11
Φεβ.
08

Λάκης Παπαστάθης – Η ήσυχη και άλλα διηγήματα

Στις έξι μπήκε στο Αττικόν, όχι για να δει ταινία, αλλά για να κλάψει με την ησυχία της στη σκοτεινή αίθουσα. (σ. 63)
Ήρωες: Δύο αλληλοποθούμενοι φίλοι που δεν τολμούν να χαλάσουν τη φιλία τους για τον έρωτα. Ένας αστικός περιπατητής που βρίσκεται μεταξύ οδού Ευριπίδου και κοιλάδας του Νείλου. Κάποιος που μάζευε μεταχειρισμένα ματογυάλια και τα έστελνε στο Μπαγκλαντές. Ένας ρακοσυλλέκτης που πιστεύει στην αξία των πεταμένων πραγμάτων. Ένας εξοδούχος φαντάρος που πρέπει να εκφράσει τον ερωτισμό του μέσα σε ένα 6ωρο. Κάποιοι που συνδύασαν αναπόφευκτα την πολιτική με την ερωτική δράση, άλλοι που θέλουν να ξαναβγούν στους δρόμους αλλά ποιος να τους ξεσηκώσει. Ορισμένοι που τα πάνε καλύτερα με τους νεκρούς και βρίσκουν γαλήνη ανάβοντας τα καντήλια τους. Δυο εραστές στρωματσάδα σε ένα σκοτεινό θάλαμο, προτού θυσιάσουν το προσωπικό τους πάθος στο συλλογικό.
Θυμάμαι μια παλιά φράση του Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου (τι απέγινε αυτή η ψυχή;) από έναν παλιό Ήχο: Όσοι από εμάς έχουμε πενθήσει μερικούς οριακούς χωρισμούς…. Αυτή η φράση, καρφωμένη στο μυαλό μου για καιρό, ξαναβγήκε στην επιφάνειά του διαβάζοντας την Ήσυχη. Υπάρχει μια ανάλογη αίσθηση εδώ αλλά με δύο διαφορές. Αρχικά, εδώ δεν υπάρχει πένθος ή κάποια ακραία συναισθηματική αντίδραση αλλά μια ήρεμη ή γλυκόπικρη ή και φιλοσοφημένη αποδοχή του αναπότρεπτου των πραγμάτων, όσο δυσάρεστα κι αν είναι. Όλοι παραμένουν ο εαυτός τους – δεν κάνουν την παραμικρή υποχώρηση ούτε και υπέρβαση. Δεν την έκαναν τόσα χρόνια, τώρα θα την κάνουν; Ύστερα, οι χωρισμοί εδώ δεν είναι απλώς ερωτικοί αλλά διαζύγια με οτιδήποτε κάποτε αγαπήσαμε: νεότητα, ιδεολογία, φίλος, συνήθειες, όνειρο, παρέες, το σπίτι που μεγαλώσαμε, η ιδέα που μας ξεσήκωσε.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Βόλος, 1943. Σπουδαγμένος κινηματογραφιστής, σκηνοθέτης (Τον καιρό των Ελλήνων (1981), Θεόφιλος (1987), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001) και της «μικρής» Γράμματα από την Αμερική (1972)). Ντοκιμαντερίστας, βασικός συνεργάτης του τηλεοπτικού Παρασκηνίου. Διηγηματογράφος για 2η φορά (προηγήθηκε το 2002 Η νυχτερίδα πέταξε, από τις ίδιες εκδόσεις), κινηματογραφο-γράφος, με ολόδικό του βιβλίο (Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία) ή με συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις (για τον Δήμο Θέο, τον Κώστα Σφήκα και τον Λευτέρη Ξανθόπουλο). Ερασιτέχνης αρχειοθέτης παλαιών περιοδικών (δεν είναι σχήμα λόγου, κυριολεκτώ).
Γοητεία: Δεν ξέρω κατά πόσο με επηρεάζει η γνωστή ιδιότητα του Λ.Π. και διακρίνω παντού επιρροές και εκλεκτές συγγένειες με την «παλιά του τέχνη κόσκινο». Η τέχνη των εικόνων (του) βρίσκεται παντού, τόσο σε κινηματογραφικούς όρους, τεχνικές και ονόματα, όσο και στο ίδιο το μολύβι της γραφής του: ξεκινάει με τη σκηνογράφηση ενός σημαίνοντος χώρου, συνεχίζει με την επιλογή κάποιας οριακής στιγμής της ζωής τους, τη συνδέει με χρονικά πισωγυρίσματα. Εστιάζει στο χαρακτήρα, αδιαφορώντας για την πλοκή, πράγμα φυσικό μέσα στα ασφυκτικά όρια των ολιγοσέλιδων διηγημάτων. Από την άλλη, ταινίες των Φριτς Λανγκ, Λουκίνο Βισκόντι, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και Καρλ Ντράγερ βρίσκουν θέση στις ιστορίες, κάποιες από τις οποίες διαδραματίζονται μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες ή στο δωματιάκι προβολής. Εκεί θα χρειαστεί ο μηχανικός μια παρέα να μοιραστεί την αγαπημένη του ταινία, εκεί άλλοι πρωταγωνιστές της καθημερινότητας θα σκηνοθετήσουν τις αντιδράσεις τους.
Γραφιστικά: Λόγος γυμνός, χωρίς στολίδια και φιοριτούρες, προτάσεις μικρές, σα να μας τα διηγείται προφορικά ένας καλός μας φίλος. Προσωπικά δεν έχω νοιώσει από φετινό διάβασμα μεγαλύτερη φόρτιση από τη λίστα οκτώ ευτυχισμένων αναμνήσεων-σκηνών ενός συντρόφου που χάνεται. Είναι αξιοθαύμαστος ο απογυμνωμένος τρόπος συμπύκνωσης μιας τέτοιας ιδέας (Όταν έφυγε για πάντα).
Αποσπάσματα: Η ζωή μου είναι σαν κακοκομμένη ταινία, σκέφτηκε. Χωρίς να το θέλει έρχονταν στο μυαλό του μόνο οι κομμένες σκηνές, σαν κάποιος να τις έκλεψε από την καμπίνα του μηχανικού προβολής και να τις πρόβαλλε. (σ. 74)
Στις αναμνήσεις του δεν περιλαμβάνονται οι σεξουαλικές στιγμές, παρ’όλο που τώρα την ήθελε πιο πολύ από ποτέ. Έδιωχνε τα φλας που φώτιζαν τους σπασμούς της ή τις συσπάσεις στο πρόσωπο και το λαιμό. Σαν τους παλιούς άντρες, που θεωρούσαν πως δεν ήταν αξιοπρεπές να μιλάνε σε άλλους για τα σεξουαλικά τους ή σαν τις ασπρόμαυρες ταινίες του μεσοπολέμου, που όταν το ζευγάρι αρπαζόταν ερωτικά στο κρεβάτι, η εικόνα έσβηνε. (σ. 77)
Σ’ όλη του τη ζωή έτρωγε το φαγητό του οργανωμένα, συλλογικά. Από φυλακή σε φυλακή, από εξορία σε εξορία κι από εκεί σχεδόν κατευθείαν στο Γηροκομείο! (σ. 91)
Εικόνες, εικόνες… Στους θερινούς κινηματογράφους ακούγονται σαν σύγχρονη υπόκρουση στην ταινία οι θόρυβοι από τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες των πολυκατοικιών. Ο Μπερνστάιν διευθύνει την Ενάτη του Μπετόβεν στα σύνορα του Ανατολικού με το Δυτικό Βερολίνο, με μουσικούς και από τις δύο μεριές, την ώρα που γκρεμίζεται το τείχος. Κάποιος περπατάει στους έρημους, μόλις φωτισμένους διαδρόμους ενός γηροκομείου. Κι εσύ συνεχώς έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις «πραγματικότητα» κι όχι μυθιστορία και πως, όπως λέει ένας ακόμα ήρωας εδώ, περπατάμε στον παράδεισο χωρίς να ‘χουμε πεθάνει!
Συντεταγμένες: 27 διηγήματα, εκδόσεις Νεφέλη, 2005, σελ.150.
Πρώτη δημοσίευση σε : http://www.mic.gr/books.asp?id=14856
Advertisements

0 Responses to “Λάκης Παπαστάθης – Η ήσυχη και άλλα διηγήματα”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 818,159 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: