Το Δέντρο, τεύχος 177-178 (χειμώνας 2010)

Αφιέρωμα Νίκος Καρούζος

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτημόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια. (Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα.

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ. Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Δεν ξέραμε πως ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και πως όλοι οι εραστές πιστεύουν ότι καινοτομούν, έγραφε ο Raymond Radiguet Με τον Διάβολο στο Κορμί και είναι εμφανές πως βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook του Κώστα Μαυρουδή, που μας τρέφει ευθύβολες επισημάνσεις και λοξόβολες ματιές, ενίοτε μέσα από τελευταίες φράσεις διηγημάτων, ένα χατζιδακικό εγκώμιο στην ήττα ή μια απρόσμενα ανθεκτική επισήμανση του Σουρή για τους Έλληνες (που ασκούν «πανελευθέρως» τα δικαιώματα «του Συνέρχεσθαι και του Ουρείν εις όποιο θέλει μέρος»).

Όλα αυτά τα ευγενή ρινίσματα σκέψης και κρίσης είναι δικά μας, εντελώς δικά μας, απλώς δεν έβρισκαν τις λέξεις, τις συνδέσεις. Πόσο μοιάζουν οι κοινοβουλευτικοί (αλλά και οι υποψήφιοι δήμαρχοι, θα προσθέσω) με τους σκυλαδικούς αοιδούς, πόσο ίδιοι μοιάζουν οι hipsters των free press, καθώς διαβάζουν Lifo, αγαπούν τα εικαστικά (δηλαδή τα γκράφιτι), πιστεύουν ότι η Αθήνα είναι γεμάτη με (κρυμμένους) θησαυρούς και φωτογραφίζουν έκθαμβοι τα στένσιλ στους τοίχους του Ψυρρή. Κατά τα άλλα η Καταλωνία απαγόρευσε τις ταυρομαχίες αφήνοντας για άλλη μια φορά την υπόλοιπη Ισπανία εκτεθειμένη, οι Κούροι (παρεμπιπτόντως πληκτικότατες μορφές) σιωπούν πληθωρικά κι εγώ σταματώ για να μην χαλάσω την εναλλαγή αναγνωστικής ευφορίας και οργής που προσφέρει αφειδώς η ευτυχώς διπλασιασμένη στήλη.

Από τα υπόλοιπα γραπτά, δυο έξοχα διηγήματα επαληθεύουν την ιδιότητα των πίσω κειμένων ως πολύτιμων λιθο-σελίδων. Η γυναίκα που κατασκόπευε τον εαυτό της του (Πολωνού) Μάριους Σζίγκιελ βρίσκει καταφύγιο στην γραφή, για να ζήσει τον δεύτερο εαυτό της, σε μια κατ’ εξοχήν πράξη αποξένωσης, ενώ ο τρισέλιδος Χουάν Μαρσέ (τελευτ. φωτ.) ας μιλήσει μόνος του: …δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν σ’ εκείνο το ωραίο μέτωπο την ντελικάτη απάθεια που προηγείται των ακραίων αποφάσεων, ούτε στα μάτια που έμοιαζαν με οργισμένα αστέρια την αόριστη εκείνη σκοτεινιά, ενδεικτική βασανιστικών σκέψεων που θα μπορούσαν ακόμα και να δικαιολογήσουν ηθικά τη διάπραξη εγκλήματος…

Επιστροφή στον εκδοτήριο «λόγο επικαιρότητας» και στην πραγματικότητα όπου ο ανειδοποίητος αναγνώστης γίνεται μεταπράτης και κομιστής των τηλεοπτικών και παραδημοσιογραφικών αξιών, η κοινωνική εικόνα των συγγραφέων υπερβαίνει το έργο τους, τα βιβλιοπωλεία προτείνουν ένα θεαματικό πρόσωπο προσκαλώντας καταναλωτές ενός τυχαίου εμπορεύματος, οι παρουσιάσεις βιβλίων θυμίζουν κοσμικό γεγονός και το «ιδιαίτερο» υποχωρεί μπροστά στο «δημοφιλές».

Josh Ritter – So Runs The World Away (Pytheas, 2010)

 

O Ritter δεν βγαίνει απλώς απ’ την καλύτερη παράδοση της φολκ (Hank Williams, Τ. Van Zandt, N. Drake, L. Cohen, B. Dylan, B. Springsteen, N. Young) αλλά και την βγάζει κάθε φορά ασπροπρόσωπη με τα νέα του στοιχήματα. Στην ουσία συγκαλύπτει έντεχνα όλους τους γεννήτορες, εντάσσοντας τον εαυτό του σε μια σύγχρονη παράδοση εξαιρετικών singer – songwriters που μπλεντάρουν τα πάντα και τίποτα.

Από το 1999 και την πρώτη φερώνυμη αυτοκυκλοφορία του μέχρι το έκτο φετινό προσπαθεί να πάει λίγο πιο πέρα το πολύπαθο είδος, με δίσκους άρτιους, ενδιαφέροντες, ενίοτε πολύ γοητευτικούς. Παραμένω πιστός στο Animal Years του 2006 αλλά βλέπω πως με ξεπερνά ο Στήβεν Κινγκ που σε άρθρο του το είχε επιλέξει ως τον καλύτερο δίσκο του έτους (όχι ότι θα αρχίσουμε να υπολογίσουμε τις επευφημίες των συγγραφέων, αλλά αν μη τι άλλο ο συγκεκριμένος ακούει τόνους αμερικάνικης μουσικής) και μάλλον εξεπλάγην από την μικρή πτώση του αντιπροπέρσινου The Historical Conquests of Josh Ritter που όπως γράφτηκε, ερχόταν κατευθείαν απ’ την παράδοση του Tin Pan Alley.

Είναι αδύνατο να μιλάμε για Ritter και να μην κάνουμε λόγο για τις ιστορίες του. Ο Αϊνταχίτης βιβλιοφάγος φίλος μας αλιεύει χαρακτήρες από σελίδες, μύθους και παγκόσμια ιστορία, και τους αφήνει ελεύθερους να τρέξουν στις συνθέσεις του. Όπως η αρχαιολόγος που ερωτεύεται έναν χιλιόχρονο ταριχευμένο φαραώ στο υπόγειο βαλσάκι The Curse, που ήταν το πρώτο κομμάτι που αναδύθηκε μετά το τρίχρονο μουσικό του μπλοκάρισμα. Ήταν να μην ξεμπλοκάρει: το επόμενο κομμάτι ήταν τόσο μεγάλο ώστε κατέληξε …μυθιστόρημα, έτοιμο προς έκδοση το επόμενο καλοκαίρι (Bright’s Passage).

Ισομερής περιπατητής μεταξύ Νότιας και Μεσοδυτικής Americana, ο Ritter συνεχίζει το ταξίδι με τους άδειους συρμούς του Southern Pacifica (η μαγικότητα του οποίου μάλλον θα αναδεικνυόταν με μια βραχνότερη, βαθύτερη φωνή) ως την δική του Annabel Lee, που είναι ένα πλοίο που αναγκάζεται συντετριμμένος ένας πολικός εξερευνητής να καταστρέψει για να επιβιώσει από το κρύο – σε μια στοιχειωτική επταλεπτάδα. Αλλού διαμοιράζει συναισθήματα και ιδέες, από την AOR του Paul Simon στο Lark ως την έγκληση των Tom Waits, Soulsaves και St Vincent στο Rattling Locks. Ο ίδιος δήλωσε πως πρόκειται για μια νέα περίοδο (κλισέ), με μακρύτερα τραγούδια (σωστό) με περισσότερες λεπτομέρειες (κι αυτό σωστό).

Πώς να καταφέρω τώρα να τον πείσω πως όταν αφήνει τις φολκ ηρεμίες και δυναμώνει την ένταση, κυριολεκτικά θαυματουργεί! Όπως στο βραδυφλεγές Change of Time ή το σταδιακά κλιμακούμενο Lantern. Ακόμα και στο ατόφιο σπιριτο-ρόκι Orbital, που οπωσδήποτε έπρεπε να παρατείνει το πιάνο στο τέλος. Η μοναδική διασκευή είναι αυστηρώς επιλεγμένη: μέσα στο παραδοσιακό Mississippi John Hurt (μετατρεπόμενο σε μια κλασική σε απλότητα και διαχρονικότητα ιρλανδική μπαλάντα) συναντιούνται με διόλου αναίμακτα αποτελέσματα μερικές φαντασματικές μορφές των murder ballad (Louis Collins, Delia, Stagger Lee). Αρχίζω όμως και εκνευρίζομαι με το φαινόμενο των άχρηστων (συνήθως εναρκτήριων) ινστρουμένταλ που αναιδώς αυξάνουν τον αριθμό των κομματιών – κοροϊδεύοντας ποιους πλέον; Από τον επόμενο δίσκο θα αφαιρείται μισός βαθμός.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.