Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης

Tsvetaeva 1

με τίποτα δεν μπορώ να κάψω λευκά χαρτιά. Για να καταλάβει εμένα ο άλλος, πρέπει απλά αυτός ο άλλος να φανταστεί ότι αυτό το χαρτί είναι νόμισμα. Και όταν χαρίζω λευκό χαρτί, η καρδιά μου σκιρτά, όπως σκιρτά η καρδιά άλλων όταν χαρίζουν χρήματα. Είναι σαν να μην χαρίζω ένα τετράδιο, αλλά και όλα εκείνα που θα μπορούσα να γραφτούν σ’ αυτό. Στην κυριολεξία δεν δωρίζω ένα άγραφο τετράδιο, αλλά ένα γεμάτο – το πετάω στην φωτιά! [σ. 17]

«Η ιστορία μιας αφιέρωσης» αρχίζει με την περιγραφή μιας μοναδικής σκηνής. Μια φίλη της ποιήτριας φεύγει για μακρινό ταξίδι και επί ολόκληρα μερόνυχτα σκίζουν και καίνε χαρτιά, επιστολές, συμβόλαια, χειρόγραφα, λευκώματα με αφιερώσεις. Όταν κάποιο έγγραφο κρινόταν πως δεν έπρεπε να καεί, δινόταν στην ποιήτρια και όλη αυτή η διαδικασία της ενέπνευσε σκέψεις για την καταστροφή και την διαφύλαξη της δημιουργίας, για το λευκό που γίνεται γκρίζο και κατόπιν μαύρο, για το σώμα του συγγραφέα που γίνεται στάχτη, για τα ολόκληρα χρόνια δουλειάς που μετατρέπονται σε τέφρα.

Marina_Tsvetaeva_1914

Κι ύστερα η συγγραφέας θυμάται την δική της πείνα για το λευκό χαρτί, που έχει τις απαρχές της στην προσχολική της ηλικία. Ολόκληρη η παιδικότητά της υπήρξε ως μια διαρκής κραυγή για το λευκό χαρτί, που συνήθως δεν της δινόταν, καθώς προοριζόταν για μουσικός και όφειλε να εγκαταλείψει τα άσχημα γραπτά της. Κάποτε ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι διάβασε αδιάκριτα ένας της ποίημα και όλοι γέλασαν, ενώ εκείνη ντροπιασμένη τους μίλησε για την δική τους ντροπή να κλέβουν το τετράδιό της και μετά να γελάνε.

Μα εκείνη δεν έπαψε να αισθάνεται τον «ιερό ψίθυρο» κάθε φορά που έβλεπε μια λευκή σελίδα, άσχετα με τον όγκο όσων έχουν ήδη γραφτεί. Αν υπάρχει τετράδιο, θα γραφτούν στίχοι· δεν μπορούν να μην γραφτούν. Και το ίδιο το τετράδιο είναι ένας ζωντανός ψόγος, μια διαταγή. Η λατρεία του χαρτιού δεν αποτελούσε μόνο την φυσική εξέλιξη εκείνου που υπήρξε από παιδί. Η σκέψη της πήγαινε στο χαρτί αυτό καθεαυτό, ως αγαθό που κάποιος κόπιασε να φτιάξει, μια αξία που δεν πρέπει να καταστραφεί.

Tsvetaeva~

Κι έτσι προτρέπει εμάς τους αναγνώστες της, τότε και τώρα, να δωρίζουμε τετράδια. Και όχι τετράδια όμορφα, πολύχρωμα και δερματόδετα! Η πολυτέλεια προκαλεί παράλυση, ένα συναίσθημα αναξιότητας. Κι έτσι και τότε, η στοίβα των απλών, μπλε τετραδίων της μεγαλώνει. Στην προεπαναστατική Ρωσία είχε τετράδια ταχυδρομικά, από χοντρό χαρτί, με περιθώρια για σημειώσεις. Στην Σοβιετική Ένωση είχε αυτοσχέδια τετράδια, φτιαγμένα με κλεμμένο χαρτί από την υπηρεσία και με επίσης κλεμμένη κόκκινη αγγλική μελάνη. Κι έτσι, στον ζοφερό εκείνο καθεστώς η Τσβετάγιεβα ήταν ήδη προετοιμασμένη, γιατί θα έκανε ό,τι και στην παιδική της ηλικία: θα έκλεβε και θα έφτιαχνε μόνη της.

Η ποιήτρια σχημάτισε μαζί με τον Μαντελστάμ ένα ιδιόμορφο ποιητικό ζευγάρι αμοιβαίας έμπνευσης, αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον τα ποιήματα που μόλις είχαν σμιλεύσει από το άυλο υλικό εκείνης της σχέσης. Ταξίδεψαν μαζί ως θερμοί φίλοι και αποχωρίστηκαν όταν εκείνη εγκατέλειψε την νεαρή σοβιετικη Ρωσία για το Βερολίνο, την Τσεχία και το Παρίσι. Η επιστροφή της δεκαοκτώ χρόνια μετά βρήκε την χώρα χωρίς τον ποιητή – τον είχε εξαφανίσει σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Στα χρόνια της αυτοεξορίας της ασχολήθηκε δυο φορές με τον Μαντελστάμ και αυτά ακριβώς τα πολύτιμα κείμενα εκδίδονται στο βιβλίο.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι αποτελεί μια μορφή ημερολογίου όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περίπατοι με τον ποιητή, που ήταν όπως πάντα εκτός τόπου και χρόνου, με τα μάτια του διαρκώς χαμηλωμένα (σεμνότητα; το βάρος των αιώνων; αναρωτιόταν εκείνη), να μην θέλει ούτε περιπάτους να κάνει, να επιθυμεί μόνο να γράφει στίχους. Η Τσβετάγιεβα θυμάται το κατακόκκινο φως του ήλιου, να αποτελεί το μοναδικό αποδεκτό στολίδι των μαλλιών της. Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν αφορά την απάντησή της στην βιογραφία του Μαντελστάμ και ιδίως στα σημεία που αναφέρονται στην σχέση τους και στην ζωή στο Κοκτεμπέλ – Κι αν ποιητής ήταν πεινασμένος – ένοχος δεν ήταν ο «κακός σπιτονοικοκύρης» Μαξιμιλιάν Βολόσιν, αλλά η κοινή μας σπιτονοικυρά, η γη. Εδώ – στην γη της Ανατολικής Κριμαίας, όπου δεν πάτησε ποτέ το πόδι σας, συγγραφέα των απομνημονευμάτων.

Monument to Marina Tsvetaeva on ArbatΗ απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ ολοκληρώνει την σύνθετη τοιχογραφία αυτής της δύσκολης σχέσης με την οποία συνδέθηκαν αυτοί οι δυο τραγικοί ποιητές, που έγραψαν τέτοια ποίηση μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής σταλινικής πραγματικότητας. Η ποιήτρια επιθυμεί να μην αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ποιητής έμεινε καθαρός στα χρόνια της Επανάστασης· ο Μαντελστάμ δεν υπήρξε επαναστάτης ούτε πριν το 1917 ούτε μετά το 1917· δεν είχε, γράφει η Τσβετάγιεβα, την γενναιότητα να παραδεχτεί τον πολιτικό του μικροαστισμό μέχρι την επανάσταση, ενώ προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ήρωα και εκ προφήτη των υστέρων. Η αμφιθυμία της είναι απόλυτη: από την μια αναρωτιέται πώς μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος και από την άλλη γράφει ότι η πρόζα του διέσωσε την θεϊκότητα και την ανθρωπιά μαζί.

Εκδόσεις s@mizdat, 2014, εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 103 σελ., με 64 σημειώσεις του μεταφραστή.

Και η μετάλλαξη μιας μνήμης, ενός ύμνου, ενός οράματος.

Εμβόλιμον, τεύχος 73 – 74, Φθινόπωρο– Χειμώνας 2015

73-74

Ένα ιδιαίτερο αφιέρωμα κατακλύζει σχεδόν ολόκληρο το τεύχος: Ποιείν γένους θηλυκού, ήτοι η ποιητική κατά και μετά το ’80, δια χειρός Γιώργου Σπανού. Πρόκειται για ένα εκτενές κείμενο που για πρώτη φορά παρουσιάζει σε τέτοιο εύρος την ποιητική δημιουργία δεκάδων σύγχρονων ποιητριών, με παρουσιάσεις ποιημάτων, προσωπικές αναγνώσεις, σύντομα και αναλυτικά σχόλια. Διόλου τυχαία το αφιέρωμα προτάσσει τα λόγια της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, πίσω στο 1995: Κάποτε θεωρούσα ότι αν άφηνα την ποίησή μου να είναι «γυναικεία», οι θηλυκές ορμόνες θα γεννούσαν μια μονοσήμαντη τέχνη. Έτσι προσπάθησα να απαγκιστρωθώ από το φύλο για να ασχοληθώ με τις ίδιες τις λέξεις – την κίνησή τους, τη δυναμική τους, τη βαθύτερη διαστρωμάτωσή τους. Σήμερα, που έχω κατανοήσει σε βάθος τον «ανδρισμό» της γλώσσας, νιώθω πλέον ασφαλής μέσα στην θηλυκότητά μου. Αναρωτιέμαι, κάνουν το ίδιο οι άντρες ποιητές;

Πέτρος Ζουμπουλάκης

Μέσα στην «κοραλλιογενή νησίδα των νεώτερων ποιητριών» λοιπόν και με χορηγό την ιδέα και την πρόταση του αθέατου βασάνη ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, ταυτισμένου με την μακρόχρονη πορεία του λογοτεχνικού περιοδικού Πάροδος, ο Σπανός καταφέρνει όχι μόνο να πλοηγηθεί στο οργανωμένο χάος αυτής της αποστολής αλλά και να μας προσφέρει ένα πλούσιο πανόραμα ποιητικής γραφής και θέασης του κόσμου. Χωρίς βιασύνη μάλιστα, περιλαμβάνει εκτενή εισαγωγή, σκέψεις για την στίξη της μουσικής, για την δίνη και την οδύνη του ιδιωτικού οράματος, για την έμφυλη ποίηση, για τους προσωπικούς του προβληματισμούς σχετικά με το θέμα. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται με βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα των ποιητριών.

ΒΔ

Ο Κώστας Θ. Ριζάκης επιμελείται ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα που σημαδοτεί την έναρξη μιας ιδιαίτερης στήλης με τίτλο Οι αθόρυβοι, που θα παρουσιάζει προσεγγίσεις στο έργο άξιων ποιητών και ποιητριών που δεν έχουν ηχηρή παρουσία στα μέσα προβολής αλλά αθόρυβα διακονούν την ποιητική τέχνη. Πρώτη τιμώμενη η ποιήτρια Βίκυ Δερμάνη. Και παρά την έκταση των ειδικών αυτών φακέλων, το τεύχος χωράει και την γνωστή του ύλη, ποίηση [Πίνδαρος (μτφ. Γ. Γεωργούσης), Αλέξιος Μάινας, Συμεών Τσακίρης, Σοφία Παπαχριστοφίλου, Altreza Abbassi], διηγήματα, δοκίμια, εκτενείς κριτικές βιβλίων, ματιές στο παρελθόν και καλλιτεχνική εικονογράφηση, αυτή τη φορά από τον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

Στις εικόνες: έργο του εικονογράφου του τεύχους. Πέτρου Ζουμπουλάκη, και η τελευταία ποιητική συλλογή της Βίκυς Δερμάνη (ΑΩ εκδόσεις, 2012)

[200 σελ.]