Mario Benedetti – Άνοιξη σε μια σπασμένη γωνία

Πώς συνεχίζονται τέτοιες ζωές;

0. Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, σε εκείνα που αφηγείται ο ίδιος ο Μπενεντέττι και παίρνουν τον τίτλο «Εξορίες», διηγούμενος ιστορίες από την ζωή του ως αυτοεξόριστου σε κάποια άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής, εξαιτίας του πραξικοπήματος στην χώρα του, την Ουρουγουάη, αναφερόμενος στον θάνατο ενός φίλου και συναγωνιστή, γράφει πως εκείνοι που τους ώθησαν στην εξορία τους αφαίρεσαν και τον θάνατο στον τόπο τους, στην δική τους μήτρα, το να γίνουν ο δικός της πηλός. Αν ο θάνατος έχει πάντα ένα στοιχείο επιστροφής, προς την τροφό γη, η εξορία το στέρησε και αυτό από τον νεκρό. Όμως σε μια εξαίσια αποστροφή κάνει μια διόρθωση στην καθιερωμένη φράση «στην τελευταία του κατοικία»: όχι, η ταφή είναι η προτελευταία κατοικία, αφού η τελευταία κατοικία ενός αγαπημένου εκλιπόντος θα είναι πάντα μέσα μας, στις αναμνήσεις μας. Σε αυτό το σαγηνευτικότατο μυθιστόρημα, ο Μπενεντέττι κρατά μόνο μία από τις φωνές που αφήνει να ακουστούν, που, για την ακρίβεια, τους δίνει εκείνος τον λόγο, προσφέροντάς μας πρόσβαση στην ζωή ανθρώπων που έχει αλλάξει αναπότρεπτα ανατραπεί εξαιτίας της φυλάκισης ενός άντρα, του Σαντιάγο, από την δικτατορία στην Ουρουγουάη των αρχών του εβδομήντα.

1. Στην ενότητα «Μέσα στους τοίχους» ο λόγος αυτού του άντρα εκφέρεται είτε με τον εσωτερικό του μονόλογο είτε με τις επιστολές του προς την γυναίκα του Γρασιέλα, συχνά με δυσδιάκριτη κατεύθυνση. Όταν βρίσκεται κανείς «μέσα», γράφει, τα πάντα φτάνουν να έχουν ενδιαφέρον και το σώμα προσαρμόζεται ευκολότερα από την ψυχή. Εκεί υπάρχουν εκείνοι που ξεσπάνε και κλαίνε απαρηγόρητα μέχρι να ανέβουν από το πηγάδι ξαλαφρωμένοι αλλά ο ίδιος φοβάται πως το ξέσπασμα θα τον αποσυντονίσει πλήρως. Προσπαθεί να επιβληθεί στον εαυτό του μέσω της ορθολογιστικής σκέψης και θυμάται το συμπέρασμα του Αισώπου «πάντα υπάρχει κάποιος που είναι χειρότερα». Δεν έχει καμιά απάντηση στις ερωτήσεις της γυναίκας του επειδή απλά δεν έχει ερωτήσεις της και δεν ξέρει πόσος καιρός θα περάσει μέχρι να ξαναδεί εκείνη και την κόρη του Μπεατρίς, που έχουν κι αυτές ακολουθήσει τον πατέρα του στην αυτοεξορία· είναι, όμως, βέβαιος πως δεν θα καταφέρει να συνηθίσει την απουσία της.

2. Στα κεφάλαια με υπότιτλο «Πληγωμένοι και μωλωπισμένοι» εκφράζονται τόσο η μικρή Μπεατρίς όσο και η Γρασιέλα. Ο λόγος της πρώτης συνάδει με την ηλικία της, άρα και με τρυφερή καθαρότητα αλλά και μια τρομερή λογική. Έχει να αντιμετωπίσει την άγνοια των συμμαθητών της –αν ο μπαμπάς της είναι φυλακή σημαίνει πως είναι εγκληματίας, πολιτικοί εξόριστοι σαν κι αυτούς έρχονται να πάρουν τις δουλειές από τους ντόπιους. Ο λόγος της δεύτερης είναι εξομολογητικός: διαβάζοντας τα γράμματα του Σαντιάγο, αισθάνεται πως εκείνος γράφει λες και η ζωή έρχεται καταπάνω του, ενώ εκείνης, αντίθετα, της φαίνεται σαν αυτό το τοπίο να απομακρύνεται, να διαλύεται να σβήνει. Ο υποχρεωτικός χωρισμός τον κάνει πιο τρυφερό ενώ εκείνη πιο σκληρή και κάθε μέρα τον χρειάζεται όλο και λιγότερο.

3. «Μετρώντας ήττες και χαράζοντας δρόμους», ο πατέρας του Σαντιάγο Δον Ραφαέλ υποφέρει και αντιστέκεται ως αυτοεξόριστος πατέρας ενός φυλακισμένου. Έχει μετατρέψει την εξορία του σε απόλυτα δική του. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει το είδος της νοσταλγίας για την διαδρομή που έκανε για να γυρίσει σπίτι, να ξέρει τι βρίσκεται μετά από κάθε κιόσκι ή φανάρι. Και άρχισε να κάνει δικούς του τους δρόμους, τις γωνίες, τον ουρανό, τα καφενεία, τον ήλιο και την σκιά. Αισθάνεται ενοχές που δεν γράφει συχνά στον Σαντιάγο αλλά τι να του πει; Ότι αυτό που του συμβαίνει είναι συνέπεια της δικής του στάση; Δεν μιλούσαν ακόμα και την εποχή που μπορούσαν και δεν κατάπιναν τα λόγια τους όπως όλοι τώρα. Εκείνος έτσι κι αλλιώς θα συνέχιζε την πορεία που είχε αμετάκλητα επιλέξει. Αισθάνεται πόνο στα σημεία που την συγκεκριμένη στιγμή σκέφτεται ότι τον χτυπούν και, παλιά ιστορία, ως επιζών μιας γενοκτονίας βιώνει μια παράξενη ενοχή που είναι ζωντανός. Μακάρι να μπορούσε να αλλάξει θέση μαζί του αλλά δεν θα τον δέχονταν, δεν είναι αρκετά μισητός ούτε θέλησε να τους ανατρέψει. Βλέπει την Γρασιέλα κάθε μέρα και ποιο αποθαρρυμένη, και πιο γκρίζα, σαν μια Πηνελόπη που δεν αρκείται πλέον να υφαίνει και να ξηλώνει. Στις πιο αισιόδοξες στιγμές του σκέφτεται πως το παρελθόν κατατροπώνει το παρόν, το οποίο όμως κερδίζει μια και μοναδική αλλά αποφασιστική μάχη: υπάρχει. Η εξορία είναι ένα άλλο ξεκίνημα και κάθε ξεκίνημα είναι και μια νιότη.

4. Υπάρχει και «Ο άλλος. (Μάρτυρας μοναχικός)», ο συναγωνιστής του Σαντιάγο, Ρολάνδο, που θυμάται την παρέα τεσσάρων ονειροπόλων που ακόμα και στις διακοπές με τις οικογένειές τους απομονώνονταν και κάθονταν να φτιάξουν τον κόσμο, Ο Μανόλο επέμενε πως η ουρουγουανική αστική τάξη δεν είναι σαν της Σκανδιναβίας, πως αυτοί εδώ θα καλέσουν τους καραβανάδες να τους καταπιούν, όπως συνέβη στην Γουατεμάλα, και ότι πρέπει να παίξουν σε άλλο γήπεδο από αυτό της απλής πολιτικής διαμάχης. Θυμάται τον βουβό του πόθο για την Γρασιέλα που τώρα βλέπει αποσυντονισμένη αλλά πάντα όμορφη. Ο τρόπος που ο ένας πλησιάζει τον άλλον εμπεριέχει επιθυμία και απορία, αμηχανία και σιγουριά. Η επερχόμενη σχέση προφανώς θα αλλάξει μια τραγωδία που νόμιζαν πως δεν έχει άλλο.

5. Και συνεχίζει ο Σαντιάγο: Όταν κανείς είναι αθεράπευτα ακίνητος, είναι εντυπωσιακή η πνευματική ευκινησία που μπορεί να αποκτήσει. Μπορεί να διευρύνει το παρόν όσο θέλει ή να ριχτεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο μέλλον ή να πάει προς τα πίσω, στο επικίνδυνο μέρος των αναμνήσεων, εκεί όπου βρίσκεται αυτό που μπορούσε κανείς να πράξει και δεν έπραξε. Εμβολιασμένος όμως κατά της τρέλας, έχει ανακαλύψει ένα σωτήριο σύστημα: προηγουμένως οι αναμνήσεις εφορμούσαν πάνω του χωρίς καμία τάξη, βάζοντάς τον υπό την πλήρη εξουσία τους. Τώρα είναι αυτός που τις καθοδηγεί· προγραμματίζει την μνήμη, αποφασίζει ο ίδιος τι θα θυμηθεί. Αν δεν βάλει τάξη, θα την σκέφτεται συνεχώς να κάνουν έρωτα, μια οδυνηρή απόδειξη της απουσίας της.

6. Και συνεχίζει ο Ραφαέλ: έχει μάθει να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές του Σαντιάγο και αντιλαμβάνεται ότι εκείνος συνεχίζει να έχει τα λογικά του. Αυτός είναι ο φόβος του – όχι μην προδώσει ή μην σπάσει αλλά να μη γλιστρήσει από την πνευματική υγεία ποιος ξέρει που. Θυμάται, άλλωστε, τον λόγο ενός διευθυντή της φυλακής: «Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε τον χρόνο που μας μένει για να τους τρελάνουμε». Όμως είναι βέβαιος πως ο Σαντιάγο έχει καταφέρει να δημιουργήσει ή ίσως και να ανακαλύψει μια παράξενη ζωτικότητα· πως καθορίζει την δοσολογία του μίσους γιατί αυτά ζωογονούν μόνο αν τα κυβερνά ο άνθρωπος ενώ τον καταστρέφουν αν τα αφήνει να τον εξουσιάζουν. Κανείς δεν ξέρει πόσο εύφλεκτος ή άφλεκτος είναι αν δεν περάσει από την φωτιά και τώρα καταφέρνει να απομυθοποιήσει τον θάνατο, να τον υποβιβάσει στα μάτια του, ακρωτηριάζοντάς τον από την μυθική φήμη.

7. Και συνεχίζει η Μπεατρίς, στη νέα προσωπική της διάκριση των εποχών του χρόνου· έπαψαν να αγαπούν την την άνοιξη γιατί τότε συνέλαβαν τον μπαμπά· αγαπά τo καλοκαίρι γιατί οι φυγάδες θα μπορούσαν να πάνε στην παραλία ώστε κανείς να μην τους αναγνωρίζει· και το φθινόπωρο το καταλαβαίνει σίγουρα κι αυτός γιατί τα φύλλα μπαίνουν από το παράθυρό του και νομίζει πως είναι δικά της γράμματα, όπως της έγραψε. Είναι βέβαιη πως εκεί που βρίσκεται ο μπαμπάς της, το απόγευμα πρέπει να εξαπλώνεται η λύπη και είναι περήφανη γι’ αυτόν γιατί είχε πάρα πολλές ιδέες, τόσες πολλές που τον έβαλαν φυλακή γι’ αυτές.

8. Και συνεχίζει ο Μπενεντέττι, με μνήμες από το 1975: την θλίψη της αναπόφευκτης καύσης των βιβλίων για να αποφευχθεί η σύλληψη, τις κασέτες των Τσίκο Μπουάρκε, του Βιλέτι, της Νάτσα Γκεβάρα, του Σίλβιο Ροδρίγκες που άκουγε ανάμεσα στις ειδήσεις για πτώματα στους σκουπιδότοπους· στο τηλέφωνο την φράση «Σε παίρνω μόνο για να σου πω να βγεις στο μπαλκόνι και να δεις τι όμορφη είναι η στρατιωτική παρέλαση περνάει μπροστά από το σπίτι σου», φράση σήμαινε μια επιχείρηση σκούπα στα σπίτια. Και όταν η επιχείρηση τελείωνε, «σου άρεσε η παρέλαση; κρίμα που τελείωσε τόσο γρήγορα». Και πως να ξεχάσει την «φιλική» παράκληση να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα παίρνοντας μόνο μια βαλίτσα και τον δικό του περίφημο σαρκασμό, όταν σκούντησε τον αποκοιμισμένο επιθεωρητή με την φράση Αν είμαι τόσο ανατρεπτικός που πρέπει να με διώξετε από την χώρα, σας παρακαλώ μην κοιμάστε για να με επιβλέπετε.

9. Υπάρχουν σελίδες μέγιστες συναισθηματικής φόρτισης και περιορίζομαι σε δυο περιπτώσεις. Σε ένα γράμμα από τον γιο του ο δον Ραφαέλ διαβάζει πως ετοιμάζεται να του κάνει μια μεγάλη εξομολόγηση. Πρώτα σπεύδει να προλάβει την ανησυχία του· όχι, δεν κατέδωσε κάποιον, παρόλο που και ως προς αυτό παραδέχεται ότι δεν το έκανε από πεποίθηση αλλά από υπολογισμό: παρατηρούσε ότι άμα τα αρνείσαι όλα οι τύποι σε βαράνε μεν κατά βάθος όμως υποπτεύονται ότι μπορεί να τους λες την αλήθεια, ότι δεν ξέρεις απολύτως τίποτα, ενώ αν λυγίσεις αμέσως υποπτεύονται ότι γνωρίζεις πολύ περισσότερα και θα σε λιώσουν. Τελικά η εξομολόγηση αφορά την αυτουργία ενός φόνου, του ξαδέλφου του που είχε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στους παρακρατικούς. Αν έπρεπε να το κάνει για την δική του σωτηρία, ταυτόχρονα αισθάνθηκε ότι στραγγάλισε την παιδική του ηλικία, καθώς μαζί για χρόνια μοιράζονταν παιχνίδια και όνειρα. Και τώρα έχει ανάγκη την δική του γνώμη. Το γράμμα έφυγε από την φυλακή χάρη σε μια χάρη, μια συγκυρία, ένα χρέος, οτιδήποτε αλλά η απάντηση του Ραφαέλ θα περάσει σίγουρα από λογοκρισία, συνεπώς αρκεί, πάντα με τον γνωστό συνθηματικό τρόπο, ένα «καταλαβαίνω» ή δεν καταλαβαίνω, δυο αράδες πριν τον αποχαιρετισμό.

10. Ύστερα είναι η επίσκεψη της Γρασιέλας στον πεθερό της και η εξομολόγησή της για τα ανύπαρκτα πια αισθήματα έρωτα για τον Σαντιάγο. Αυτή κι αν χρειάζεται απελπισμένα την γνώμη του· αν απαντά στα γεμάτα έρωτα γράμματά του θα είναι υποκρίτρια· αν του γράψει με ειλικρίνεια, θα συντρίψει τον ήδη συντετριμμένο φυλακισμένο, προσθέτοντάς του μια περιττή πράξη σκληρότητας. Βέβαιος πως η ίδια και η κόρη τους είναι οι λόγοι που ο Σαντιάγο ζει, ο Ραφαέλ της προτείνει να μην του μιλήσει, παρέχοντάς της το δικαίωμα να του πει ότι ο ίδιος την συμβούλεψε να μη μιλήσει, να μην καταρρεύσει μέσα σ’ εκείνα τα κάγκελα ο κόσμος του. Ο ίδιος ο Ραφαέλ παραδέχεται αργότερα στον εαυτό του πως ούτε ο ίδιος ήταν πεπεισμένος – η υποκρισία είναι ελάττωμα αλλά και η ειλικρίνεια δεν είναι πάντα αρετή.

11. Καθώς οι επιμέρους μύθοι οδεύουν προς την έξοδο και ο μύθος που τους απαρτίζει στην δική του «κάθαρση», δεν έχει νόημα να γράψουμε οτιδήποτε παραπάνω για το πως και γιατί. Μόνο να κοινωνήσουμε τις σκέψεις του Ραφαέλ, για την νέα κοινωνία που έπρεπε να χτιστεί. Ποιοι θα το έκανα; Σίγουρα όχι από βετεράνοι όπως ο ίδιος, ίσως εξόριστοι όπως η εγγονή του, ίσως τα παιδιά που παραμένουν στη χώρα, αυτά που έχουν μια σκοπιά παιδική αλλά καθόλου αμνησιακή, που είδαν μεγάλο μέρος από σκληρές συγκρούσεις, που πήραν τους πατεράδες τους και τις μητέρες τους και δεν τους ξαναείδαν, που είδαν ανθρώπους να κλαίνε μπροστά από φέρετρα που απαγορευόταν να ανοίξουν «και εμείς θα τα βοηθήσουμε να θυμηθούν αυτά που είδαν αλλά και αυτά που δεν είδαν».

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 91], 2024, σελ. 267, μτφ. Κώστας Αθανασίου [Primavera con una esquina rota, 1982].

Οι εικόνες από την δικτατορική Ουρουγουάη είναι από ένα σχετικό άρθρο της El Pais [2023], εδώ.

Οι δίσκοι των αναφερόμενων στο βιβλίο καλλιτεχνών είναι ακριβώς από το 1975.