Νόρμαν Μανέα – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

Η ζωή σε σαρκοφάγους

Εκείνη έφευγε πάντα Δευτέρα με δάκρυα αποχαιρετισμού και γύριζε Παρασκευή, όπως αρμόζει σε ταξιδευτές που επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο. Ή πάλι, πριν από την Παρασκευή, τη μέρα της επιστροφής της, αυτός ο αχανής, ο τεφρός ουρανός θα γκρεμιζόταν πάνω μας για να μας καταπιεί ή για να μας λυτρώσει, αυτός ο ουρανός που περιμέναμε μια και καλή να κάνει κάποτε κάτι, ώστε όλα να τελειώσουν. Ποια είναι η γυναίκα που εμφανίζεται μέσα από τις πάχνες της στέπας σαν οπτασία, έχοντας καταφέρει να πάρει άδεια ώστε να δουλέψει στα γύρω χωριά; – πώς θα μπορούσε άλλωστε να δραπετεύσει; Και ποιοι ήταν εκείνοι της το επέτρεψαν υποκύπτοντας στις παρακλήσεις της με κυνική μεγαθυμία – ένα παιχνίδι που έπαιζε κανείς μόνο και μόνο για να το διακόπτει ξαφνικά με ακόμα μεγαλύτερη αναλγησία;

Η επιστροφή της γυναίκας που έπλεκε για τους χωρικούς σήμαινε, κάθε φορά, για όσους ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν τον αγώνα για επιβίωση, ανανέωση της ελπίδας, μια επιπλέον αναστολή. Εκείνη τη φορά έφερε μαζί της ένα πλεχτό, περιζήτητο αγκάλιασμα για τις κρύες νύχτες με τα ψειριασμένα σκεπάσματα, αλλά το πολύχρωμο πουλόβερ προοριζόταν για την Μάρα: ένα κοριτσάκι που βρέθηκε τυχαία ανάμεσα στην οικογένεια, που τώρα αισθάνεται υποχρέωση να την κρατήσει στη ζωή – κι ο μικρός αφηγητής μένει απλά να το θαυμάζει με τις ώρες.

Όμως σ’ εκείνη τη ζωή του πυρετού και των θανάτων, το κοριτσάκι που κάποτε «φώλιαζε στην αγκαλιά του για προστατευτεί από την παγωνιά του σπιτιού» πεθαίνει. Είναι σειρά του αφηγητή να φορέσει το πουλόβερ, ανεπιθύμητο πια: τα μανίκια του κρέμονται από τους ώμους του ξεψυχισμένα. Δεν τον προστατεύει, δεν τον ζεσταίνει: αυτό έφερε την αρρώστια μαζί του. Τώρα του μένει το σφιχταγκάλιασμα των μανικιών του, για την ανάμνηση των χεριών της που κουλουριάζονταν στο σώμα του να ζεσταθούν.  Και το ερώτημα ανυπομονησία επιτάχυνε το θάνατό της. Από τη στέπα οι ανεμοθύελλες όλο και σίμωναν για να επιλέξουν το θύμα τους. Το αδηφάγο τους ουρλιαχτό κατέπνιγε την αίσθηση του φόβου. Πώς ν’ ακουστεί το λυπημένο, το συνεσταλμένο μου, το ένοχο αναφιλητό; Το πλεχτό»)

Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό πως σ’ αυτό το σώμα διηγημάτων ο Μανέα επανέρχεται σε γραφή φασματική, φευγαλέα, με χρόνους δυνητικούς και παρατατικούς, με εκφράσεις και στίξεις που προσπαθούν να μεταδώσουν κάτι από το κλίμα μιας αιώνιας ανησυχίας και την αίσθηση ενός μακρόσυρτου φόβου. Οι μέρες των ηρώων κυλούν «λευκές» και «στραφταλίζουν να τους τρομάξουν». Ελπίζαμε πως ο φόβος στοίχειωνε τις μέρες και τις νύχτες μας – φόβος για τους ανθρώπους, τις ψείρες, τις στολές, την πείνα – θα αποδεικνυόταν τελικά ανυπόστατος, γιατί εμείς θα ήμασταν πάντα τρεις, ίσως και τέσσερις. Ήδη βρισκόμαστε στο δεύτερο διήγημα («Μπορεί να ήμασταν τρεις»), όπου ελλειπτικά περιγράφεται η απόδραση μιας ομάδας ανθρώπων που δεν αγωνίζονται μονάχα να ξεφύγουν από τον τόπο τους αλλά και από την ντροπή, την αηδία και τους φόβους μέσα στους οποίους έμαθαν να ζουν και να εξευτελίζονται. Άραγε θα αποδράσουν από τους τελευταίους;

Στα «κουβάρια από μαλλί ξεθωριασμένο» ο αφηγητής διηγείται τις συνεχείς του επιστροφές σε περιοχές όπου άλλοτε διώκονταν, πλημμυρισμένες τώρα από αγνώστους, όπου οι επιστροφείς ζουν πλέον παγιδευμένοι ανάμεσα στην ασφάλεια και την πλήξη στο εσωτερικό του σπιτιού και στην κακία των έξω χώρων. Τελικά πνίγει την απελπισία του στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι της κλοπής των γοητευτικών ζωηρόχρωμων κουβαριών τα οποία κλέβει ανάλογα με το είδος των περιορισμών που του επιβάλλουν.

Στο βήμα ο τιμώμενος απήγγελλε τον λόγο του. Ο χωρισμός στα δύο του εαυτού του γινόταν εύκολα. Κάποιος άλλος ήταν που στεκόταν εκεί μπροστά του και απήγγελλε το ίδιο αξιολύπητο λογύδριο. Είχε εθιστεί σ’ αυτό που του συνέβαινε. [σ. 57] «Η ακριβής ώρα» έχει ως κεντρικό της χαρακτήρα της ίδιες τις λέξεις. Εδώ ένας καταστηματάρχης που δεν υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα αντιλαμβάνεται την σπουδαιότητά τους για την επιβίωσή του. Οι λέξεις θα γίνουν καύκαλο ασφάλειας αλλά και επικίνδυνο παιχνίδι σε τυχόν απρόσεκτο στόμα· έτοιμες πάντα να προστατεύσουν, να κρύψουν, να εκθέσουν…

Έχει αναπτύξει μια μέθοδο σε σχέση με τις λέξεις, μια κάποια εξοικείωση· τώρα ταυτίζει τα αντικείμενα με τ’ όνομά τους, και τις καταστάσεις επίσης, και τις διαθέσεις και τις λειτουργίες, ακόμα και όταν οι λέξεις παραμένουν σε απόσταση, πράγμα που τις κάνει να μοιάζουν ασαφείς, αντιφατικές. Πάντα, αν είναι δυνατόν, το κάνει ψάχνοντας την προέλευσή τους, επιχειρώντας να τις αντικαταστήσεις, χωρίς όμως να διαταράξει την ισορροπία, το χάος και την ομίχλη απ’ τα οποία προέκυψαν. Απ’ όπου κι εκείνος προέκυψε… [σ. 73]. Οι λέξεις καταδυναστεύουν με την παρουσία ή την απουσία τους την ζωή ενός δασκάλου που κάποτε «υπέκυψε» («Ο παιδαγωγός»). Με λέξεις υποχρεώνεται να επιβιώσει στα θρανία ο αφηγητής στο «Πορτρέτο μιας κίτρινης βερικοκιάς». Μέσα σ’ ένα μελαγχολικό εφιαλτικό όνειρο, βρίσκεται σε μεγάλη πλέον ηλικία μαζί με τους παλιούς του φίλους, υπόχρεοι όλοι τους σε κρίσιμες και αγχωτικές εξετάσεις.

Αντίθετα, κάθε λάθος λέξη μπορεί να είναι επικίνδυνη σε όλους όσοι ζουν στο καταθλιπτικό συγκρότημα πολυκατοικίας («Ο μεσότοιχος»), υπό τον έλεγχο του επόπτη που κάνει ερωτήσεις, κρατά σημειώσεις και δέχεται εξηγήσεις για τα πάντα: σε ποιο διαμέρισμα, για ποιο λόγο, για πόσην ώρα. Ο επόπτης ελέγχει καθημερινά το ποίμνιό του: τον ρυθμό βαδίσματός σου, κάποιο δισταγμό, το ελάχιστο δείγμα κακοκεφιάς. Ποιος είναι αυτός που αρνήθηκε να προσφέρει την αναλογούμενη σ’ αυτόν εθελοντική εργασία προτιμώντας να πληρώσει το πρόστιμο των είκοσι λεβ; Ποιος αρνήθηκε την πρόταση να γράψει περί ηθικής και δικαιοσύνης στην εφημεριδούλα του κτηρίου;

Οι κάτοικοι κρυφοκοιτάζουν από τις κλειδαρότρυπες και ακούνε τα πάντα μέσα από τις λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο μεσοτοιχίες. Ουρές για το τυρί, για φάρμακα, για φακούς, για κουμπιά, για τηλεοράσεις. Μια ουρά εδώ, μια άλλη παρακάτω: βιβλία, λαμπτήρες, λουκέτα, παπούτσια, ματογυάλια, κι έτσι ακριβώς ως να νυχτώσει. Το λυκόφως ανακουφίζει απ’ την εξάντληση. Ανεβαίνουν απ’ το κλιμακοστάσιο, τυποποιημένα κτίρια, τσιμεντένια κουτιά, οι ώρες που απόμειναν περνούν χαζεύοντας: πολυθρόνα, τηλεόραση, θερμοσίφωνας, σιδέρωμα, η νυχτερινή σαρκοφάγος. [σ. 195]

Διαμερίσματα σαρκοφάγοι, η ζωή ως σαρκοφάγος, σ’ ένα «κράτος» με δικτάτορα σαρκοφάγο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Ισμήνη Καπάνταη, σελ. 227 [Norman Manea, October, Eight O’ Clock, 1992].

…Εδώ το βίντεο των τελευταίων στιγμών της  σύλληψης του ζεύγους Τσαουσέσκου. Η κραυγή της πανικόβλητης Έλενας Τσαουσέσκου όταν συνειδητοποιεί τι την περιμένει, προκαλεί έκπληξη. Προφανώς απέφευγε να φανταστεί πως αντίστοιχες κραυγές πανικού έβγαζαν χιλιάδες άλλοι συνάνθρωποί της στα χρόνια της δικτατορίας της. Και εξαιτίας της.  Τουλάχιστον πρόλαβε να ζήσει την δόξα της νομισματικής της αποτύπωσης. Αν και με τις ίδιες περίπου αναλογίες πρέπει να κόπηκε και το αληθινό της κεφάλι. 

Ναντιέζντα Μαντελστάμ – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ

Έγκλημα και τιμωρία

Βλαδιβοστόκ, Βορειοανατολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο Παράπηγμα, 1938. Από εκεί προέρχεται το τελευταίο γράμμα του Όσιμ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ προς τη σύζυγό του Ναντιέζντα και τον αδελφό του Αλεξάντρ. Ο ποιητής είχε ήδη εξοριστεί σε Τσερντίν και Βορόνεζ (1934-1937) και τώρα εκ νέου καταδικαστεί σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολυμά της Σιβηρίας για αντεπαναστατική δράση. Το έγκλημα: ένα σατιρικό ποίημα για τα μουστάκια του Στάλιν, που διάβασε σ’ ένα κύκλο ομότεχνων, ένας εκ των οποίων τον κατέδωσε, στον γνωστό φαύλο κύκλο του καθεστώτος διώξεων και καταδόσεων: καταδίδεις πρώτος για να μη σε καταδώσουν ή να μη φανεί πως συγκαλύπτεις τον άλλον. Στην Σοβιετική Ένωση του ’30 αρκούσε μια και μόνο φράση για να καταστρέψει για πάντα την ζωή ενός ανθρώπου.

Ταφικό μνημείο

1-nadezhda-mandelstamΟ τάφος του Μαντελστάμ είναι άγνωστος, πιθανός ομαδικός και κάτω από τον πάγο. Αλλά το κενοτάφιό του, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Α. Βιστωνίτης, είναι ακριβώς το βιβλίο της γυναίκας του, ένα σπάνιο επίτευγμα της ρώσικης μεταπολεμικής πεζογραφίας. Το χειρόγραφο στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτικοπολιτισμικό σοκ. Εννοείται πως στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ και οι δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι που αναφέρονταν με όλη τους την μικρότητα, την ρουφιανιά και την δειλία έχασαν τον ύπνο τους. Από την άλλη πλευρά, η μνήμη πολλών σπιλώθηκε, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή τους, πέρα από φήμες που έφτασαν στα αυτιά της συγγραφέως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η οργή και ο πόνος της για τον θάνατο του Ο.Μ. και για την κατεστραμμένη της ζωή παρέκαμπτε, όπως υποστηρίχθηκε, την ακρίβεια των πληροφοριών της.

«Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία…»

Η συγκλονιστική της αφήγηση αρχίζει το 1934 με την πρώτη σύλληψη του ποιητή και τελειώνει με το θάνατό του το 1938, την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου. Αυτή η αφήγηση είναι Μαρτυρία, Ιστορία, Βιογραφία, Χρονικό, Πραγματεία πάνω σε κάθε μορφή ατομικής εξόντωσης, στη συντριβή της ατομικότητας από την εξουσία. Είναι Έπος σκοτεινό και αθέατο επί δεκαετίες, Ψυχολογία της αλλοίωσης των συνειδήσεων και της παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Μελέτη Σοβιετικού Ολοκληρωτισμού και Απόλυτη Ιστορία Αγάπης, Αφοσίωσης, Διάσωσης, Απόδοσης Δικαιοσύνης.

Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για μια δειλή απόπειρα να περιγράψω τη μεταβολή της συνείδησής που, πιθανότατα, υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων που πέρασαν τα μοιραία όρια. Η μεταβολή αυτή εκφραζόταν πρωτίστως με την πλήρη αδιαφορία για όλα όσα έμεναν πίσω, καθώς αναδυόταν η απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι μας παίρναμε τον δρόμο προς τον αναπότρεπτο χαμό. […] Πρόσφατα αγωνιούσα για τους δικούς μου, τη δουλειά μου, όλα όσα υπεράσπιζα. Τώρα χάθηκε η ανησυχία και διαλύθηκε ο φόβος. Τον διαδέχτηκε η οδυνηρή επίγνωση της καταδίκης, κι αυτή γέννησε μια αδιαφορία σωματικά αισθητή…Και τότε αποδείχτηκε πως ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο προθεσμίες για την πραγματοποίηση του αναπόφευκτου… [σ. 79 – 80]

Η σύζυγος του εχθρού του λαού στον χιλιοπερπατημένο δρόμο

Αν η Ναντιέζντα δεν ήταν δίπλα του στην εξορία του Βορόνεζ, δουλεύοντας σε εργοστάσιο (καθώς σ’ εκείνον δεν έδιναν δουλειά, παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες) δεν θα είχε γράψει τα εξαίσια ποιήματα εκείνης της περιόδου (1934-1938) και τίποτα από την ποίησή του δεν θα είχε διασωθεί αν η ίδια δεν την απομνημόνευε και δεν την επαναλάμβανε μέσα της αμέτρητες φορές, ζώντας στην αφάνεια για να μην αφήνει ίχνη, διδάσκοντας σε επαρχιακά σχολεία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έζησε γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συλληφθεί ως σύζυγος «εχθρού του λαού». Ούτως ή άλλως οι μεγάλες πόλεις της ήταν απαγορευμένες. Κρυβόταν στο καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας χωρίς την ελάχιστη περιουσία, χωρίς ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σε κάθε περίπτωση το χαρτί ήταν επικίνδυνη κατοχή. Μόνο η νυχθημερόν επανάληψη των στίχων του την έκανε να εμβαθύνει στην ποίησή του και να συνομιλεί μαζί του. Το μόνο πράγμα που είχε γράψει μέχρι τότε ήταν γράμματα σε φίλους και αιτήσεις προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Έπρεπε να διαφυλάξω δυνάμεις, για να διαβώ όλους τους δρόμους που είχαν ήδη διασχίσει άλλες γυναίκες. Αλλά εκείνη τη νύχτα του Μάη μού ανατέθηκε άλλη μια αποστολή, χάρη στην οποία έζησα και ζω ακόμη. Δεν είχα τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ο.Μ., διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, αλλά μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω – και γι’ αυτό άξιζε να συγκεντρώσω δυνάμεις. [σ. 47]

Οι σύζυγοι των συλληφθέντων έπαιρναν τον «χιλιοπερπατημένο δρόμο» για τον Πολιτική Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος όμως δεν είχε την παραμικρή επιρροή, άρα στην ουσία πήγαιναν εκεί για να εκτονωθούν και να αποκτήσουν την αυταπάτη της δράσης, τόσο απαραίτητη στις περιόδους της καταθλιπτικής αναμονής. Μετά το κλείσιμό του, όλες ζούσαν μόνο με τις φήμες, μέρος των οποίων διαδιδόταν ειδικά για την κατατρομοκράτησή τους. Οι συμβουλές που δεχόταν απ’ όσους γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις αφορούσαν τον Ο.Μ.: να μην δραστηριοποιείται πουθενά, να μη ζητά τη μεταγωγή του σε άλλο μέρος, να, μην υπενθυμίζει την ύπαρξή του, να μην συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο το όνομά του, να τους αφήσει να τον ξεχάσουν.

Τα Σοβιετικά Επαγγέλματα

Οι συχνές «νυχτερινές επιχειρήσεις» ονομάζονταν έτσι στη γλώσσα των μυστικών αστυνομικών – τσεκιστών, από τον μύθο και ευσεβή τους πόθο ότι θα μπορούσαν να συναντήσουν αντίσταση και να γευτούν τον κίνδυνο. Όπως πάντα, η ηλιθιότητα τους κατά τις έρευνες ήταν παροιμιώδης. Μπορεί να έψαχναν σε συρτάρια και ράχες βιβλίων, αλλά ποτέ σε μια κατσαρόλα: εκεί ένα χειρόγραφο θα μπορούσε να ζήσει αιώνες. Άλλοτε τους αρκούσε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: όταν έμενε με την Άννα Αντρέγεβνα (:Αχμάτοβα) στην Τασκένδη, γυρνώντας σπίτι έβρισκαν το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Η παρουσία κάποιου σε συλλήψεις με την ιδιότητα του μάρτυρα έγινε σχεδόν επάγγελμα. Ορισμένοι αναλάμβαναν εργολαβικά ως μάρτυρες έναν συγκεκριμένο δρόμο ή συνοικία.

Ιδιαίτερο είδος χαφιέ αποτελούσε ο «θαυμαστής», κατά βάση εκπρόσωπος του ίδιου επαγγέλματος, ομότεχνος, συνάδελφος ή γείτονας αλλά και ο «υπασπιστής», που κάνει διατριβή στην ποίηση. Οι επαγγελματίες εξολοθρευτές επινόησαν μια παροιμία: Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση. Ο Ο.Μ. επαναλάμβανε συχνά τους στίχους του Χλέμπνικοφ: Μεγάλη υπόθεση το αστυνομικό τμήμα! Είναι το μέρος όπου συναντιέμαι με το κράτος. Οι έμπειροι των ανακρίσεων έλεγαν πως είναι απαραίτητο στην αρχή να κάνεις κάποιες ελάχιστες ομολογίες, ειδάλλως αρχίζει η «πίεση» και αποδυναμωμένος αρχίζεις και αραδιάζει ένα σωρό απίθανα (ψεύτικα και ενοχοποιητικά) πράγματα για τον εαυτό σου.

Οι Διαβρωτικοί Φόβοι

Συνήθως, ύστερα από μια ακόμα είδηση για τη σύλληψη κάποιου, υπήρχαν αυτοί που σώπαιναν και χώνονταν ακόμα πιο βαθιά στο λαγούμι τους, το οποίο, με την ευκαιρία, δεν γλίτωσε κανέναν, ενώ άλλοι έβριζαν εν χορώ τον συλληφθέντα. [σ. 63]

Η Μαντελστάμ γράφει για τις μοιραίες περιόδους που η ατμόσφαιρα γινόταν πιο βαριά κι απ’ το μολύβι, για τη βουβαμάρα και τα πρώτα συμπτώματα του λήθαργου, για τον φόβο που υπήρχε ακόμα και για το αν κάποιος κρυφακούει τις πιο μύχιες σκέψεις σου, για την μανία καταδίωξης που βασάνιζε τον καθένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο ψίθυρος της κοινής γνώμης γινόταν όλο και πιο αδύναμος κι έπαψε να μετουσιώνεται σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πολύ περισσότερο στην υπόθεση του Ο.Μ. κανείς δεν τολμούσε να εκφέρει γνώμη ή να αναμιχθεί, εφόσον είχε θιγεί το πλέον επίφοβο πρόσωπο στη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω εδώ να εκτιμήσει τον Παστερνάκ, που ήρθε στο σπίτι της με την Αχμάτοβα (που ούτως ή άλλως δε σταμάτησε να ενεργεί από την δική της πλευρά, αν και η σχέση των δυο γυναικών υπήρξε αμφιλεγόμενη) για να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει.

Ζούσαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που χάνονταν τον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση, κι ανάμεσα σ’ αυτούς που τους έστελναν στον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση. Ήταν επικίνδυνο να συνδέεσαι με ανθρώπους που εξακολουθούσαν να σκέπτονται και να δουλεύουν. [σ. 73 – 74]

Κάρφωσε πρώτος, μη σε καρφώσουν πρώτοι

Είναι γνωστές οι μορφές εκβιασμού για να στρατολογηθείς ως χαφιές: προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, διασπορά φημών ότι είσαι χαφιές. Οι περιγραφές για το πώς κάθε οικογένεια μελετούσε τους γνωστούς της γυρεύοντας ανάμεσά τους υποψήφιους ή νυν προδότες είναι ανατριχιαστικές. Στους εργασιακούς χώρους το «ξεσκέπασμα» αποτελούσε καθημερινότητα. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν την ικανότητα επικοινωνίας, οι δεσμοί να χαλαρώνουν κι ο καθένας να ζαρώνει στη γωνιά του σιωπηλός, ανεκτίμητο πλεονέκτημα για παντός είδους εξουσίες.

Στον αγώνα υπέρ της ιδεολογικής καθαρότητας, οι αρχές ενθάρρυναν με κάθε τρόπο όσους «είχαν τη γενναιότητα να ξεσκεπάζουν» αυτούς οι οποίοι «χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα» αποκάλυπταν τα υπολείμματα της παλιάς ψυχολογίας μεταξύ των συναδέλφων τους. Υπολήψεις συντρίβονταν σαν σαπουνόφουσκες, και οι αποκαλύπτοντες σκαρφάλωναν στα ύψη της υπηρεσιακής κλίμακας. Κάθε σημαντικό πρόσωπο που αναδείχτηκε εκείνα τα χρόνια χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, το «ξεσκέπασμα» δηλαδή του προϊσταμένου του, μια φορά τουλάχιστον. Ειδάλλως, πώς θα έπαιρνε τη θέση του; [σ. 141]

Ανύπαρκτο όριο, άφαντο λαγούμι

Αναρωτιόμουν γιατί στον τόπο μας όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον χαμό. Τι πρέπει να είναι κανείς για να σωθεί; Πού βρίσκεται εκείνο το λαγούμι όπου μπορείς να τρυπώσεις για να σωθείς; [σ. 90]

Ήδη με την πρώτη εμπειρία στο Τσερντίν αποκαλύφθηκε η τεράστια ειρωνεία: στις συνθήκες των κάτεργων και της εξορίας η λέξη σύντροφος έπαιρνε ιδιαίτερη σημασία, κάτι που οι εκτός των φυλακών είχαν από καιρό ξεχάσει. Εκεί αντιλήφθηκαν πως το σημαντικότερο όλων ήταν η εσωτερική πειθαρχία: δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα από το μέλλον. «Να βλέπεις το Τσερντίν σαν την ύστατη ανάπαυλα. Και να είσαι έτοιμος και να περιμένεις να αντιμετωπίσεις τα πάντα». Οι γνωστοί τους εκεί είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά ακόμα κι εκεί, πόσοι πίστευαν πραγματικά πως το ζεύγος βρίσκεται πράγματι εξόριστο εκεί και δεν ήταν φυτεμένοι από το κράτος; Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γράφει η Μαντελστάμ, είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως εκείνη.

Που βρίσκεται λοιπόν σε εποχές σαν την δική μας το όριο μεταξύ ψυχικής ομαλότητας και αρρώστιας; [σ. 112] Ποιος ανάμεσά μας δεν σκεφτόταν τον εαυτό του στο γραφείο του ανακριτή, ποιος δεν σκεφτόταν με την παραμικρή αφορμή απαντήσεις σε ερωτήσεις που θα του κάνουν εκείνοι;

Η Νέα Ηθική

Η Μαντελστάμ γράφει για την ύπνωση του παρόντος, το κήρυγμα του ιστορικού ντετερμινισμού που στέρησε απ’ όλους τη θέληση και την ελεύθερη κρίση, για εκείνους που στο όνομα της Νέας Ηθικής και της Νέας Εποχής διέπρατταν τα τρομερότερα εγκλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός από τα ισχυρότερα στελέχη της Τασκένδης που μετά την σύνταξή του αυτοκτόνησε, καθώς δεν άντεξε την δοκιμασία των συνεχών κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεων όσων επιβίωσαν στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με το γράμμα της αυτοχειρίας του, όσο εργαζόταν ως αφοσιωμένος κομσομόλος δεν έβλεπε άλλον από τους συναδέλφους του και τους ανακρινόμενους, εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυλα, έπαιρνε προαγωγές και παράσημα και μόνο όταν συνταξιοδοτήθηκε βρήκε το χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβαινα και να αναρωτηθεί μήπως δεν υπηρετούσε το λαό όπως νόμιζε τόσα χρόνια… Οι σοβιετικοί είχαν αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό ψυχικής τύφλωσης. Όσοι διατηρούσαν υγιή ψυχισμό έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα. Το ταξικό αίσθημα είχε αντικαταστήσει κάθε συνείδηση.

Αυτοχειρία, εφόδιο σε εφεδρεία

Σε άλλες εξίσου συγκλονιστικές σελίδες η συγγραφέας γράφει για τις σκέψεις του Ο.Μ., που από ένα σημείο κι έπειτα βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για τον φόβο της εξόντωσής του, να δώσει τέλος στη ζωή του αντί να θανατωθεί με τους όρους των διωκτών του. Δεν τον πείραζε να πεθάνει, αρκεί να μην ήταν από το χέρι του εκτελεστή. Η αυτοκτονία ήταν και για τους δυο τους ένα εφόδιο που κρατούσαν σε εφεδρεία. Η σκέψη της έσχατης λύσης παρηγορούσε και καθησύχαζε κυρίως την Ναντιέζντα στις περισσότερο αφόρητες περιόδους της ζωής τους. Ο Όσιπ ήταν περισσότερο αισιόδοξος: Πώς ξέρεις τι θα γίνει μετά; Η ζωή είναι ένα δώρο που κανείς δεν θα τολμήσει ν’ απορρίψει. Γιατί σου έχει κολλήσει ότι οφείλεις να είσαι ευτυχισμένη; Αν και λάτρευε τη ζωή, ο Μαντελστάμ ποτέ δεν αναζήτησε την ευδαιμονία, ούτε και στηριζόταν την αποκαλούμενη ευτυχία. Γι’ αυτόν τέτοιες έννοιες ήταν ανύπαρκτες.

2.000, 42

Σερζ (βλ. εδώ και εδώ), Πλατόνοφ, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Πιλνιάκ, Μπάμπελ, Χαρμς, Σαλάμοφ αλλά και οι περισσότερο «γνωστοί» Μπουλγκάκοφ και Μαγιακόφσκι: τα τελευταία χρόνια το έργο των μείζονων ρώσων πεζογράφων και ποιητών γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση. Ακόμα και σε πιο «ελεύθερα» καθεστώτα, η αφάνειά τους κρίθηκε προτιμότερη, σίγουρα από τις Αριστερές που δεν επιθυμούν να απογαλακτιστούν από το σταλινικό παρελθόν, όπως η ελληνική, όπως εύστοχα γράφει στην εισαγωγή του ο Α. Βιστωνίτης. Κι εμείς, μένει ακόμα να μάθουμε και να διαβάσουμε τους 2.000 συγγραφείς που συνελήφθησαν και τους 1.500 που εκτελέστηκαν, ή πέθαναν στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χάθηκαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε πώς έχασαν τη ζωή τους, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ.

Ναντιέζντα Μαντελσταμ: 42 χρόνια χήρα του ποιητή, συνομιλήτρια της σκιάς του, 42 χρόνια αφοσίωσης στη διατήρηση της μνήμης του ζωντανής, στην περίσωση του έργου του, στην παράδοσή του σ’ όλους εμάς που διατεινόμαστε πως ενδιαφερόμαστε (ορισμένοι κιόλας πως ζούνε) για την ποίηση.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ. 578, με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη και νεκρολογία από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι («Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980)». Το παράρτημα περιλαμβάνει σημειώσεις της μεταφράστριας, ευρετήριο ονομάτων και λογοτεχνικών κινημάτων και οργανώσεων και δυο ποιήματα: του Μαντελστάμ για τον Στάλιν και της Αχμάτοβα για τον Μαντελστάμ [Nadhezda Madelstam, Vospominania [Αναμνήσεις], 1970].

 Στις εικόνες: Τα έγγραφα (όπως η ενυπόγραφη κατάθεσή του) είναι από τον Φάκελο του Μαντελστάμ, από την εξαιρετική ιστοσελίδα http://www.mandelstam-world.org/