Θωμάς Κοροβίνης – Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας

Ο Κοροβίνης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι ο οδηγός του καραβανιού μας σε Τουρκίες και Ανατολίες. Μας μύησε στους Ασίκηδες και στην Τούρκικη Λαϊκή Ποίηση, μας κοινώνησε με τους Τσακιτζήδες (μεταφράζοντας και τον Τσακιτζή του Κούρδου Γιασάρ Κεμάλ), μας κατασκανδάλισε με Βωμολοχικές Ελληνικές Παροιμίες, μας σαγήνευσε με τα αφηγήματά του (Κανάλ Ντ’ Αμούρ, Φαχισέ Τσίκα, Το χτικιό της Ανω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για το Γιώργο Κούδα), θα τον είχαμε καθηγητή αν κάποτε φοιτούσαμε στο Ζάππειο ή το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης. Ερευνητής, λαογράφος, συνθέτης, τραγουδιστής (Χριστιανόπουλος – Ζήκας – Κοροβίνης στην Όμορφη Νύχτα (1986), Από έβενο και αχάτη (1992), Τακίμια (1998)), ανθολόγος λογοτεχνικής Κωνσταντινούπολης και ενορχηστρωτής ενός μεγάλο αφιερώματος 390 υπογραφών στον Καζαντζίδη…αυτή τη φορά εισχώρησε ακόμα πιο βαθιά στο ανατολίτικο χωροχρόνο, στους περίφημους Ζεϊμπέκους.

Αφετηρία: κεντροδυτική Ανατολία. Ονοματοδοσία: πολυερμηνευόμενη. Παρουσιαστικό: σπαθοφορεμένο, αστακοπλισμένο. Χορός: μεγαλόπρεπος, συμβολικός ηρωισμού και παραδόσεων, συνήθως σύντομος μα πάντα μοναχικός. Καταγωγή: σκοτεινή. Πλείστες απόψεις παρατίθενται, η πειστικότερη υποστηρίζεται από τον συγγραφέα (: απόγονοι φυλετικής επιμειξίας θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας;). Εξάρτυση: στη ζώνη ταμπακέρα, φλασκί, ενίοτε κάποιο έγχορδο λαϊκό όργανο για επιτόπια έκφραση και … μαξιλάρι για υπαίθρια διανυκτέρευση!

Ιδιότητες: τιμωροί των απατεώνων εμπόρων, αρωγοί φτωχών, προστάτες ταξιδιωτών αλλά, στην εκφυλισμένη τους μορφή, και προκρίτων ή μεσολαβητές προίκας φτωχών κορασίδων, ζωοσφάχτες, επισκευαστές κρηνών και πηγαδιών, επίλεκτοι πολεμιστές, «κοινωνικοί» ληστές. Αξίες: εξέγερση, μεγαλοψυχία, ριψοκίνδυνη ζωή. Συμπεριφορά: αντικρατική, αντιεξουσιαστική, εναντίον της κρατικής καταπίεσης, κακοδιοίκησης και βίας. Διαβίωση: κοινοβιακή, βουνίσια. Ειδολογία: 150 διαφορετικά ονόματα ζεϊμπέκικων ενσωματώνουν την ανάμνηση των χορευτών τους. Κανόνες συμπεριφοράς: ένα πλήρες σύστημα, εξ ου και οι έκρυθμες καταστάσεις σε περιπτώσεις παράβασής του.

Τι είδους πρόσωπα μεταμορφώνονταν σε αυτούς τους κοινωνικούς ληστές με ποιο τροπο; Πώς διαβιούσαν, γιατί έγιναν αγαπητοί και διάσημοι, με ποιους συμμαχούσαν; Πώς οδηγούνταν στην ηρωοποίησή τους; Γιατί ποτέ δεν έχουν μνήματα αλλά θάβονται σε απρόσιτα μέρη; Πώς φτάνει εκείνος ο διονυσιακός πολεμικός χορός στις μέρες μας; Πόσο βαθιά φτάνει σε θρησκείες και παγανισμούς, πόσο λεπτά εισχωρεί σε πνευματικές ζωές, έθιμα και καλλιτεχνίες Τουρκίας και Ελλάδας; Πώς επιχρωματίζει κοινωνικές και οικονομικές ζώνες, πως στοιχειοθετεί καθημερινούς βίους, με ποιες ακρότητες συνδέθηκε;

Η μελέτη υπήρξε δεκαεπταετής, ψυχοχρονοβόρα και επιτόπια: σε βιβλιοπωλεία, παλαιοπωλεία, μουσεία, καφενεία, ζωγραφική, Καραγκιόζη, θέατρο, κινηματογράφο, δίσκους, λεξικά, λογοτεχνία, περιοδικά, λαϊκά αναγνώσματα, και στις δυο γλώσσες. Όλα τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζονται και ανθολογούνται ερεθιστικότατα, με πλήρη βιβλιογραφία και εικονογράφηση.

Εκδόσεις Άγρα, 2005. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Pelle Carlberg – The Lilac Time (Labrador, 2008)

 

Είδα το πρόσωπό σου στο facebook εχθές και έχασα τον ύπνο μου τραγουδάει στο πανέμορφο ποπίδιο 51,3 ο Pelle Carlberg, και είναι τόσο ευφραντικός, ο άτιμος! Χαμογελάω πικρά βέβαια όσο σκέφτομαι την αναγκαστική αφηγηματική προσγείωση της αθώας «κιθαριστικής» ποπ στα σημερινά δεδομένα: στα 80ς η εξομολόγηση ήταν «σε είδα έξω απ’ την αυλόπορτα» ή «στο τοπικό δισκάδικο μπροστά από τα επτάιντσα» ή «σε χάζεψα στην σκακιστική λέσχη του Μπόλτον κι έχασα το φως μου», σήμερα ο έρωτας ξεκινάει από την πιο μικρή απ’ όλες τις οθόνες.

Μήπως αυτή η φωνή είναι κάπως γνώριμη στους κατοίκους της twee θαυματοχώρας; Μήπως σε κάποιους θυμίζει στιγμές που ονειροπολούσαν ακούγοντας Edson αναμένοντας την έλευση του έρωτα; Αν ναι, θα τους παραδεχτώ: ο Carlberg (Uppsala 1969) υπήρξε πράγματι ο υποκινητής του εξαμελούς εκείνου ιντύποτου ποπ σχήματος. Ο Σουηδός μας γλυκαντής βρίσκεται ήδη στο τρίτο προσωπικό του δισκάκι παίζοντας και πάλι τα περισσότερα όργανα, με εξαίρεση στα ντραμς (Henrik Nilsson) και στο πιάνο (Helena Soderman).

Ο μπαγάσας βέβαια πρόλαβε και μας έκλεψε το λογοπαίγνιο Pelle And Sebastian που να, εδώ στην άκρη των δαχτύλων το είχαμε! Γιατί όντως τα τραγούδια του πιστώνονται σε ικανό βαθμό υπέρ των Γλυκών Γκλασκωβέζων. Η τρυφερή, παιχνιδιόζα ποπ του ανεβάζει ρυθμούς και κατεβάζει αρμονίες ακριβώς από την λουλουδιασμένη επικράτειά τους. Ορισμένα κομμάτια του είναι αρκούντως ζαχαρώδη, άλλα κρατούν έξυπνο μέσο ρυθμό μεταξύ γλυκού και ξινού, το σύνολο όμως δηλώνει πως θα αντέξει σε δεκάδες επισκέψεις.

Οι χρονολογικά καταλογογραφημένες προτιμήσεις του στην προσωπική του ιστοσελίδα, δεν μας αιφνιδιάζουν: οι Cat Stevens, Simon and Garfunkel, Lloyd Cole and the Commotions, The Church, The Lilac Time, Teenage Fanclub ήταν αναμενόμενοι και οι Nick Drake, Eggstone, Popsicle, Burt Bacharach, Belle and Sebastian, The Velvet Underground, The Beautiful South, Jens Lekman, Suburban Kids With Biblical Names, [Ingenting], Hidden Cameras δεδομενόμενοι. Εντάξει ρε Πίλε, άσε κάτι και για μας.

Μπορεί ο PC μουσικώς να είναι ευφραντικός, στιχουργικά όμως προτιμά να χαρακώνει. Σε προηγούμενα τραγούδια του έχει σαρκάσει την υποκριτική τηλεοπτική κάλυψη του θανάτου του Warren Zevon, μια άνευ επιχειρημάτων αρνητική κριτική για δίσκο του, ακόμα και τους απελπιστικά διψήφιους φανς του. Αυτή τη φορά σειρά παίρνουν οι αεροπορικές εταιρείες (Fly Me to the Moon), ορισμένοι ζωόφιλοι (το Animal Lovers αναφέρεται σε εκείνους που αγαπώντας τα ζωάκια φτάνουν στο άλλο άκρο όσον αφορά την μισανθρωπία τους) κι όλοι εκείνοι που μας θεωρούν περισσότερο λάπτοπ παρά ανθρώπους (Tired of Being PC – χμ, κι άλλο αρχικοπαίγνιο).

Ετούτος ο σύγχρονος Πελλέ ο Κατακτητής σαφώς έχει θέση στην προσωπική μας επικράτεια. Aπαντά ο ίδιος γιατί, με το πιο εύηχο μελώδημα: Because I’m Worth It.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.