Μπέρνχαρντ Σλινκ – Το Σαββατοκύριακο

Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός – στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, 2008, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245 / Bernhard Schlink, Das Wochenende, 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 12. Λένα Διβάνη

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Ο Τζ. Ντ. Σάλιτζερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ίαν Μακ Γιούαν, ο Φίλιπ Ροθ, ο Φιτζέραλντ, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Μαγιακόφσκι, η Σύλβια Πλαθ και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ (αφήνω με πόνο ψυχής άλλους 40 τουλάχιστον απέξω. Αναφέρω μόνο αυτούς που θεωρώ πνευματικούς γονείς μου) 

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ο Φύλακας στη Σίκαλη και Ο Ηλίθιος είναι μόνιμα στην κορφή της λίστας που θα μου επιτρέψετε να μην αρχίσω γιατί δύσκολα θα την τελειώσω μετά.  

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ μακράν των υπολοίπων. Από την άλλη μεριά μ’ αρέσουν και οι αμερικανοί μινιμαλιστές.
 
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Διαβάζω πάντα τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Χρήστου Χωμενίδη, του Αύγουστου Κορτώ, του Χρήστου Χρυσόπουλου, της Σοφίας Νικολαΐδου και άλλων πολλών. Πιστεύω ότι έχουμε γερή ομάδα σήμερα. Η γλώσσα μας απλώς είναι ανίσχυρη γι’ αυτό και έχουμε μείνει απέξω σε διεθνές επίπεδο.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Χόλντεν Κόλφηλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη. Αυτόν θα ’θελα να πάρω τηλέφωνο κάνα βραδάκι που νιώθω ζορισμένη…
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μιλάω πολύ συχνά με τον Άρη από τον ΕΝΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ- μη ξεχνάτε ότι κάπως έτσι θα ’θελα να ’ταν ο αδερφός που δεν έχω.
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Α ναι. Έχω γράψει σε σπίτια στο Λονδίνο, σε βιβλιοθήκες στη Βοστώνη, σε εξοχικά της Σκοπέλου και του Πηλίου και όπου αλλού βάλει ο νους σας. Προτιμώ όμως την ησυχία και την συγκέντρωση μοναστηριακού τύπου που μου εξασφαλίζει το σπιτάκι μου!
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Παντού και από παντού έρχονται οι ιδέες μου- σαν πολύχρωμη βροχή. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν θα μου φτάσουν τα χρόνια για να τις γράψω όλες -όσα χρόνια κι αν ζήσω…
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Η μουσική παίζει μέσα στο κεφάλι μου. Οπότε απέξω επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή.
Αγαπημένο/αφιερωμένο/«καλύτερο» βιβλίο σας
Το πιο αγαπημένο μου είναι ο Ενικός αριθμός. Το πιο αφιερωμένο η Νάντια. Το καλύτερο ως σύνθεση τα ΨΕΜΑΤΑ.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Α, προς το παρόν δεν ανοίγει… Κρύβεται ακόμα κι από μένα μερικές μέρες το άτιμο!
Τι γράφετε τώρα;
Τώρα γράφω ένα μυθιστόρημα που λέγεται Ένα Πεινασμένο Στόμα. Έχει τόσο ενδιαφέρον για μένα αυτό το στόμα που κοντεύει να με καταπιεί!
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Σελίν και πάλι Σελίν. Μου χρειάζεται η πικρότατη γεύση που αφήνει γι’ αυτό που γράφω.
Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Διπλωματικής Ιστορίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τίποτα δεν πάει χαμένο ευτυχώς! Η μεθοδικότητα που απαιτεί η επιστήμη με προίκισε με αίσθηση της δομής. Η λογοτεχνία από την άλλη έκανε πιο ευανάγνωστα τα ιστορικά μου δοκίμια. Άσε που η μονομέρεια ποτέ δεν ήταν του γούστου μου. Από παιδί έχω αποφασίσει να αφήσω όλα τα ρόδα του εαυτού μου να ανθίσουν!

Δημοσίευση και εδώ.