράτες διασκεδάζουν με κάθε παρακμιακό τρόπο, αποτυχημένοι καλλιτέχνες ζητούν μια τελευταία ευκαιρία, κι όλοι αυτοί, μαζί με πάσης φύσεως εκκεντρικούς και «πρώην» οτιδήποτε, φιλοσοφούν, άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, κυνηγούν για τελευταία φορά τις εμμονές τους, εκφυλίζονται και παραφρονούν. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα σε κοκαΐνη και αποτρανσφορμίνη στερεύουν, προϊόν με τη μεγαλύτερη ζήτηση αποδεικνύεται το «χάπι της ευτυχίας», που απομαγνητίζει κάθε βασανισμένο και μη από το άγχος της ύπαρξής του. Η ανθρωπότητα κυριολεκτικά κυλούσε στην άλλη πλευρά της ιστορίας.

Ο ανήσυχος σεξουαλικά και φιλοσοφικά νεαρός ήρωας Ζένεζιπ (Ζιπ) Κάνεπ, ετοιμάζεται να μπει σε όλο αυτό τον άγριο θίασο για το δικό του μερίδιο λαγνείας και μάθησης. Μυητές του φιλοδοξούν να είναι πολλοί, με πρώτη και καλύτερη την πανηδονίστρια πριγκίπισσα Τικοντερόγκα και τον ιδιόμορφο εκκεντρικό κύκλο της. Ο Κάνεπ θα επιχειρήσει να βιώσει τη δική του τη σαρκική και πνευματική αδηφαγία αλλά και να αντισταθεί στο συνεχώς διογκούμενο πλέγμα κατευθυνόμενης βούλησης όπου τον παγιδεύει η παλαιά τάξη που υποχωρεί άτακτα και πανικόβλητα. Ας συμβούν τα πάντα. Θα τα βιώσω όλα, θα τα τιθασεύσω, θα τα μασήσω και θα τα χωνέψω: την πιο ανιαρή πλήξη, τη χειρότερη συμφορά.

Η Αδηφαγία μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1985, 55 έτη μετά την πρώτη του έκδοση, στην δε χώρα άλλα 22 χρόνια μετά. Αρχικά μένει έκπληκτος κανείς διαπιστώνοντας πως έχει προηγηθεί των τριών κατεξοχήν προφητικών αντι-ουτοπικών μυθιστορημάτων (Brave New World / Χάξλεϋ – 1984 / Όργουελ – Us / Ζαμυάτιν). Ο Βίτκιεβιτς υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της πολωνικής διανόησης την περίοδο του Μεσοπολέμου μαζί με τους Βίτολντ Γκόμπροβιτς και Μπρούνο Σουλτς, επιπλέον δε η Αδηφαγία θεωρείται πλέον ένα κορυφαίο δείγμα κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού και προφητικής πολιτικής αλληγορίας και μοιράζεται το ίδιο ράφι με τους Υπνοβάτες του Μπροχ, τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ και τον Φερντυντούρκε του Γκόμπροβιτς.

Αυτή η φαντασιακή δυστοπία έχει προβλέψει ένα αύριο που έχει ήδη φτάσει: κοινωνική σήψη αποδεκτή από όλους, μοντέρνα τέχνη χωρίς χρησιμότητα, μυστικοί οργανισμοί που ελέγχουν τη σκέψη, κυβερνήσεις που αφήνουν τους λαούς στο έλεος του τίποτα, θρησκευτικοί ηγέτες που κόβουν και ράβουν συνειδήσεις, οι πάντες ελπίζουν σε μεταφυσικές σωτηρίες, η σεξουαλική μανία γίνεται ανεξέλεγκτη, η συλλογική τρέλα βρίσκεται προ των πυλών. Το μέλλον έμοιαζε θολό σαν απόνερα λάντζας.

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση πως τα πολλαπλά θεματικά κάτοπτρα θα καταρρεύσουν το ένα υπό το βάρος του άλλου και πως η ενίοτε σύνθετη και παραληρηματική γραφή του Βίτκιεβιτς μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην απόλαυση αυτού του ογκώδους εγχειρήματος, στην πράξη όμως βυθίζεσαι οικειοθελώς σε αυτό το σύμπαν ερωτομανίας και αποχαύνωσης.

Μπροστά στο τέλος, ήρωες που διακατέχονται από το σατανικό ρίγος ενός άφατου, παντοτινά μυστηριώδους και ανέφικτου πόθου, νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι, απολλώνια σώματα και υποψήφια «ψυχοπτώματα», όλοι γίνονται ίσοι. Φανταστείτε ως μουσικά και, κυρίως, στιχουργικά αντίστοιχα όλης αυτής της γκροτέσκας ατμόσφαιρας Marc and the Mambas και Psychic TV στο ερωτικό σκέλος, Mecano και Death in June στο φιλοσοφικό.

Χρησιμοποιώντας ενδιαφέροντες πειραματισμούς (χωριστά κείμενα πληροφοριών και σημειώσεων μέσα στα κεφάλαια) αλλά και τα στοιχεία ενός μυθιστορήματος «μαθητείας» ο Βίτκιεβιτς συνθέτει ένα αριστουργηματικό (σύμφωνα με την Σούζαν Σόνταγκ), απαισιόδοξο, εσχατολογικό, φαντασμαγορικό, καταστροφικό, υπερβολικό και κυρίως προφητικό κείμενο – ποτάμι για τους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς αλλά και τον βασανιστικό συνδυασμό της σαρκικής και της πνευματικής αδηφαγίας.

Έχω δηλητηριαστεί από ανομολόγητα πράγματα που τα ξέρω μόνο από τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της πραγματικής τέχνης και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω πολλούς).

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1885-1939. Γέννημα Βαρσοβίας, συγγραφέας, δραματουργός, ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός τέχνης, κριτικός, ζωγράφος (μπορεί κανείς να δει πολλά από τα εξαιρετικά έργα του στο διαδίκτυο), εικονογράφος, φωτογράφος, μέλος της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής ομάδας των «Φορμιστών». Όσο ζούσε τα θεατρικά του έργα, επηρεασμένα από τις ανακαλύψεις των Νέων Μαθηματικών αλλά και την ζωγραφική του Πικάσο, παρέμεναν επί το πλείστον ανέκδοτα ή άπαικτα. Αυτοκτόνησε το 1939 όταν έβλεπε να εισβάλουν στη χώρα του από τη μία μεριά οι Γερμανοί κι από την άλλη οι Σοβιετικοί.

Συντεταγμένες: Stanislaw Witkiewicz, Nienasycenie, [Insatiability], 1927/1930. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 624, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς.

Απευθύναμε τέσσερις προσωπικές ερωτήσεις στον μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, γνωστό μας από άλλα ενεργειακά καλλιτεχνικά πεδία:

Πόσο σε δυσκόλεψε η μετάφραση αυτού του πολύπλοκου και ογκώδους λογοτεχνήματος;

Η μεταφορά της «Αδηφαγίας» στα ελληνικά έγινε από το κείμενο του καναδού Louis Iribarne, που έκανε την μετάφραση του πολωνικού πρωτοτύπου στα αγγλικά. Αυτός έκανε όλη τη δύσκολη δουλειά της αποκρυπτογράφησης των νεολογισμών του Witkiewicz, που αποτελούνται από συνθετικά διαφορετικών γλωσσών. Η δύναμη του κειμένου του ήταν τέτοια που με έπεισε να αναλάβω τη μετάφραση παρά τους κινδύνους που κρύβει ένα τέτοιο («διαγλωσσικό») εγχείρημα.

Οι περισσότερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεραστούν στην αρχή, καθώς διαμορφωνόταν το ύφος της μεταφοράς και αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των αναφορών του Witkiewicz. Στη συνέχεια το πράγμα έγινε πιο εύκολο, γιατί έστω κι αν η αφήγηση γίνεται μερικές φορές χαοτική, δεν της λείπει η ακρίβεια. Επιπλέον, η επικαιρότητα της δυστοπίας του Witkiewicz (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1930) μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον στοιχείο. Έχουμε και λέμε: Νοητικός έλεγχος και εθνικιστικός παροξυσμός ως βασικά συνεκτικά στοιχεία μιας «εξαρθρωμένης» κοινωνίας, χειραγώγηση μέσω του φόβου του πολέμου και των (παρα)θρησκευτικών δογμάτων, διάχυτη παραίτηση πριν από την καταστροφή, στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, υστερική λατρεία της εικόνας του σώματος και του αθλητισμού.

Κοντά στο τέλος, το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να εξασφαλίσω χρόνο για να το δουλέψω όπως ήθελα, γιατί με είχε απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η επιμέλεια που έκανε η Άρτεμις Αργύρη βοήθησε πάρα πολύ το κείμενο, όπως και η βοήθεια που μου πρόσφεραν μία πολωνή φίλη (τις λίγες ευτυχώς φορές που έπρεπε να ανατρέξω στα πολωνικά) και ένας φίλος μαθηματικός.

Υπήρξε κάποιος ήρωας ή κάποια εικόνα που σου «έμεινε»;

Ο Witkiewicz ήταν και ζωγράφος και στην Αδηφαγία υπάρχει μια εικαστική διάσταση. Οι ήρωες δεν είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά ψυχεδελικές καρικατούρες, διαστρεβλωμένες απεικονίσεις αρχετύπων και στερεοτύπων που υπακούνε στους κανόνες που ορίζει η δήθεν διδακτική νομοτέλεια του μυθιστορήματος. Είναι δύσκολο να ταυτιστείς μαζί τους, αλλά το ίδιο δύσκολο και να τους ξεχάσεις. Η πριγκίπισσα είναι η γυναίκα-αράχνη της εφηβείας όλων των αρσενικών, η σκοτεινή δύναμη της Λίλιθ, και με υπαινικτικό τρόπο, πραγματική μητέρα του Ζιπ. Βρήκα την περιγραφή της «τελετής ενηλικίωσης» του (όταν η πριγκίπισσα τον εξαναγκάζει να παρακολουθήσει τις περιπτύξεις της με τον Τόλζιο) εξωφρενική. Επίσης, οι μορφές του Κοτσμολόσοβιτς – Στάλιν και των γελοίων ευπατρίδων της πολιτικής στηρίζουν με απολαυστικό τρόπο την κριτική του Βιτκίεβιτς.

Με τι μουσική συνόδεψες τη μετάφρασή του;

Κυρίως οργανική, γιατί μου είναι δύσκολο να μεταφράσω όταν ακούω τραγούδια με στίχους. Εκείνη την εποχή (φθινόπωρο – χειμώνας 2005) θυμάμαι ότι άκουγα στο repeat το δίσκο του Bill Frisell με τους Elvin Jones και Dave Holland και τo soundtrack του Neil Young για το «Dead Man».

Κάποια συμβουλή για τον επίδοξο αναγνώστη;

Έχω τη γνώμη ότι μέσα στις πρώτες δέκα σελίδες θα έχει αποφασίσει αν θα παρατήσει το βιβλίο ή αν θα συνεχίσει την ανάγνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχει βρει τους δικούς του, ιδιαίτερους λόγους για να το κάνει, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοια βιβλία. Πάντως, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην «Αδηφαγία», η πραγματική περιπέτεια εξελίσσεται στις εγκεφαλικές συνάψεις του Witkiewicz.

Y.Γ. Τα εικαστικά είναι του ίδιου του συγγραφέα. Πρώτη δημοσίευση εδώ.