Anna Kemp – Κάτω τα χέρια από το δάσος

Πράσινη εξέγερση!

Είναι πολλά τα εικονογραφημένα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως απολύτως επίκαιρα, αλλά αυτό εδώ πραγματεύεται το πλέον καυτό σύγχρονο οικολογικό πρόβλημα. Η καταστροφή των δασών, η εξαγορά του φυσικού τοπίου, η κερδοφορία εις βάρος του περιβάλλοντος, ο αφανισμός της πανίδας και της χλωρίδας, όλα βρίσκονται σε αυτό το συμβολικό παραμύθι. Διόλου τυχαία, ο κεντρικός ήρωας και … υποκινητής της εξέγερσης είναι ένας τυφλοπόντικας, ένα ήρεμο και ευγενικό ζώο που όμως εξαγριώνεται όταν δει τα παραπάνω, γιατί πραγματικά είναι αδύνατο να μείνει άπραγο καθώς αφορούν την ίδια του την ζωή, το ίδιο και εμείς, γιατί πρόκειται και για την δική μας.

Όλα ξεκινούν όταν ο τυφλοπόντικας δει καρφωμένη σε ένα δέντρο την πινακίδα «Το δάσος πουλήθηκε στον κύριο Εντμόν Τσιμεντόν του μεσιτικού γραφείου Μπετόν αντί για Γκαζόν». Το αρχικό σοκ δίνει την θέση του στην ψύχραιμη αντιμετώπιση. Η λογική μπορεί να επικρατήσει συνεπώς μια επιστολή προς τον αγοραστή θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους. Αρκεί μία και μόνο φράση: «Δεν μπορείτε να αγοράσετε το μοναδικό μας σπίτι, το πευκοδάσος». Ακόμα και όταν το επόμενο πρωί μια θορυβώδης μπουλντόζα χώνεται ανάμεσα στα δέντρα, εκείνος σκέφτεται δεν μπορεί, ίσως δεν πρόλαβε να φτάσει το γράμμα και έχει προνοήσει για δεύτερο σχέδιο. Τι κι αν βρέχει με χαλάζι, ξεκινά μαζί με τους φίλους του (βλέπω από τάρανδο ως ποντικάκι και από αλεπού και σκίουρο ως λαγό, ασβό και κάστορα μαζί με διάφορα πουλιά) για το γραφείου το Τσιμεντόν να διαμαρτυρηθούν. Τα βλέμματά τους αγριεμένα και φοβισμένα, το σύνθημα «Το όμορφο σπίτι μας, δεν θα πουληθεί!».

Νάτος ο αχρείος καταπατητής, στο γκρίζο του γραφείο με τα διαγράμματα στους τοίχους και τα μαραμένα φυτά στις γλάστρες. Γελάει και ξεκαθαρίζεται: το δάσος κοστίζει μια περιουσία και μια χαρά μπορούμε να ζήσουμε χωρίς δέντρα και φυτά. Οι εκφράσεις των ζώων αλλάζουν σε έκπληξη και απελπισία. Το επόμενο δισέλιδο είναι τρομακτικό. Οι μπουλντόζες πιάνουν δουλειά, η γη σείεται, τα δέντρα τσακίζονται, οι φωλιές των πουλιών πέφτουν, τα ζώα του δάσους το βάζουν στα πόδια τρομοκρατημένα. Ο τυφλοπόντικας σκέφτεται την έσχατη λύση: εφόσον ο Τσιμεντόν έρχεται αυθαίρετα να εγκατασταθεί στο σπίτι τους, αυτοί θα πάνε να μείνουν στο δικό του! Όμως είναι γνωστό πως τέτοιοι σαν και αυτόν δεν θέλουν να μοιράζονται το παραμικρό και όταν βλέπει το αρσενικό ελάφι να στέκει απειλητικό στο χολ γίνεται βίαιος όχι φυσικά με αυτό αλλά με το πιο μικρό ζώο που βλέπει μπροστά του.

Τα όρια ξεπεράστηκαν, ο τυφλοπόντικας ταράζεται, ο οργανισμός του βράζει από θυμό και οργή και το ξέσπασμα είναι τρομερό αλλά και θεαματικότατο. Το τράνταγμα που έζησε το δάσος τώρα μεταφέρεται στο σπίτι του αυτουργού, γιατί απλούστατα έρχεται το ίδιο «αυτοπροσώπως» και οι ρίζες του τρυπώνουν από το πάτωμα, λουλούδια ξεχύνονται από τα συρτάρια, φυτά καλύπτουν τους τοίχους και σε δυο έξοχες ζωοφιλικές εικόνα, τα πούπουλα χήνας που βρίσκονταν μέσα στα μαξιλάρια επιστρέφουν στις κατόχους που βγαίνουν από μέσα τους με κατάλευκα φτερά ενώ η γούνα της αρκούδας που χρησίμευε για χαλί ζωντάνεψε και αυτή και έβγαλε μια κραυγή. Η χλωρίδα και η πανίδα του δάσους θέλει βέβαια και το νερό της, οπότε οι βρύσες του μπάνιου πλημμυρίζουν τα ξύλινα πατώματα για να δροσίσουν και να ποτίσουν. Άφωνος ο Τσιμεντόν, μένει μια σκιά που πιάνει το κεφάλι της καθώς βλέπει το σπίτι του να μεταμορφώνεται καταπράσινο όμορφο δάσος γεμάτο ζωή, ένα καταφύγιο για ζωάκια και δέντρα αειθαλή». Άρχισε να τρέχει και, είμαστε βέβαιοι, τρέχει ακόμα.

Η μεγάλη συντροφιά εκπλήσσεται με το θάρρος του τυφλοπόντικα αλλά και ο ίδιος παραδέχεται πως δεν ήξερε πως είναι τόσο θαρραλέος. Φαίνεται λοιπόν πως μια πρώτη μεγάλη αλήθεια του βιβλίου είναι πως δεν γνωρίζουμε πόσο γενναίοι μπορούμε να γίνουμε μέχρι να φτάσει εκείνη η στιγμή. Και είναι η στιγμή όπου τα πράγματα δεν πάνε άλλο, η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να απαντηθεί, η περιβαλλοντική καταστροφή να αντιμετωπιστεί. Με την υπέροχη, αλληγορική πράσινη εξέγερσή τους, τα ζώα μας δείχνουν τον δρόμο πως μπροστά σε τέτοια θεμελιώδη προβλήματα δεν έχει κανένα νόημα να είσαι θεατής ή να αποχωρείς ηττημένος, παρά οφείλεις να δοκιμάσεις όλους τους τρόπους, την έκφραση της άποψης, την επικοινωνία, την διαμαρτυρία, την διαδήλωση και αν χρειαστεί, την πιο δραστική λύση! Η εικονογράφος ζωντανεύει την ιστορία με πλήθος εκφραστικών ζώων και χρωματισμών.

Εικονογράφηση Natelle Queck

Εκδ. Διόπτρα, 2023, σελ. 32, μτφ. Τατιάνα Γαλατούλα [Wild wild wood, 2023]

Ιστοσελίδα της συγγραφέως εδώ

Ιστοσελίδες της εικονογράφου εδώ και εδώ

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

 

 

Κατρίνα Τσάνταλη – Τα χρώματα της Χλόης

«Μην χάσεις ποτέ τον εαυτό σου για να αρέσεις στους άλλους»

Είναι πράγματι εντυπωσιακό: μερικά μείζονα θέματα συναισθηματικής νοημοσύνης και γενικότερης κοινωνικής συμπεριφοράς για τα οποία ξοδεύονται εκατοντάδες σελίδες «ειδικών» βιβλίων ψυχολογίας και «αυτοβελτίωσης», παρουσιάζονται στην ουσία τους σε μερικά άξια βιβλία παιδικής και δη εικονογραφημένης λογοτεχνίας εξ ορισμού μικρής έκτασης. Καλώς το λοιπόν το βιβλίο από την πάντα ευρηματική συγγραφέα του είδους (έχουμε παρουσιάσει το έξοχο Φανταζού αλλά και τον Ιπποπόκαμπο, εδώ και εδώ, αμφότερα από τις ίδιες εκδόσεις και με την ίδια εικονογράφο) με ηρωίδα την συνώνυμη της δεύτερης κόρης μου Χλόη.

Πρόκειται για μια αξιαγάπητη ποντικίνα εντελώς χαρισματική, όπως είναι δεδομένο για όλα τα παιδιά, και με την δική της ιδιαίτερη «προσωπικότητα» όπως έχουν όλα τα παιδιά αλλά και τα ζώα. Από την πολύχρωμη και φωτεινή εμφάνισή της έως την συμπεριφορά της απέναντι στους άλλους, χαρακτηριζόμενη από ευγένεια και καλούς τρόπους, η Χλόη «ξεχωρίζει» με την πρώτη, ενώ μια σειρά δημιουργικών καθημερινών ασχολιών γεμίζει την μέρα της, καθώς τραγουδά, ζωγραφίζει και χορεύει με ξεχωριστό ταλέντο. Η αντιμετώπιση των άλλων ποντικών είναι η αναμενόμενη: ενοχλούνται από την συνεχή καλή της διάθεση, δεν αντέχουν τόσα χρώματα και την αγνοούν. Όμως εκείνη έχει ανάγκη από φίλους αλλά και να μοιραστεί όλα όσα γνωρίζει.

Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να κερδίσει την φιλία τους; Θα μπορούσε να κρύψει τα χρώματά της με μια καφέ κάπα – και το κάνει. Θα μπορούσε να τους μοιάσει ολοένα και περισσότερο, θα μπορούσε ακόμα και να συμμετάσχει σε ενέργειες που δεν εγκρίνει, όπως για παράδειγμα στο ροκάνισμα ενός λάστιχου ποδηλάτου και στην εισβολή σε μια ξένη κουζίνα. Αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω και σε μια έξοχη μεταφορά, αποφασίζει να τους χαρίσει τα χρώματά της, από ένα στον καθένα, κι ας τα στερηθεί. Το κόκκινο σε κάποιον που προσπαθεί να ζωγραφίσει, το μπλε σε εκείνη που μαθαίνει να τραγουδά, το πράσινο σε αυτόν που ήθελε να φτιάξει έναν κήπο. Συνεχίζει να δίνει και νιώθει ευτυχισμένη, ή έτσι νομίζει. Η πλήρης διαθεσιμότητά της συνεχίζεται – να βοηθήσει, να δώσει, να συνοδεύσει-, ακόμα κι όταν ορισμένοι δεν έμεναν ευχαριστημένοι.

Όμως όσο οι άλλοι χρωματίζονται εκείνη αποχρωματίζεται· όσο οι άλλοι ωφελούνται, εκείνη αδειάζει. Και φτάνει η ημέρα που αισθάνεται εξαντλημένη και δεν θέλει να σηκωθεί από το κρεβάτι της, δεν έχει πια και κάτι άλλο να δώσει. Στον καθρέφτη δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της· τα χρώματά της έχουν στερέψει. Τώρα είναι εκείνη που χρειάζεται βοήθεια και πού αλλού να στραφεί από τους ίδιους της τους «φίλους»; Ο ζωγράφος του κόκκινου την κατηγορεί για την αποτυχία της ζωγραφιάς του, η αρουρίνα του μπλε θεωρεί ότι κατάφερε να πετύχει και χωρίς αυτήν. Η ποδοσφαιρική ομάδα όπου συμμετείχε χωρίς στο βάθος να της αρέσει, αδιαφορεί. Η Χλόη αισθάνεται συντριπτική μοναξιά.

Όμως ένα μικρό ποντικάκι της χτυπάει την πόρτα και προτείνει το εντελώς αντίστροφο από εκείνα των άλλων ποντικών· δεν ήρθε να πάρει αλλά να δώσει. Είχε παρατηρήσει την Χλόη να γίνεται γκρίζα και τώρα την βλέπει να έχει ξεχάσει να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό, να νιώθει αόρατη και μόνη. Την προτρέπει να αγαπήσει ξανά τον εαυτό της και της χαρίσει μια πολύτιμη συμβουλή: «Ποτέ μην κρύψεις ποια είσαι. Μην κάνεις ποτέ κάτι που δεν θέλεις, μόνο και μόνο για να ανήκεις κάπου. Αν δεν πιστέψεις εσύ σ’ εσένα, ποιος θα το κάνει;». Από εκείνη την ημέρα η Χλόη αλλάζει. Επιστρέφει στις αγαπημένες τις ασχολίες και αντιλαμβάνεται πως δεν χρειαζόταν πολλές παρέες γύρω της. Οι πραγματικοί φίλοι ήταν αρκετοί και ο πρώτος ήδη βρισκόταν δίπλα της. Θα μάθει και να διαλέγει τους επόμενους και θα είναι εκείνοι που θα την αγαπούν γι’ αυτό που είναι, θα στηρίζουν τα όνειρά της και να βρίσκονται δίπλα της όταν τους χρειαστεί. Και όταν οι παλιοί δήθεν φίλοι ξανάρχονται ένας ένας για να ξαναπάρουν χρώματα, εκείνη θα βάλει τα όρια. Και όσοι καταλάβουν, θα λάμψουν και εκείνοι, αλλά με τα δικά τους χρώματα, που βρίσκονταν πάντα εκεί.

Είναι προφανές πως το θέμα αποκτά ευρύτερη σημασία που δεν περιορίζεται σε ηλικίες ενώ οι προεκτάσεις του είναι πολλές: εκείνος που ξεχωρίζει – ποιος θυμάται εκείνη την παρομοίωση με το στάχυ, η δημιουργικότητα που προκαλεί ζήλεια, η εκμετάλλευση της προθυμίας στον έσχατο βαθμό, η αχαριστία του «ευεργετηθέντος» – όταν κάποια στιγμή που η Χλόη ζητάει με την σειρά της την ανάγκη τους, οι άλλοι δεν είναι διόλου πρόθυμοι να την βοηθήσουν και πολύ περισσότερο αρνούνται να αναγνωρίσουν όσα τους πρόσφερε, θεωρώντας πως τα κατάφεραν μόνοι τους – η σημασία της δημιουργικότητας στην οικοδόμηση ενός εαυτού.

Η ανάγκη για συντροφιά και αποδοχή από τις παρέες μπορεί να μας οδηγήσει σε δρόμο με δύσκολη επιστροφή. Είναι ακριβώς αυτό που αναφέρει στο επιλογικό της σημείωμα η συγγραφέας μιλώντας για τον δικό της εαυτό και την παιδιόθεν ανάγκη της να μην απογοητεύει τους άλλους και να βάζει τις ανάγκες τους πριν από τις (ανύπαρκτες) δικές της, έχοντας την αίσθηση πως έτσι αποκτά αξία. Πότε καταργείται η μοναδικότητα του κάθε ατόμου και πότε επέρχεται η ομοιότητά του με τα άλλα άτομα; Όσο και αν η ανάγκη αποδοχής και το αίσθημα του ανήκειν αποτελούν θεμελιώδεις ψυχικές ανάγκες, όσο και αν η κοινωνικοποίηση και οι νόμοι με τα έθιμα της κοινωνίας μας κατευθύνουν σε υποχρεωτικές συμπεριφορές η αλλαγή και η συνακόλουθη απώλεια του εαυτού μας για να γινόμαστε αποδεκτοί πάντα αποβαίνει καταστροφική. Όπως καταλήγει και η Χλόη, «Μην χάσεις ποτέ τον εαυτό σου για να αρέσεις στους άλλους»

Εικονογράφηση: Little miss Grumpy [Μαρία Παγκάλου]

Εκδ. Διόπτρα, 202, σελ. 48. Με πρόλογο της Φρόσως Φωτεινάκη, συγγραφέως και ψυχολόγου-ψυχοθεραπεύτριας.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.