Βασίλι Αξιόνοφ – Οι ουρανοξύστες της Μόσχας

H ευδαιμονία του τεντωμένου σκοινιού
«Η ιδέα του Παραδείσου είναι το λογικό πέρας της ανθρώπινης σκέψης, υπό την έννοια ότι η σκέψη αυτή δεν προχωράει παρακάτω· γιατί μετά δεν υπάρχει τίποτα, δεν γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παράδεισος είναι το αδιέξοδο· είναι η έσχατη θέαση του χώρου, το τέλος των πραγμάτων, η κορυφή του βουνού, από το ύψος της οποίας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά…» έγραφε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι για το μυθιστόρημα Ο λάκκος του Αντρέι Πλατόνοφ (Αντισέξους, μτφ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Αρμός, 2009, σ. 267) και είναι αδύνατο να μην κάνουμε τις συγκρίσεις του έσχατου πλατονοφικού (ου-) τόπου με τον πλατωνικό παράδεισο όπου αισθάνονται πως ζουν οι χαρακτήρες του Αξιόνοφ: τα διαμερίσματα του 18ου ορόφου ενός από τα επτά πολυώροφα μεγαθήρια κατοικιών, παραχωρηθέντα «για την υπερήφανη διαβίωση των καλύτερων πολιτών της αθεϊστικής Ένωσης των Δημοκρατιών».

Η επίλεκτη αυτή σύναξη ενοίκων εμπνέει στον συνταγματάρχη Κιρίλ Σμελτσακώφ, εραστή της γλωσσικής ηδονής και αγαπημένο των μαζών ποιητή, την ιδέα μιας νεοπλατωνικής πολιτείας που θα κατοικείται από φιλοσόφους και πολεμιστές, έχοντας στην κορυφή της ψηλότερα απ’ τον Πλάτωνα και «ανάλογο του ηλιακού φωτός» τον Στάλιν. Υποψήφια μέλη της είναι η Γκλίκα, ηγετικό στέλεχος της Κομσομόλ, ιδανικό πρότυπο Γυναίκας της Νέας Φάσης και ενσάρκωση της Παρθενίας του Σοσιαλισμού, αλλά και με αναβράζουσα διάθεση για ερωτικούς πειραματισμούς, οι γονείς της – αντιπροσωπευτικοί τύποι της ανώτερης τάξης, οι διαχειριστές του κυλικείου ως το μάτι του κράτους, μυστηριώδη πρόσωπα με διπλούς ρόλους και μια νεανική παρέα με δυτικές προτιμήσεις, βαφτίζοντας την τζαζ ως μουσική των αδυνάτων. Ο αρχικά αφανής αφηγητής εμπλέκεται σταδιακά στον μύθο, όπου εντάσσεται και ο ίδιος ο Στάλιν, με μεταμεσονύκτιες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον άσπονδο φίλο του Κίριλ ως μια … γιουγκοσλαβική απόβαση στην ντάτσα του, επαλήθευση ενός εμμονικού εφιάλτη.

Όμως κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπό αίρεση ευδαιμονίας. Η ενδεχόμενη νίκη της Γκλίκα στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι θα αποτελέσει «οριστικό και αποφασιστικό μάθημα στους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» ενώ η ήττα «υποβοήθηση των αθλητικών φιλοδοξιών των επιθετικών χωρών του ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις της στον δυτικό τύπο θα θεωρηθούν μέγιστο ατόπημα, αφού εκτός από την αγάπη της για τον Ηγέτη, εκφράζει απόψεις περί ερωτικής απόλαυσης. Τα «αρχαιοελληνικά» ποιήματα του Σμελτσακώφ κρίνονται επικίνδυνα για την νεολαία και τον ίδιο: η ποίηση της εποχής απαγορεύεται να είναι κοσμοπολίτικη ή ζοφερή, να έχει «περιττή αισθαντικότητα» ή να αλληθωρίζει στο παρελθόν. Ο Στάλιν αντιλαμβάνεται πως ο στιχουργημένος «ανθρακί Μινώταυρος στην άκρη του σκοτεινού δωματίου» συμβολίζει τον ίδιο και πως ο Θησέας ταυτίζεται με τον ποιητή.

Ο Αξιόνοφ αφήνει ανολοκλήρωτα πολλά από τα ένθετα επεισόδια γιατί δεν τον ενδιαφέρει ένα ακόμα χρονικό των διώξεων, αλλά περισσότερο η απόδοση του κλίματος και της ατμόσφαιρας της εποχής, η εστίαση στις παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και η ψυχογραφία της συλλογικής παράκρουσης γύρω από τον Ηγέτη. Η παρωδιακή του πρόζα του κοιτάζει τόσο προς στην κλασική ρωσική παράδοση όσο και την σύγχρονη μετακομμουνιστική λογοτεχνία. Το πέρασμά του στην πλευρά των ανεπιθύμητων του καθεστώτος ξεκίνησε στα τρία του, με την δεκαετή καταδίκη των γονέων του σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ως «εχθρών του κράτους» – στοιχείο που προσδίδει στον αφηγητή – και ολοκληρώθηκε με την αυτοεξορία του στην Αμερική το 1979, συνεπεία της αντιπαράθεσής του με την σοβιετική λογοκρισία και την επίσημη κριτική.

Η διττή ιδιότητα του θερμού στρατιωτικού και του ποιητή με τις μεγαλομανείς εκφράσεις ενός αφελούς ιδεαλισμού προκαλεί ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τον βασανιστή – πιλότο (στην άκρως αντίθετη πολιτική πλευρά) στο Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μήπως κι εδώ υπονοείται πως οι φύλακες των σχετικών καθεστώτων ήταν απλώς παραμελημένοι ανίκανοι ποιητές; Ακόμα κι ο ίδιος ο Κιρίλ κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Πώς μπορείς να τα δεις όλα αυτά δίχως μια ελαφρά ειρωνεία;» (σ. 99). Μένει η αιρετική φράση του Βίκτορ Γεροφέγιεφ (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε στην περίφημη χειρόγραφη ανθολογία Μετρόπολ το 1979, που αγνόησε την λογοκρισία και οδήγησε σε ανακρίσεις και διαγραφές) στον Καλό Στάλιν: «Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά». 42 χρόνια μετά ο εκπατρισμένος αφηγητής δίνει διαλέξεις περί ουτοπιών, οι ουρανοξύστες γέμισαν εμπορικά καταστήματα, και η «δυτικόφιλη» νεότητα, τα αλλοτινά «παράσιτα», έμεινε άνεργη, εξαντλημένη από τις διώξεις. Επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Μπρόντσκι, η παραδείσια κορυφή κατέληξε σε τέρμα και αδιέξοδο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, εισαγωγή και μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, 411 σελ. (Василий Павлович Аксёнов – Москва Ква-Ква / Vassili Axionov (απαντά και ως Vasily Pavlovich Aksyonov, Vasili Aksenov), Moscow-cow-cow (Les Hauts de Moscou), 2006).

Νόρμαν Μανέα – Η επιστροφή του χούλιγκαν

Η δικαίωση της εξορίας

στο ανοιξιάτικο Βουκουρέστι του 1986 η αθλιότητα είχε φτάσει σε επίπεδα για τα οποία οποιοσδήποτε σαρκασμός δεν ήταν πλέον αρκετός. Ούτε τα όνειρα δεν κατάφερναν πια να επιβιώσουν στα υπόγεια του βυζαντινού σοσιαλισμού. Αντιμέτωπος με τη μοίρα, ο συγγραφέας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να γίνει ο ίδιος κάποιο φανταστικό πρόσωπο μέσα από τα βιβλία του ή να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.  (σ. 150)

O Μανέα δοκίμασε και τα δυο. Καθόρισε την αιχμαλωσία του ως ελευθερία και φαντάστηκε τον εαυτό του «ως κάτοικο μιας γλώσσας και όχι μιας χώρας». Η γλώσσα πράγματι υπήρξε «το αληθινό του σπίτι, μια μορφή νομιμοποίησης, η πραγματική πολιτογράφησή του» σε μια ζωή ανυπαρξίας χώρου και χρόνου, από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την «πιο ασυνήθιστη σοσιαλιστική καινοτομία: την κρατική ιδιοκτησία του χρόνου, ένα αποφασιστικό βήμα προς την ιδιοκτησία των ανθρώπινων όντων» ως την φυγή στην Αμερική.

Στην αρχή της δεκαετίας του 80, και το γράψιμό μου είχε καταντήσει κουρέλι γεμάτο τρύπες και δεν κατάφερνε πια να σκεπάζει τη μιζέρια του τσίρκου. Η καινούργια φρίκη δεν αντικατέστησε την παλαιά, αλλά την αφομοίωσε: συνεργαζόταν. Όταν έκανα την ανακάλυψη αυτή δημόσια, βρέθηκα έξω από την αρένα. Τα μεγάφωνα γάβγιζαν, επαναλαμβάνοντας: ξένε, ξένε, ξενιτεμένε, μιαρέ, αντί… Είχα αποδειχθεί και πάλι ανάξιος της Πατρίδας… (σ. 45)

Συνεργάτης στο σχέδιο της παγκόσμιας ευτυχίας, ο Μανέα βρέθηκε στα εργοτάξια του Πλοϊέστι, στους άμβωνες των προπαγανδιστικών εορτασμών και στις αίθουσες των συνεδριάσεων (μοναδική λέξη στο λεξικό της νέας πραγματικότητας). Παγιδεύτηκε σε προνομιακά περιβραχιόνια που αργότερα αποποιήθηκε, στην λασπώδη κοινωνική πλήξη και την σκηνοθετημένη ομαδική ύπνωση. Μοναδική ατομική άμυνα σ’ εκείνη την συλλογική φάρσα απαλλαγής από την προσωπικότητα αποτελούσε η εσωτερική ζωή, μαζί με τον … μεσημβρινό ύπνο στο μικρό συμπιεσμένο κρατικό διαμέρισμα, πριν από τον δίωρο τηλεοπτικό παραλογισμό του Λευκού Κλόουν της Εξουσίας που μαζί με τον Τρελοαυγουστίνο αποτελούν τους δυο αρχετυπικούς χαρακτήρες της ανθρώπινης γελοιότητας: τον Δικτάτορα και τον Καλλιτέχνη, ήδη αντικείμενα του δοκιμιακού εργαστηρίου του συγγραφέα (βλ. εδώ). Το 1986 τα συμπτώματα της ραδιενέργειας δεν ήταν ισχυρότερα από εκείνα της καθημερινότητας.

Ο απογευματινός ύπνος, η σιέστα με την οποία ο απαθής σοσιαλισμός δείχνει την ανωτερότητά του μπροστά στην εκφυλισμένη Δύση. Μετά τον ύπνο η χαλαρή συζήτηση, η νευρωτική τρέλα των δυο ωρών της τηλεόρασης, με τον Κλόουν που τραυλίζει παίζοντας το ρόλο του προέδρου: ακόμα μια μέρα χωρίς επιστροφή. Το γεγονός Τσερνόμπιλ μεγιστοποίησε τις αβεβαιότητες. Με ένα διεστραμμένο τέχνασμα θα έπρεπε να χαστουκίσει κανείς την οποιαδήποτε μικροσκοπική, αργόστροφη αίσθηση της ελπίδας. Πονοκέφαλοι, πόνος στα μάτια, ταχυπαλμίες, τάση για εμετό; Αυτά ήταν συμπτώματα καθημερινότητας, όχι ραδιενέργειας. Ήταν απόβλητα που έχουν εισχωρήσει δεκαετίας στα σώματα και στις ψυχές. Την ανάγκη του άλματος στο κενό την αισθάνθηκαν πολλοί και από παλιά, αλλά η δύναμη της απάθειας είναι αμείωτη. (σ. 125)

Ο τρόμος της παραμονής συναγωνίζεται με τον δισταγμό της φυγής, που μοιάζει «σκάλα διαφυγής, έξοδος κινδύνου, τελευταία λύση». Και ξαφνικά, λίγο μετά την αμερικανική δεκαετία, προσκαλείται στην πατρίδα. Τι θα μπορούσε να περιμένει ο χαρακτηρισμένος αλλοδαπός, ετερόδικος και προπαντός χούλιγκαν (όρος που κάλυπτε κάθε αποκλίνουσα συμπεριφορά ή «προσβολή του ρουμανικού λαού») εκτός από την επιβεβαίωση της διπλής εξορίας; Εδώ υπάρχει περισσότερος φόβος (για δεσμούς από τους οποίους δεν έχει ακόμα ελευθερωθεί), περιέργεια (πώς θα τον δεχτούν «με τις δάφνες της εξορίας και τις κατάρες της πατρίδας»), αγωνία (να σκοτωθεί «ο δράκος του παρελθόντος»), «η τυραννία της συναισθηματικότητας» και η ενοχή που τον ακολουθούσε πάντα: ή επειδή δεν έφυγε νωρίτερα ή επειδή έφυγε – έστω καθυστερημένα.

Απλή και σαφής, η γλώσσα του Κόμματος παρέμεινε παρ’ όλα αυτά κωδικοποιημένη. Η ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές είχε γίνει κανονική πρακτική. Το βάρος των επιθέτων, η βία των ρημάτων, το μήκος του επιχειρήματος έδειχναν πόσο σοβαρή ήταν πραγματικά η κατάσταση και πόσο αυστηρή επρόκειτο να ήταν η θεραπεία. Οι σύντομες ανακοινώσεις για τις συνεδριάσεις του ηγέτη μας με τους δυτικοπευρωπαϊκούς πολιτικούς ή με τους ηγέτες της ανατολής ή με τον Σοβιετική πρεσβευτή στο Βουκουρέστι, επέτρεψαν στους εραστές των γρίφων και των σταυρόλεξων α διερευνήσουν και να καταλάβουν τις καββαλιστικές έννοιες των όρων: «εγκάρδιο», «συντροφικό», «θερμή φιλία», «αμοιβαία εκτίμηση και συμφωνία»… (σ. 179)

O συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του με διαδοχικές μνημονικές παλινδρομήσεις, διαπερνώντας απαγορευμένα ζητήματα, όπως η ευθύνη των Ρουμάνων διανοούμενων, ακόμα και δασκάλων του έθνους (μετά την δημοσίευση άρθρου για τον Μίρτσεα Ελιάντε οι εφημερίδες της Καινούργιας Δημοκρατίας τον κατηγόρησαν για βλασφημία και προδοσία) ή το βιαστικό δημοκρατικό λούστρο της μετακομμουνιστικής Ρουμανίας που υποκρύπτει παλαιότερους φασιστικούς χρωματισμούς (Κοντρεάνου, Αντονέσκου, Σιδηρά Φρουρά, ρατσισμός, αντισημιτισμός). Αυτός ο εσαεί παρείσακτος – ανεπιθύμητος και μόνο λόγω ιδιότητας, προέλευσης ή του ορθού (του) λόγου, μεταθανάτιος ναυαγός σε τόπους που δεν τον γεμίζουν, αποποιείται την στάμπα του θύματος (που χαρακτηρίζει πλείστους ομοιοπαθείς συγγραφείς και ήρωες), την περιχαράκωση στα γκέτο της ταυτότητας (και ποιας απ’ όλες άραγε;), την χρέωση της ιδιότητας του εχθρού στο πρόσωπο του Άλλου και αναθυμάται το μήνυμα του Γκομπρόβιτς, όταν ήταν κι εκείνος εξόριστος στην Αμερική («Να μείνεις πάντα ξένος»), βέβαιος πια πως η Οδύσσεια παραμένει εσαεί ανοιχτή και η «Μύηση» δεν τελειώνει ποτέ.

Είχα βρει τελικά το αληθινό σπίτι μου, την αληθινή κατοικία μου. Η γλώσσα υποσχέθηκε όχι μόνο την αναγέννηση, αλλά και μια μορφή νομιμοποίησης, την πραγματική πολιτογράφηση και την πραγματική ταυτοποίηση. (σ. 237)

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, μτφ. Ελευθερία Πρέντα – Ζήκου, σ. 446 [Norman Manea, Intoarcerea huliganului, 2003].

Με προστάτεψε πραγματικά, όπως ήλπιζα, η αναλυτική γεωμετρία, η αντίσταση των υλικών, η κατασκευή των κτηρίων και η μηχανική των ρευστών από τη δημαγωγία ου υπήρχε γύρω ή από τα ρήγματα στο μυαλό μου; Το σχολείο της υποκρισίας, το σχολείο της διασπασμένης προσωπικότητας και η σχιζοφρένεια έβαλαν τη συλλογική ιστορία βαθιά μέσα στην προσωπική ιστορία…. (σ. 236)

Στην τελευταία φωτογραφία: κτίρια στο Βουκουρέστι.