Πολ Θερού – Οι στήλες του Ηρακλή

Ένα άδειο μέρος, όταν το επισκεφτείς εκτός τουριστικής περιόδου φαίνεται πιο άδειο και πιο εκτεθειμένο από κάθε άλλη εποχή, αλλά τότε είναι ο πραγματικός εαυτός του (σ. 218).

Το σχέδιο του Θερού είναι να ξεκινήσει από τις Ηράκλειες Στήλες που κάποτε σημάδευαν το τέλος του ταξιδιού και τα όρια του πολιτισμού για την αρχαιότητα και να κυκλώσει την Μεσόγειο περνώντας από 17 χώρες και 50 γλώσσες. Να παραμείνει στις ακτές και να κινηθεί με κάθε πλωτό μέσο, συμπληρώνοντας με τρένα και λεωφορεία αλλά αποφεύγοντας τα αεροπλάνα. Πώς απέκτησε την επιθυμία της Μεσογείου; Είχε πρώτα «δει» τις ακτές της Ιταλίας στο Set this house on fire του Γουίλιαμ Στάιρον, το Οράν στην Πανούκλα του Καμύ, την Καρχηδόνα στην Σαλαμπώ, την Ριβιέρα στον Κόνολι, το Έμπολι (δηλαδή το Αλιάνο) στον Λέβι, όλη την Μεσόγειο στο Labels του Ίβλιν Γουό, είχε διαβάσει Χέμινγουεϊ, Καβάφη, Κόνραντ (που έγραψε τον Μυστικό πράκτορα στο Μονπελιέ στη νότια Γαλλία) – όλοι του άναψαν την επιθυμία του μεσογειακού πλου.

Ξεκινά από την «τελευταία αποικία της Ευρώπης», την ιδιάζουσα περίπτωση του Γιβραλτάρ («σαν μια φυλή μικροσκοπικών ειδωλολατρών που ζουν γαντζωμένοι πάνω στον κολοσσιαίο πέτρινο ναό τους») και του ιδιόρρυθμου τριχασμού του μεταξύ αυτονομίας, Αγγλίας και Ισπανίας. Εδώ έχασε την παρθενιά της η Μόλι Μπλουμ, σε «μια από τις πιο παθιασμένες περιγραφές στη λογοτεχνία». Δεν υπάρχει Περιήγηση της Διακόρευσής στον Βράχο αλλά ο Θερού επιμένει πως ακούει μια αισθησιακή φωνή. Στην Ανδαλουσία, ένα φέρι μποτ φεύγει για την Ταγγέρη: το Μαρόκο είναι απέναντι αλλά ο συγγραφέας θα βρεθεί εκεί …ένα χρόνο μετά, καθώς είναι η άλλη άκρη του κύκλου. Παίρνει τον Αυτοκινητόδρομο της Μεσογείου (δυο λωρίδες, με παρατημένα χωράφια και φορτηγά στις άκρες!) προς τα ισπανικά παράλια, κρατώντας μόνο το Οργουελικό Προσκύνημα στην Καταλονία και το Ισπανικό Ταμπεραμένο του Β.Σ. Πρίτσετ – άλλωστε η τουριστικοποιημένη ακτή δεν έχει καμία σχέση με την Ισπανία του Θεβάντες.

Η κουβέντα για τον Φράνκο είναι από τις λιγότερο δημοφιλείς στη χώρα. Παραδόξως παραμένει ένας από τους λιγότερο γνωστούς δικτάτορες του εικοστού αιώνα, προστατευμένος από το προπέτασμα καπνού των αγιογράφων του – άλλη μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται το παρελθόν της. Αντίθετα κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το αποτρόπαιο θέαμα των ταυρομαχιών, μια σκηνοθετημένη δολοφονία για την οποία ο Θερού απορρίπτει κάθε επιχείρημα, μαζί και τις σχετικές ανοησίες του Χέμινγουεϊ.

Στο φέρι μποτ για την Πάλμα της Μαγιόρκα εκπλήσσεται (ενώ εμείς όχι) με την μυρωδιά λαδιού μηχανής, τις πόρτες που κοπανιούνται, το εξαφανισμένο πλήρωμα. Όπως πολλοί συγγραφείς επέλεξαν να μείνουν σε εκπληκτικούς άγνωστους τόπους βγάζοντάς τους από τον χάρτη της αφάνειας (ο Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σουρ, ο Ντ. Χ. Λόρενς το Τάος, ο Ρ.Λ. Στίβενσον στα νησιά Σαμόα) έτσι και στη Λογοτεχνική Μεσόγειο ο Φιτζέραλντ εισήγαγε την Ριβιέρα, οι Ντάρελ και Καβάφης την Αλεξάνδρεια, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς την Μαγιόρκα. «Είναι παράδεισος αν μπορείς να τον αντέξεις» του είχε πει η Γερτρούδη Στάιν κι εκείνος έζησε για πάντα εκεί, επίτιμος δημότης από το 1969, ο μοναδικός σε όλη την ιστορία το χωριού. Εκεί ζουν ακόμα τα παιδιά του, αλλά ο Θερού ντράπηκε να τους ενοχλήσει. Στην Βαλντεμόσα η Γεωργία Σάνδη έφερε τον εραστή της Σοπέν – φεύγοντας έγραψε ένα ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο για την διαμονή της.

Μάλαγα, Αλμερία (όπου γυρίστηκαν πολλά από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε), Καρθαγένη, Βαλένθια, Κόστα δελ Σολ – ολόκληρη η παράκτια γραμμή αποικείται επιθετικά, σε μια εξευτελιστική αστικοποίηση των παραλίων όπου όλα τα κτίσματα μοιάζουν με λευκές ηλεκτρικές κουζίνες και ψυγεία. Άδειοι δρόμοι, ανεμόδαρτες παραλίες, έλλειψη πελατών, χορταριασμένες αυλές: οι ισπανικές πόλεις από την Κόστα Μπράβα και πέρα νεκρώνονται όταν τελειώσει η τουριστική σεζόν αλλά αυτό αρέσει στον Θερού, που και πάλι έχει επιδιώξει να ταξιδέψει σε «τέλος εποχής». Ούτως ή άλλως λίγο πιο πίσω απ’ τη θάλασσα οι περιοχές παραμένουν αγροτικές στην κουλτούρα και την νοοτροπία.

Μια στάση στην Φιγκέρες, όπου γεννήθηκε και μουσειώθηκε η «προσωποποίηση του ισπανικού χαρακτήρα», ο επιδειξιομανής ερεθιστής κλόουν Νταλί και ακολουθεί η Νίκαια του Ματίς και του Γκαριμπάλντι, η Αντίμπ όπου προτίμησε να ζήσει 20 χρόνια ο Γκράχαμ Γκρίν, η Ναρμπόν (εδώ ο Τ.Ε.Λόρενς έγραψε «έφτασα επιτέλους στο δρόμο για το Νότο και την Ανατολή) κι όλος ο Γαλλικός Νότος από τα προάστια της Τουλόν μέχρι το Μόντε Κάρλο, κι από την Μασσαλία ως τις Κάννες και το Σεν Τροπέ. Μόνο που η Ριβιέρα των λογοτεχνών του ’30, σήμερα έχει ηλικιωμένους, συνταξιούχους, απατεώνες που έχουν πάει για να αποφύγουν του φόρους στην πατρίδα τους – ο συγγραφέας γνωρίζει πως αυτοί οι υπερεκτιμημένοι φορολογικοί παράδεισοι είναι εκ φύσεως πληκτικά μέρη.

Η Κορσική, μοιάζει με αποικία που έχει τη μυστική ζωή που έχουν όλες οι αποικίες: την παράλληλη κουλτούρα που επιβιώνει μέσα από μια άλλη γλώσσα. Ο Κορσικανός εθνικισμός όταν δεν εκφράζεται με γραπτές εκκλήσεις για αυτονομία, τοποθετεί βόμβες ή καίει τα σπίτια των ξένων. Εδώ ένας νέος Φλομπέρ έγραψε δεκαεννιά τετράδια, ενώ ο Μεριμέ την αλώνισε ψάχνοντας για τοποθεσίες όπου να διαδραματίζονται τα μυθιστορήματά του. Το καλύτερο βιβλίο για το μέρος έχει γραφτεί από την Ντόροθι Κάρινγκτον (Νησί από γρανίτη) και ο Θερού επιδιώκει την συνάντηση με την 80χρονη πλέον κυρία που έκανε την Κορσική πάθος της.

Αρκεί ένα φέρι για να σε πάει σε άλλη «χώρα» κι ας μοιάζει η Σαρδηνία με μια απομακρυσμένη ιταλική επαρχία – δεν είναι όμως περισσότερο Ιταλία απ’ όσο η Κορσική Γαλλία: και τα δυο παράξενα νησιά της Τυρρηνικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διαφορές παρά για τις ομοιότητες. Εδώ στην δεκαετία του ’70 οι απαγωγές αλλοδαπών αποτελούσαν εθνική βιομηχανία – ο Θερού δεν τον αναφέρει, αλλά είναι γνωστή η περίπτωση του Fabrizio De Andre, που απήχθη επί τετράμηνο στο Σουπραμόντε. Αργότερα στη δίκη είχε εκφράσει την υποστήριξή του στους φτωχούς απαγωγείς (όχι στους εγκέφαλους των συμμοριών) δηλώνοντας πως εκείνοι ήταν οι αληθινοί φυλακισμένοι. Λίγο μετά έβγαζε τον άτιτλο δίσκο που έμεινε γνωστός ως ο «Ινδιάνος». Αλλά νομίζω μιλούσαμε για το βιβλίο – που συνεχίζει την διαδρομή του μέσω Σικελίας (στο Τσεφαλού ψάχνει το σπίτι του Άλιστερ Κρόουλι αλλά κανείς να γνωρίζει το όνομα), Καλαβρίας και βενετικής Κιότζας, στο κροατικό Ζάνταρ, το ισραηλινό Λεβάντε, την συριακή Λατάκια, κι ολοκληρώνει με περάσματα από Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο, Τυνησία και Μαρόκο.

Για τον συγγραφέα οι μεγαλουπόλεις μοιάζουν συνήθως σαν προορισμοί που δεν σου προσφέρουν τίποτε εκτός από την αίσθηση ότι έφτασες τελικά κάπου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που ήθελε να δει μόνο «άγρια» μέρη, για τα οποία δεν είχε ακόμα γραφτεί κάτι, αλλά τελικά μπορούσε να δει τα μέρη για τα οποία είχαν γράψει οι πάντες σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Το είχε ζήσει και νωρίτερα: η δική του Αγγλία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι είχε διαβάσει μέχρι τότε. Έτσι κάθε προορισμός αναμένεται νέος και αποκαλυπτικός, όπως εκφράζει και η μεταξύ ταξιδιωτών στιχομυθία:Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε; – Επειδή δεν έχω ξανάρθει.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Kunstlerschuld, που σημαίνει «ενοχή του καλλιτέχνη», το συναίσθημα που νιώθει ο καλλιτέχνης για την ελαφρότητα με την οποία μπορεί να βρίσκει γραφικό έναν κόσμο ο οποίος για όσους ζουν σ’ αυτόν που μπορεί να είναι θλιβερός και μίζερος. Ίσως υπάρχει και η ενοχή του ταξιδιώτη, την οποία νιώθει καθώς περνάει, αυτάρκης και απομονωμένος, από το ένα μέρος στο άλλο, αμέτοχος στη θλίψη του τόπου που διασχίζει. (σ. 183)

Εκδ. Κέδρος, 2007, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 724 σελ. (Paul Theroux, The pills of Hercules, 1995). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες, εκτός του συγγραφέα: οι Φιτζέραλντ στην Ριβιέρα (σελίδα από το αυτοσχέδιο τετράδιό τους) και ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στην Μαγιόρκα. Τα έξι παράθυρα βλέπουν την Κορσική.

Πολ Θερού – Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Διασχίζοντας την Ασία με τρένο

Το σφύριγμα των τρένων υπήρξε σταθερή οικιακή υπόκρουση για τον Θέροου (ή Θερού όπως συνήθως προφέρεται και θα τον αποκαλούμε), λόγω γειτνίασης του σπιτιού του με σιδηροδρομική γραμμή. Συνεπώς το τετράμηνο σιδηρότροχο ταξίδι του ως την άλλη άκρη του κόσμου του, με ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο του 1973 ήταν θέμα χρόνου, όπως και τα 30 κεφάλαια που αντιστοιχούν σε ισάριθμες διαδρομές με οποιοδήποτε είδος τρένου μπορεί κανείς να φανταστεί. Ξεκινώντας από τον Λονδίνο και σταθμεύοντας σε Βενετία, Βελιγράδι και Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας εισήλθε στο κύριο σώμα της τροχήλατης περιπλάνησής του, την Ασία, όπου για δυο συνεχόμενους μήνες προς μεγάλη του χαρά θα βλέπει ήλιο, μέχρι τους μουσώνες του Μαδράς.

Ο Θερού είναι πανέτοιμος: γνωρίζει καλά πως το ταξίδι είναι εξίσου φυγή και αναζήτηση ταυτόχρονα. ΄Πάντα βλέπει τα κρεμασμένα ρούχα έξω στα σπίτια σαν σημαίες που στέλνουν σινιάλα στους επιβάτες των περαστικών τρένων και ζηλεύει τον Ιταλό συνταξιούχο σιδηροδρομικό που ανταμείφθηκε με μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ζει μόνιμα μέσα στα κινούμενα βαγόνια. Άλλοτε νοιώθει θεατής μιας συνεχόμενης παράστασης, άλλοτε ένοικος μιας κινητής κρεβατοκάμαρας, άλλοτε επισκέπτης γκαλερί με εναλλασσόμενους πίνακες, όλα όσα βλέπει απ’ το παράθυρο.

Φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης ανήκει στους ανθρώπους που γνωρίζει ταξιδεύοντας. Όταν δεν ανταλλάζει «τις (συνηθισμένες ανάμεσα σε μοναχικούς ταξιδιώτες που διανύουν μεγάλες διαδρομές) ματιές της ανεκτικής αναγνώρισης», συζητά μαζί τους με αβίαστη ειλικρίνεια, που οφείλεται στο γεγονός ότι συνταξιδεύουν, έχουν παρόμοιο προορισμό, τρώνε μαζί και ξέρουν πως δεν θα ξανασυναντήσουν ο ένας τον άλλον. Όπως ο Γερμανός μαραθωνοδρόμος που κατεβαίνει βιαστικά στις αποβάθρες και ασκείται για να μη χάσει τη φόρμα του, ο Σαδίκ που αλλάζει βαγόνι και προορισμό για να ακολουθήσει μια γυναίκα που απλώς του άρεσε, ένας Καναδός που κλείστηκε από λάθος σ’ ένα Άσυλο Ψυχοπαθών στο Αφγανιστάν αλλά του φάνηκε καλύτερο απ’ το να γυρίσει στον Καναδά, ο μυστήριος γερο – Ντάφιλ που ξεχάστηκε σ’ ένα σταθμό, άλλοι που «απλώς ταξιδεύουν».

Στην Καισάρεια του φαίνεται πως οι κάτοικοι – απόγονοι του Ταμερλάνου που κάθονται έξω απ’ τα χαμηλά σπίτια κοιτάζουν τον ορίζοντα μήπως φανεί ο επόμενος κατακτητής, στην Τεχεράνη εκπλήσσεται που τα μπαρ έχουν την ατμόσφαιρα των σαλούν της άγριας Δύσης, προς ψυχαγωγία των εργαζόμενων στις πετρελαιοπηγές, εφτά μέρες μέσα εφτά έξω. Μια Αγγλίδα στο Μαδράς, πόλη με ανύπαρκτο πλούτο, εκπορνεύεται για λίγα χρήματα και εκείνος αναρωτιέται τι την οδήγησε σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό αλλά και την βλέπει σαν μια απόκληρη φυγάδα, σαν την Λένα στη Νίκη του Κόνραντ.

Ο Θερού όμως ενθουσιάζεται από τις αμέτρητες εικόνες: μια εγκαταλειμμένη ατμομηχανή με αγριόχορτα στο φουγάρο της, τις παράγκες των αμέτρητων απόμερων σταθμών. Ο Γιασάρ Κεμάλ να φτιάχνει χαρταετούς για τα μικρά παιδιά στο Μεναξέ, στον κόλπο του Μαρμαρά, απλοί άνθρωποι που κάθονται να δουν τα τρένα να περάσουν ή στέκονται με μπεκετική αδιαφορία μπροστά στην τροχήλατη κίνηση. Αφήνει από περιέργεια έναν ταξιτζή – νταβατζή να τον συνοδεύσει σε μια φωτεινή καλύβα μέσα σε σκοτεινές ερημιές για υπόσχεση χιλίων και μιας νύχτας (ενώ ξέρει πως θα φύγει τρέχοντας). Απορεί με τους πωλητές εταιρειών που πουλάνε αδιανόητα πράγματα σε πάμφτωχες κοινωνίες, λαστιχάκια για ντοσιέ ή αδιάβροχες πλαστικές θήκες για αλυσοπρίονα και εκπλήσσεται με τους ταξιδιώτες που ζουν σαν τους πιο φτωχούς κατοίκους του Ιράν και του Αφγανιστάν υπό άθλιες συνθήκες ζωής, επειδή δεν θέλουν να αποδεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα της…χώρας τους, διαλέγοντας ακόμα και να πεθάνουν από την αρρώστια τους «ανώνυμοι μέσα στη γενικευμένη αθλιότητα, στις φρικτές παραγκουπόλεις της Ανατολής».

Φυσικά το ίδιο το (εκάστοτε) βαγόνι του επιφυλάσσει εκπλήξεις, περιπέτειες, απρόοπτα. Θα απογοητευτεί από τραγικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες, θα στηθεί σε γραφεία Πληροφοριών και Κρατήσεων που αντιγράφουν τα στοιχεία των εισιτηρίων σε χοντρά τετράδια ή που μένουν κλειστά με …χορταριασμένα πρεβάζια. Θα φάει άπειρες φορές άθλιο φαγητό ή τίποτα, θα ξυπνήσει από τα ζωώδη βογκητά μιας κοπέλας που σεξουαλείται ακριβώς στο διπλανό κρεβάτι, θα κοιμηθεί σε κουκέτες και ξύλινες κλινάμαξες που τρίζουν ασταμάτητα όλη νύχτα και μοιάζουν έτοιμες να διαλυθούν. Ο Θερού αισθάνεται πως σε κάθε τρένο του επιτίθεται κάθε τερατώδες χαρακτηριστικό της χώρας που περνά.

Η εικόνα της Λαχώρης που μέσα του προερχόταν από τον Κίπλινγκ (που ωρίμασε ως συγγραφέας στην πόλη) σήμερα δεν έχει πολλές διαφορές από τις πρώτες ιστορίες του ή τον Κιμ. Στον οδοντωτό για την Κάλχα (ένα αμάξωμα παλιού λεωφορείου με την μούρη φορτηγού Φορντ) οι Βεγγαλέζοι βουτάνε από την αποβάθρα με το κεφάλι μέσα από τα παράθυρα για να πιάσουν τις καλύτερες θέσεις. Οι Ινδοί έχουν μεταφέρει τα χωριά τους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γίνονται ένοικοί τους με κανονική κατάληψη του χώρου, κοιμούνται, τρώνε, ζητιανεύουν στις αποβάθρες, ενώ οι χωρικοί αφοδεύουν καθιστοί στις γραμμές, θεωρώντας τις το όριο του κόσμου τους. Εδώ αναθυμάται το περί αυτών σχόλιο του Μαρκ Τουέιν: Είναι παράξενος λαός. Φαίνεται να θεωρούν ιερή την κάθε μορφή ζωής εκτός από την ανθρώπινη.

Καθώς το τρένο περνάει από την Βομβάη οι επιβάτες τραβούν τον μοχλό ασφαλείας οπουδήποτε τους βολεύει μετατρέποντας το εξπρές σε τοπικό λεωφορείο. Παντού καταυλισμοί με σκεπές από λάστιχα αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικού, πλήθος κόσμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στα πεζοδρόμια, σώματα ακίνητα με μαξιλάρι τα χέρια τους, ξανά σαν περιγραφή του Μαρκ Τουέιν. Σ’ ένα σταθμό της Βομβάης άλλωστε ο Β.Σ. Ναϊπόλ τρομοκρατήθηκε: Θα μπορούσε κανείς να βυθιστεί και να χαθεί χωρίς κανένα ίχνος μέσα στα πλήθη των Ινδών (An Area of Darkness) – κι όμως εδώ υπάρχει μια διάτρητη μητροπολιτική υπεροψία που βρίσκει κανείς μόνο στην Καλκούτα.

Καθώς ο Θερού διαβάζει το Martin Chuzzlewit διαπιστώνει πως η Καλκούτα είναι μια πόλη ντικενσιανής αθλιότητας, πολύ περισσότερο ντικενσιανή από όσο ήταν ποτέ το Λονδίνο. Πλήθη αστέγων στριμώχνονται ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, οικογένειες ολόκληρες ζητούν καταφύγιο κάτω από πάγκους και μέσα σε καρότσια αποσκευών. Με τόσους ρακοσυλλέκτες, τα σκουπίδια της Καλκούτας «ανακυκλώνονται» σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο σουρεαλισμός υπάρχει παντού: Στο τοπικό για το Ραμεσβαράμ με τις … 94 στάσεις, σε κάθε σταθμό ορμούν μέσα στην κλινάμαξα για να πάρουν με τενεκεδάκια νερό από τις τουαλέτες, κάπου υπάρχουν οι τάφοι των …. Κάιν και του Άβελ, ένα σεμινάριο στην Κεϋλάνη σχετικά με την αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτο – ευνόητο, εφόσον προσφέρονται τρία γεύματα ημερησίως και η αίθουσα είναι γεμάτη με φτωχούς αλλά χορτασμένους, μισοκοιμισμένους συνέδρους.

Στην γραφειοκρατούμενη σοσιαλιστική Βιρμανία εκπλήσσεται με την κινηματογραφική μανία του πληθυσμού και υφίσταται για άλλη μια φορά φρικτά ξύλινα καθίσματα και σπασμένα παράθυρα. Κόκαλα κοτόπουλου και κελύφη από γαρίδες στο διάδρομο, μουσική στη διαπασών από γιγάντια παλιά ηχεία. Το Μανταλέι είναι ένα μαγικό όνομα, αλλά τίποτε άλλος εκτός απ’ αυτό. Το ποίημα του Κίπλινγκ είναι ανεξήγητο – εκείνος δεν έφτασε ποτέ ως εδώ. Όμως του αρκεί το θέαμα των γυναικών που λούζονται σ’ ένα ποτάμι στην Άνω Μπούρμα και για μια στιγμή σκέφτεται να πηδήξει από το τρένο και να ζήσει με μια από αυτές στην υπόλοιπη ζωή του. Καθώς θεόρατες γέφυρες ενώνουν τις βουνοκορφές της ζούγκλας, μια ένοπλη ομάδα στο τελευταίο βαγόνι προστατεύει στο τρένο από τους ληστές, με αρχαία όπλα – οι ληστές το γνωρίζουν και ορμούν μόνο στο πρώτο.

Τα μπουρδέλα του Βιενάν στο Λάος είναι πιο καθαρά από τα ξενοδοχεία ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Μπανγκόγκ θεωρούνται φυσιολογικές από τους κατοίκους της. Η πόλη βασίζεται στους περαστικούς και διαφημίζεται ως το μέρος που οποιοσδήποτε άτολμος τουρίστας θα νοιώσει Καζανόβας. Για άλλη μια φορά αδιαπέραστοι δρόμοι, μαύρα κανάλια και εμπόριο έργων τέχνης κλαπέντων από απομονωμένους ναούς της χώρας. Και ο Θερού συνεχίζει σε Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ και Ιαπωνία, παίρνει το Υπερ – Εξπρές Ηλιαχτίδα για το Κιότο και την δεκατετράλεπτη «Ηχώ» για την Οζάκα, καταλήγει στον Υπεσιβηρικό και στο τέλος του τετραμήνου επιβεβαιώνει πως τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ ένα τρένο: ακόμα και η παρόρμηση να κατέβεις.

Αν σκεφτεί κανείς πως ο ανήσυχος τροχιοδρόμος (Μασαχουσέτη, 1941) υπήρξε από καθηγητής σε Μαλάουι και Σιγκαπούρη έως πανεπιστημιακός στην Ουγκάντα, εγκατεστημένος επί 17ετία στην Βρετανία και νυν ζων στη Χαβάη, τότε είναι προφανές πως δεν θέλει και πολύ να ξαναφύγει κι άντε εμείς μετά να τον ακολουθήσουμε πάλι λαχανιάζοντας. Τι; Ξανάφυγε, ακολούθησε νέο βιβλίο και πέρασε από δω;

Όσο πιο μεγάλο ήταν το τρένο, όσο πιο μακρύ ήταν το ταξίδι, τόσο πιο ευτυχισμένος ένοιωθα εγώ – δεν είχα το άγχος που μου προξενούσαν τα τοπικά τρένα, που έπρεπε να βρίσκονται μια ορισμένη ώρα σε ορισμένο μέρος. Στα μεγάλα ταξίδια σπάνια κοιτούσα τους σταθμούς που περνούσαν έξω από το παράθυρό μου – η κίνηση του τρένου μέσα στο χώρο δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είχα μάθει να συμπεριφέρομαι σαν μόνιμος ένοικος τους εξπρές…Το ταξίδι με το τρένο ζωντάνευε τη φαντασία μου και συνήθως μου παρείχε τη μοναξιά που χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω και να καταγράψω τις σκέψεις μου. Μου ήταν εύκολο να ταξιδεύω σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: πάνω στις επίπεδες σιδηροτροχιές, ενώ η Ασία άλλαζες αδιάκοπα έξω από το παράθυρό μου, και την ίδια στιγμή να περιφέρομαι στα άκρα ενός προσωπικού κόσμου αναμνήσεων και λέξεων. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο πετυχημένο συνδυασμό. (σ. 251)

Εκδ. Κέδρος, 2005, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 510 σελ. (Paul Theroux, The Great Railway Bazaar, 1975). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.