Στο αίθριο του Πανδοχείου, 50. Χρήστος Αστερίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Το άτυπο πάνθεον των «αγαπημένων συγγραφέων» μεταβάλλεται με την διάθεση και το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχει μια αστείρευτη φανταστική βιβλιοθήκη απ’ την οποία ανασύρω κάθε τόσο ένα κείμενο, διαβασμένο ήδη ή αδιάβαστο. Του Κόνραντ κάθε τόσο, του Ζέμπαλντ, του Σελίν, του Κουτσί. Του Ντανίλο Κις, του Γονατά, του Ρίλκε, του Κλάιστ. Του Μπάμπελ, του Ναμπόκοφ, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού. Αν είχα την υπομονή θα σκάρωνα ένα τρόπο αρχειοθέτησης με βάση την κρυφή μουσική των βιβλίων, όπως στα CD, μια εντελώς προσωπική μέθοδο που δεν θα στηριζόταν στο γνωστό δεκαδικό σύστημα Ντιούι αλλά στις αόρατες παρτιτούρες των κειμένων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα τα διηγήματα του Τσέχοφ που αποδεικνύουν πως με τα ελάχιστα μπορεί να γραφτεί μεγάλη λογοτεχνία. Γενικά η ρώσικη σχολή. Αλλά και ο Μωπασάν, ο Πόου, ο Καλβίνο κι ένα σωρό άλλοι.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με τους ήρωες ζω τόσο έντονα την εποχή της συγγραφής που χωρίζουμε οριστικά μόλις ο εκδότης παραλάβει την τελευταία διόρθωση. Από τότε δεν αποζητάμε ο ένας τον άλλο. Είναι μάλλον μια σχέση πάθους που καταλήγει σε παταγώδη χωρισμό.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Κούρτς από την «Καρδιά του σκότους» για την αρρωστημένη μεγαλοφυΐα του και ο Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε για την κομψή του φαντασία.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Οποιαδήποτε προσπάθεια για συγγραφή εκτός γραφείου έχει αποτύχει κραγαυλέα. Ζηλεύω όσους γράφουν σε καφέ με απόλυτη συγκέντρωση. Εγώ δεν θα μπορούσα να σημειώσω παρά μόνο τα ψώνια της επόμενης μέρας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το «Ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη» είναι ένα βιβλίο για το βάρος της μετριότητας και τα όρια του καλλιτεχνικού έργου. Ο ήρωάς μου, ένας ελληνοαυστραλός ζωγράφος ονόματι Ιάσονας Ρέμβης επιχειρεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας στα πατρικά εδάφη της οδού Μιχαήλ Βόδα σε αναζήτηση απαντήσεων. Προσπάθησα να δομήσω το βιβλίο με τέτοιο τρόπο, ώστε η εκάστοτε αφηγούμενη πραγματικότητα να υπονομεύεται συνεχώς από μιαν άλλη. Κάτι σαν μπάμπουσκα που αποκαλύπτει μια ολοένα μικρότερη φιγούρα εις το διηνεκές.

Ασχοληθήκατε και με τη μετάφραση – και βλέπω ιδιαίτερα απαιτητικούς συγγραφείς [Κρίστα Βολφ (Με σάρκα και οστά), Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ (Χρόνια φιλοσοφικής μαθητείας)] Πως ήταν η εμπειρία; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Η μετάφραση είναι μια πολύ επίπονη προσπάθεια, ιδιαίτερα όταν αναμετριέσαι με απαιτητικά λογοτεχνικά έργα. Το διάβασμα και η μετάφραση είναι μια άσκηση ανεκτίμητης αξίας που σε προπονεί στο άθλημα της υπομονής. Το στοίχημα μιας επιτυχημένης μετάφρασης είναι να πιστέψει αυτός που την διαβάζει πως γράφτηκε εξ’ αρχής στην γλώσσα-προορισμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ακολούθησα τεθλασμένη γραμμή στον επαγγελματικό τομέα (ιδρυτικό μέλος και υπεύθυνος του γερμανικού τμήματος στο ΕΚΕΜΕΛ, τραπεζικός υπάλληλος κλπ) και καταστάλαξα στην Μέση Εκπαίδευση. Η επαφή με τα παιδιά είναι πάντα αναζωογονητική ενώ το συγκεκριμένο επάγγελμα μου προσφέρει την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου. Τα μεσημέρια βγάζω τη στολή του καθηγητή και φοράω το μανδύα του συγγραφέα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μαγεύτηκα πρόσφατα διαβάζοντας για την ζωή του Νίκολα Τέσλα. Έχει όλα τα στοιχεία για μια μονογραφία κι αν ποτέ υπήρχε πιθανότητα ν’ ασχοληθώ με κάτι τέτοιο νομίζω πως αυτός θα μου κινούσε πιο πολύ την περιέργεια. Ήταν μια προσωπικότητα ευρύτατης μόρφωσης με περιπετειώδη ζωή που καταστράφηκε οικονομικά κάμποσες φορές στην πορεία ξεκινώντας αγόγγυστα από το μηδέν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πολλές φορές η έμπνευση για ένα διήγημα ή για ένα ολόκληρο βιβλίο έρχεται από μια ταινία, από ένα τραγούδι ή από έναν πίνακα. Συχνά ζηλεύω την απλότητα των ιστοριών που αφηγείται ο Γούντυ Άλλεν -για να φέρω ένα παράδειγμα- και μπαίνω στη διαδικασία να φανταστώ τις ταινίες του σε μορφή βιβλίου. Το ίδιο σκέφτηκα πρωτοβλέποντας το «Συνεκδοχή, Νέα Υόρκη». Η λίστα είναι ατέλειωτη.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Είμαι κλασσικό παράδειγμα πεζογράφου που ξεκίνησε από την ποίηση. Έστελνα μανιωδώς ποιήματα προς κρίση στον Πέτρο Χάρη και είδα ένα απ’ αυτά να δημοσιεύεται στη Νέα Εστία. Ήμουν δεκαπέντε χρονών και τρελλάθηκα από τη χαρά μου. Ύστερα τύπωσα μια (ευτυχώς εξαντλημένη πια) συλλογή στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή. Μπορεί να μην ευδοκίμησε το ποιητικό μου τάλαντο, αλλά ήμουν τυχερός που γνώρισα σ’ εκείνο το τυπογραφείο της Ζωοδόχου Πηγής μεγάλες προσωπικότητες. Τα θρυλικά Σάββατα της δεκαετίας του ΄90 μαζευόταν εκεί η παρέα του Παναγιώτη Κονδύλη, του Ε.Χ. Γονατά, της Κικής Δημουλά, του Σπύρου Τσακνιά, του Δημήτρη Μαρωνίτη, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, του Στυλιανού Αλεξίου. Ξεκινούσαν με τσίπουρα και κουβέντα, ύστερα καταλήγαμε ως αργά το απόγευμα σε κάποια ταβέρνα. «Χρωστάω» στην ποίηση και συνεχίζω όσο μπορώ να παρακολουθώ ό,τι βγαίνει. Άλλωστε επιμελήθηκα τις επιστολές του Δ.Π. Παπαδίτσα προς τον λογοτεχνικό μου «δάσκαλο», Ε.Χ. Γονατά, κι έχω στο αρχείο μου αρκετά χειρόγραφα και των δυο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το τελευταίο βιβλίο του Εσνόζ για τον Εμίλ Ζάτοπεκ. Ως εκπρόσωπος μιας νέας μυθιστορηματικής αβάντ γκάρντ ο Εσνόζ έχει κάτι το ανάλαφρα παιγνιδιάρικο στη γραφή του. Πάντα μια ενδιαφέρουσα πρόταση για διάβασμα.

Τι γράφετε τώρα;

Τελειώνω ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει τους προσεχείς μήνες από τις Εκδόσεις Πόλις. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό, πολιτικό στη βάση του μυθιστόρημα που διαδραματίζεται την πρώτη περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έχω την εντύπωση πως η εποχή καλεί σε πιο ρεαλιστικές λογοτεχνικές καταθέσεις και δεν επιτρέπει τις ενδοσκοπήσεις των προηγούμενων χρόνων.

Χούλιο Κορτάσαρ – Το βιβλίο του Μανουέλ

Δε χορτάσαμε, Κορτάσαρ!

Μπορεί να περιγραφεί με λόγια η νέα/νεωτερική μουσική; Μπορεί να περιγραφεί με μουσικούς όρους η νέα/νεωτερική λογοτεχνία; Αδύνατον, ακούω και μονολογώ. Κι όμως, μόλις στο 33ο λεπτό του αγώνα (γιατί μόνο σαν παιχνίδι και γλωσσο-λογοτεχνικός αγώνας μπορεί να νοηθεί κάθε βιβλίο του Κορτάσαρ), έστω στην 33η σελίδα του βιβλιοπαίγνιού του ο υπέροχος Αργεντινός περιγράφει περίφημα και τα δύο: πρώτα τη μουσική του Στοκχάουζεν που τον είχε συγκλονίσει αλλά στο βάθος και τη δική του οπτική για μια νεότερη, νεότατη, νεωτερικότατη γραφή.

Έτσι είναι λοιπόν, αρκεί να επαναλάβεις ένα απόσπασμα του δίσκου για να το διαπιστώσεις· ανάμεσα στους ήχους, τους ηλεκτρονικούς ή παραδοσιακούς αλλά παραλλαγμένους με τη χρήση φίλτρων και μικροφώνων, όπως το συνηθίζει ο Στοκχάουζεν, ακούγεται πού και πού ξεκάθαρα, με τον δικό του ξεχωριστό ήχο, το πιάνο. Κι είναι τόσο απλό κατά βάθος: ο παλιός κι ο νέος άνθρωπος μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο άνθρωπο τον στρατηγικά τοποθετημένο έτσι που να κλείνει το τρίγωνο της στερεοφωνίας, η ρήξη μιας υποτιθέμενης ενότητας που ξεγυμνώνει ένας Γερμανός μουσικός μεσάνυχτα σ’ ένα διαμέρισμα του Παρισιού. Έτσι είναι, παρά τα τόσα χρόνια ηλεκτρονικής ή τυχαίας μουσικής, free jazz (αντίο, αντίο μελωδία, αντίο και σ’ εσάς παλιοί καθορισμένοι ρυθμοί, κλειστές φόρμες, αντίο σονάτες, αντίο αρμονικές μουσικές, αντίο περούκες, ατμόσφαιρες των tone poems, αντίο στο προβλέψιμο, αντίο στο πιο αγαπημένο κομμάτι των ηθών), και έτσι ακόμα ο παλιός άνθρωπος εξακολουθεί να ζει και να θυμάται….

… ο ήχος του πιάνου συντήκει αυτές τις επιβιώσεις που ποτέ δεν ξεπεράστηκαν, καταμεσής ενός ηχητικού συμπλέγματος όπου όλα είναι ανακάλυψη ξεμυτίζουν σαν παλιές φωτογραφίες με το χρώμα και τον παλμό τους, από το πιάνο μπορεί να γεννηθεί η λιγότερο πιανιστική σειρά από νότες ή ακόρντα, αλλά το όργανο βρίσκεται εκεί, αναγνωρίσιμο, το πιάνο μιας άλλης μουσικής, μια παλιά Ανθρωπότητα, μια Ατλαντίδα του ήχου καταμεσής του νέου καινούργιου κόσμου.

Κι ιδού το πιάνο σε ρόλο γέφυρας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος! Πόσο μακριά βρίσκεσαι, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν, μοντέρνε μουσικέ, που πας και βάζεις ένα ηλεκτρονικό πιάνο καταμεσής των ηλεκτρονικών ιριδισμών· δεν πρόκειται για επίκριση, σ’ το λέω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, απ’ τη θέση ενός συνοδοιπόρου. Το ’χεις κι εσύ το πρόβλημα της γέφυρας, πρέπει να βρεις τον τρόπο να μιλήσεις κατανοητά, τη ώρα που ίσως η τεχνική σου και η πιο σταθερή σου πραγματικότητα απαιτούν από σένα να κάψεις το πιάνο….Η γέφυρα λοιπόν. …Γιατί κάθε έργο είναι μια γέφυρα όσο οι άνθρωποι δεν τη διασχίζουν.

Την πρώτη φορά που ένας πιανίστας διέκοψε την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού για να περάσει τα δάχτυλά του απ’ τις χορδές σαν να επρόκειτο για άρπα, ή που χτύπησε το ξύλινο σώμα του οργάνου κρατώντας το ρυθμό ή υποδεικνύοντας μια προσωδιακή τομή, εκτοξεύτηκαν παπούτσια στη σκηνή· τώρα οι νέοι θα ξαφνιάζονταν αν οι ηχητικές χρήσεις ενός πιάνου περιορίζονταν στα πλήκτρα του. Άραγε το κομμάτι αυτό γράφτηκε σήμερα; Όχι, γράφτηκε το …1973! (όλα τα σπουδαία τούτα στις σελίδες 32 – 37). Ας σημειωθεί πως σ’ άλλο παράλληλο σύμπαν, η αυτοσχεδιαστική του γραφή ακολούθησε, ως έλεγε, τους αυτοσχεδιασμούς της τζαζ, μουσική που υπεραγαπούσε. Άλλωστε ένα από τα βιβλία του (Ο Κυνηγός/ El Perseguidor (1959)) αφορούσε τη ζωή του Charlie Parker.

Εδώ ο Κορτάσαρ αφήνει κατά μέρος διηγήματα και φαντασίες και μυθιστορεί. Ιδού πώς γράφεται λοιπόν το Βιβλίο του Μανουέλ: 15 πρόσωπα που βρίσκονται στο Παρίσι στις αρχές του ’70, αυτοεξόριστα κι επί το πλείστον ετεροεθνή, συνεργάζονται σε πράξεις αντίστασης κατά των δεινών της κοινωνίας, της πολιτικής, του καταναλωτισμού και πασών σχετικών διαφθορέων, σε α λα Γκι Ντεμπόρ σουρεάλ πρακτικές (και κάποια γιουρούσια π.χ. σε αποθήκες τροφίμων και μοίρασμά τους σε παραγκογειτονιές του Παρισιού), με τις απαραίτητες μεταξύ τους συζητήσεις, μονολογήσεις, συζεύξεις και συνευρέσεις.

Το βιβλίο γράφεται, μάλλον κατασκευάζεται συλλογικά, για τον Μανουέλ, το μωρό δυο εραστών της παρέας, σαν ένας οδηγός για έναν καλύτερο κόσμο, σαν μια κιβωτός που περιλαμβάνει τα πάντα της συγκεκριμένης συγκυρίας, εξ ου και η ενσωμάτωση μέσα στο κείμενο αυτούσιων αποσπασμάτων (φωτογραφημένων!) από τον Τύπο της εποχής, εφόσον άλλωστε οι ήρωες επιδίδονται σε καθημερινή ανάγνωση λατινοαμερικάνικων και γαλλικών εφημερίδων. Χαρακτήρες που ξέρουν πως «η ανυπομονησία είναι η μητέρα όλων εκείνων που σηκώνονται και πάνε και χτυπάνε μια πόρτα ή μια σελίδα», που λένε δεν ξέρω γιατί μας μισούν, υποθέτω πως μόνο και μόνο επειδή είμαστε διαφορετικοί κι επειδή μπορούμε να ’μαστε ευτυχισμένοι.

Ο Κορτάσαρ υπήρξε πάντα υποστηρικτής των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής (στην ουσία κάθε κίνησης ελευθερίας ενάντια σε δυνάστες και δικτάτορες), έχοντας το σπίτι του ανοιχτό για κάθε εξόριστο ή διωκόμενο Λατινοαμερικανό, ενώ τάχθηκε ανοιχτά υπέρ Κάστρο, Τσε, Αλιέντε, Σαντινίστας. Στη λογοτεχνία του όμως προτίμησε τον διαχωρισμό από κάθε εμφανή πολιτική στράτευση, σε μια ομολογουμένως σπάνια και πεντακάθαρη επιθυμία να αφήσει αμφότερα τα σύμπαντα της γραφής και της πολιτικής μόνα κι ανεπηρέαστα.

Έτσι κι εδώ, το ΒτΜ (τα δικαιώματα του οποίου άλλωστε ο συγγραφέας παραχώρησε για την αρωγή των πολιτικών κρατουμένων στην Αργεντινή) ντύνεται φαντασιακό ντοκιμαντέρ για την εποχή του, μια εποχή γεμάτη σκότος και μέλλον, ικανή για τα πάντα αλλά κι έτοιμη να πέσει στο γκρεμό. Και κάπου εδώ ο σινεγνώστης Γουδέλης μας θυμίζει πως και σε παλαιότερό του διήγημα του Κορτάσαρ (Η μωρολογία του διαβόλου/The devil’s drivel, από τη συλλογή Η μεγέθυνση και άλλες ιστορίες/The blow up and other stories) υπήρχε η ίδια προβληματική, στην οποία βασίστηκε το Αντονιόνιο Blow up.

portada-libro-manuel_grande

Χτύπησε το τηλέφωνο, ήμουν εγώ… (σ. 26)

Γι’ αυτό και η όποια «υπόθεση» δεν είναι στατική αλλά γίνεται κάθε φορά και άλλη (είναι γνωστή η καθολική άποψη πως οι ιστορίες του Κορτάσαρ δεν επιδέχονται περιγραφή ή περίληψη), γι’ αυτό και μπορεί κάποιες φορές να σε εξουθενώνει η παραληρηματική λεξοδιάρροια, το πέταγμα απ’ τόναθέμαστάλλο, το κυνήγι του καταλαβίσματος αλλά αν μπεις στο παιχνίδι μετά δε θες να βγεις, για να μην πω τους απαντάς κιόλας! Ιδού ενδεικτικό απόσπασμα, να δείτε την εναγώνια αναζήτηση εκφραστικών τρόπων (πόσο μάλλον για την έκφραση ερωτισμών και ερωτοτροπήσεων] αλλά και τον μεταφραστικό αγώνα/αγωνία της μεταφράστριας [σελ. 53]:

Μου τη σπασώνει αυτή η λαμπούρα, σκέψου ότι άμα είσαι τυχερός για αρχή πρέπει να εξαυτώσεις μια κοπελούτσα…όλο πούδρα, φατσούλα από γιαπωνέζικο πάρκο σαββατόβραδο, μόνο που στο μέρος του αναπνευστή έχει ένα ρέλι μαυρομπλέ και στην αυγουλιέρα μια ρίγα που συνεπώνει το διπλό εστιασμένο στο μαγούλι, κι εγώ πρέπει να της ξεκρεπάρω τα υπνοκάπακα, να κόψω ελαστικούς ιστούς και να κατεβάσω τους κολληματισμένους μέχρι να δω κάθε τσάκισμά της, κάθε σταθέρωμα…

.. ενώ ήδη εντάσσω οπωσδήποτε στο λεξικό λέξεις όπως μολυβοτσιρίγματα, λεκανοκιτάπι, μοιροβάτης, ιερώνω και τόσες άλλες, καθώς και την διόλου άσχετη έκφραση εκκενώνω τις σκέψεις μου. Γιατί αυτό θα πει homo faber, αλλά υπάρχουν τόσα faber, νούμερο ένα, δύο, τρία, μυτερά ή φαγωμένα, ολόκληρα ή κολοβά. Γιατί το παράλογο δεν είναι παρά η προϊστορία του ανθρώπου.

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφ. Βασιλική Κνήτου, 577 σελ. [Julio Cortázar, Libro de Manuel, 1973].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr