Beach House – Teen Dream (Sub Pop, 2010)

 

Η ανιψιά του Michel Legrand ντύνεται με γαλάζια φορέματα, ποζάρει πάνω σε συννεφιασμένες ξύλινες γέφυρες, παίζει πλήκτρα με έμπνευση και τραγουδά με ερμαφρόδιτη φωνή. Ο Alex Scally αναλαμβάνει το πλήρες υπόλοιπο οργανιστικό μέρος της ομορφιάς. Τα σπίτια τους είναι όπου βρίσκονται οι φίλοι και οι τζαμοπαρέες, δηλαδή η Βαλτιμόρη και το πρώτο τραγούδι που τους έκανε γνωστούς έλεγε για ένα περιβόλι γεμάτο μηλιές. Από το 2006, δυο χρόνια μετά τον σχηματισμό τους, κυκλοφορούν δίσκους ανά δυο χρόνια (S/T, Devotion, παρόν – οι δυο πρώτοι στην Carpark), όλους ίδιους στην ομορφοσύνη τους: μελωδικοί, μελω-δραματικοί, δίνουν ένα τελικώς αληθές περιεχόμενο στον χαζούλικο όρο dream pop.

Η γαλλοθρεμμένη και κλασσικοσπουδαγμένη δεσποσύνη που μας παραδίδεται ολόκληρη με τις σπηλαιώδεις φωνητικές της χορδές και ο παιδικός της φίλος τριπλασιάζουν λοιπόν τις σαγήνες τους. Υπάρχει μια πλήρης γοητεία στον τρόπο που πολτοποιούν τις μαργαριταρένιες κιθάρες τους και τα χρυσοσκονισμένα τους πλήκτρα σε τραγουδισμένα γλυκίσματα, όπως υπάρχει και κάτι το νοσηρό και υπερομαντικό στο μούσκεμά τους σ’ αυτούς τους μουλτιδεαλιστικούς στίχους.

Αρχικά καταθέτουν προσφορά ένα κομμάτι που μας χρωστούσαν για χρόνια οι Galaxie 500 προτού βυθιστούν ολοένα και περισσότερο στην ενδοσκόπηση (Zebra) και κατόπιν ασημώνουν ένα κόσμημα με Neil Young γυαλιστικό (Silver Song). Ως μονίμως διαφωνών με τις επιλογές των σινγκλς δεν βλέπω τίποτα το κυκλοφορίσιμο σε Norway (Kate Bush ψιθύρισε κάποιος) αλλά ως επιρρεπής των εύκολων πλην μαγεμένων ακουσμάτων, υποχωρώ υποκλινόμενος στο Walk in the Park και την αυθεντική shoegaze ερωτοτροπία κιθαριστικών και πληκτρικών tremolos. To αληθινό shoegaze υπόβαθρο βέβαια βρίσκεται πιο κάτω κι ακολουθεί λαχανιαστά το κρεσέντο του 10 Mile Stereo, ένα κομψοτέχνημα που έχει θέση στον κατάλογο της καλύτερης 4AD

Διαβάζω τις γνώμες για τον δίσκο και χαζεύω και χαζεύομαι με τις ηχητικές διασυνδέσεις: Big Star, κάπως ναι, John Lennon, λίγο τραβηγμένο, 80s Synth Pop, σαφώς, Mazzy Star ή Hope Sandoval σόλο, στο κλίμα ναι στη φωνή όχι, Slowdive, κατά κάποιο τρόπο, Grizzly Bear, κατά άλλο τρόπο, St. Vincent, τι;. Ακόμα και Nico… όμως η Βικτωρία είναι μεν τραγουδίστρια – υπνωτίστρια αλλά χωρίς την τευτονική δωρικότητα της παγωμένης μας μούσας – εκτός αν εννοούν αυτό το αργόσυρτο τράβηγμα στο τέλος των λέξεων ή εκείνη την ατμόσφαιρα… Ατμόσφαιρα, να μια λέξη κλειδί για τους Beach House. Απεναντίας, οι παραπομπές στην Stevie Nicks (σε μια εντελώς σύγχρονη, ηλεκτρονικοποιημένη εκδοχή) και την dreamy pop εκδοχή των Fleetwood Mac έχουν κάποια βάση. Άλλωστε εκεί δεν έπαιζε φωνητικά και ο άλλος ά-φυλος λάρυγγας του Lindsay Backingham;

Τι σημασία έχει; Όλες αυτές οι επαναλαμβανόμενες, αντηχητικές κιθάρες και τα αραχνοΰφαντα back φωνητικά, όλα αυτά τα στοιχειωτικά, ναρκωτικά μελοδράματα και τα λόγια για εκείνον τον τρόμο «να γλιστρήσει ο άλλος απ’ το μυαλό» σου οριστικά και αμετάκλητα ή να τον συναντήσεις βιαστικά στο κλιμακοστάσιο της κόλασης κάνουν πάλι το θαύμα τους. Άλλα τρίβια: Η Legrand τραγούδησε το Slow Life από το soundtrack του Twilight: New Moon και στο Two Weeks των Grizzly Bear, ο παραγωγός των οποίων (αλλά και των Yeah Yeah Yeahs, TV on the Radio, Blonde Redhead) Chris Coady βρίσκεται μαζί τους για δεύτερη συνεχή κυκλο-φορά, ενώ η κανονική κυκλοφορία συνοδεύεται από DVD με βίντεο του κάθε τραγουδιού, γυρισμένο από διαφορετικούς σκηνοθέτες. Αν και όλα αυτά τα τραγούδια από μόνα τους πλάθουν τόσες εικόνες, που αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου για να δεις σκηνές και σκηνές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Edward Sharpe & The Magnetic Zeros – From below (Vagrant/Rough Trade, 2009)

O Edward Sharpe είναι μια μεσσιανική μορφή που δημιούργησε ο Alex Ebert μετά τον δραματικό χωρισμό με τη φίλη του, την αναχώρησή του απ’ το κοινό σπίτι και την συμμετοχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Ο Edward υποτίθεται πως στάλθηκε στη γη να σώσει τους ανθρώπους από την καταστροφή αλλά αποσπάται απ’ το έργο του εξαιτίας συνεχών ερώτων – δηλαδή περιέπλεξε τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Τουλάχιστο συνάντησε την τραγουδίστρια Jade Castrinos και συνολικά μια δεκαριά νοματαίοι – νομαδαίοι άρχισαν να γυρνούν τους δρόμους και τις πολιτείες μ’ ένα λευκό σχολικό λεωφορειάκι. Οι συνθέσεις έβγαιναν η μια μετά την άλλη, το βανάκι άρχισε να βάφεται μ’ όλα τα χρώματα. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Πρώην frontman των Ιma Robot, ο Εbert κρατάει τις περισσότερες φωνές, αλλάζοντας χρώματα, στιλ αλλά και θέση, χωρίς να παίρνουμε είδηση ποιος παίρνει σκυτάλη μικροφώνου κι ακούγεται την μια σαν David Bowie, την άλλη σαν Jerry Garcia, σαν γκουρού των 60ς, σαν ηρεμισμένος Roky Erickson, σαν λοξός κληρονόμος των The Mamas & The Papas και των Buffalo Springfield, σαν Ιεροκήρυκας των Χίππις, οδηγός Magic Bus στο Φρίσκο ή απλώς ένας προσεκτικός βοκαλίστας μιας ευρείας 70ς ροκ μπάντας και μιας εκλεπτυσμένης 50ς αλητοπαρέας. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Σχηματισμένοι το 2007 μετά τις απανωτές απορρίψεις των εταιρειών, με βάση το LA κι εμπνευσμένοι (κατά πως λένε και λέει) απ’ τους Merry Pranksters του Ken Kesey που γυρνούσαν τους δρόμους με το δικό τους βαν διαλαλώντας τις χάρες και τις χαρές του acid, όπως το περιέγραφε κι ο Tom Wolfe στο κορυφαίο The Electric Kool-Aid Acid Test, έρχονται να φτιάξουν την δική τους ψυχεδέλεια ως έννοια, ως πολύχρωμη και πολύτροπη μουσική δημιουργία. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Μόνο που εδώ μιλάμε για έξοχες συνθετικές δημιουργίες, κι όχι για τίποτα δεκαπεντάλεπτα τζαμαρίσματα κι όπου μας βγει. Σ’ αυτό το σύνολο αριστοτεχνικής οικονομίας το μεγαλύτερο κομμάτι είναι εξάλεπτο και τα περισσότερα μοιάζουν να βγαίνουν από ένα σεντούκι κλασικής ποπ και ροκ. Στο πανηγυρικό ξεκίνημα του 40 day dream μάς υποδέχεται η ρυθμ σέξιον του Boss κι ένα γκόσπελ που πίστευα πως μόνο οι Mull Historical Society ή οι Arcade Fire μπορούσαν να φτιάξουν μας καλωσορίζει σ’ ένα Magical Mystery Tour γεμάτο όργανα – παιχνίδια (ξυλόφωνα, σφυρίχτρες, παλαμάκια, αρμόνια, φυσαρμόνια, κρούστες και κρουστά) και διαθέσεις ακόμα πιο παιχνίδιες. Ο Roy Orbinson είναι σκυφτός στο Black water με ατόφια 70ς μπάντα πίσω του κι ολοφώτιστος στο Carries On μπροστά από Μοταουνίστες εν Χορώ, ενώ στο Home αυθεντικοί hillbillies επιστρέφουν στο σαλούνι κι ο Cash με την June Carter ανεβαίνουν στη σκηνή και γίνεται λαμπερός χαμός. Στο τελικό Om nashi me ενώνονται Βόρεια και Νότια Αμερική σε μια τελετή σαμάνων και μπλουζμεν.

Μα τίποτα δεν υστερεί εδώ; Δεν θα βρούμε καμιά πιο αδύνατη στιγμή; Οκ, κρίμα που το μεξικανόπνευστο Jade δόθηκε στη φωνή της … Jade κι εκείνη ακούγεται σαν τον ….Chris de Burgh. Άντε και το I come in please με τα ξασπρισμένα σόουλ φωνητικά και κάτι γυρίσματα «ώριμων» Jefferson Airplane. Τουλάχιστο το έτερο λατινοπαθές Kisses over Babylon το αναλαμβάνουν άριστα άλλοι χορωδοί στα ισπανικά κι ακούγονται σαν καταπιωμένοι Walkmen. Και συνεχώς έρχονται νέες αμοιβές: το ψυχεδελικότατο Desert song (πλησιάζοντας κι ένα σύγχρονο ήχο που εκτός απ’ τους Arcades μόνο οι Bright Eyes άγγιξαν, ελάχιστα δε οι Polyphonic Spree κι οι Plants and Animals), το μπαρουτοκαπνισμένο Simplest love και δεν ανέφερα και το ομώνυμο και πιο αγαπημένο μου όλων!

Η αποθέωση της αγάπης και η αίσθηση της κοινότητας, τα χρώματα ταξιδιών εξωτερικών κι εσωτερικών, όλα θα πήγαιναν χαμένα κι αμετάδοτα χωρίς αυτές τις υπέροχες συνθέσεις. Δίσκος ταξίδι, δίσκος περιπέτεια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr