Scott Matthew – S/T (Glitterhouse, 2008)

And god it’s strange/ to be the only one to talk to.

Γιατί προηγείται το τραγουδιστής από το συνθέτης; έχει αναρωτηθεί ο Μπάμπης Αργυρίου σε κάποιο φυλλάδιο λογοτεχνικών αξιώσεων σχετικά με την χρήση του όρου singer/songwriter. Είναι στις περιπτώσεις αυτές η τραγουδιστική ιδιότητα σημαντικότερη από την συνθετική; Προηγείται λόγω λιγότερων γραμμάτων ή εξαιτίας του γνωστού παραγκωνισμού των αφανών συνθετών υπέρ των έκθετων εκτελεστών;

Ας το ερευνήσουν οι εκφρασιολόγοι του εντευκτηρίου μας, δεν με απασχολεί τώρα: όταν ακούγεται ο Scott Matthew στο δωμάτιό μου, οι σκέψεις σταματάνε. Κι όσο υπάρχουν συνθετοτραγουδιστές όπως αυτός, δεν θα πάψω να ψάχνω το είδος για να νοιώθω ακριβώς τέτοιες συγκινήσεις. Τον θυμάμαι ως τυχαία ανακάλυψη στο μπαλαντοφόρο δισκάκι Elva Snow με το γλυκό Pavement Kisses, τον ξαναβρήκα ως συνθέτη του σάουντρακ του Short Bus, τραγούδησε κι ένα μέρος του με τον αιθέριο τρόπο του. Αλλά οτιδήποτε έκανε μέχρι σήμερα χλωμιάζει μπροστά σε τούτο τον δίσκο με τον τίτλο – δελτίο ταυτότητας.

Αν υπάρχει χημικό στοιχείο με το όνομα Θεσπέσιο, εδώ μας ακτινοβολεί κανονικά, μέσω μιας θρυψαλιασμένης (όχι κλαψιάρικης ή συντετριμμένης) φωνής, εντελώς δοσμένης σε δέκα τρυφερά κομψοτεχνήματα. Με θαλπωρούχα πιανίσματα σαν του Amputee, με παρηγορητικά φωνίσματα σαν του Ballad Dear (ξαναθυμήθηκα τον Ed Harcourt). Χαλάλι να με εγκαταλείψει κάποιος, αν είναι να γραφτεί ένα κομμάτι σαν το Abandonded, να μου πούνε βαριεστημένα ψέματα αν είναι να εμπνεύσουν αριστούργημα όπως το Laziest Lie. Χάρισμά του και οι δέκα ηθελημένα ή μη κοπιαρισμένες δέκα νοτίτσες από το The winner takes it all των Abba στο υπέροχο Prescription. Εδώ υπάρχει τόση λυπημένη ομορφιά χωρίς να μελαγχολείς καθόλου – πώς γίνεται; (με μια εξαίρεση: το In the end είναι όντως δυσβάσταχτα σπαρακτικό).

Αυστραλογενής την καταγωγή, Νεοϋορκέζος στις περιπλανήσεις, περαστικός από διάφορες μπάντες που ποιος νοιάζεται πώς λέγονταν και τι ονειρεύτηκαν, επιδέξιος χειριστής κιθάρας και ukulele (μια μορφή τετράχορδου κιθαροειδούς χαβανέζικης προέλευσης), μοιράστηκε ένα σχήμα με τον Spencer Cobrin, πρώην ντράμερ και συ-συνθέτη του Morrissey και με τον εαυτό του να περιορίζεται σε φωνή και στίχους σε δύο E.P. ως Elva Snow. Έγραψε μουσική για Γιαπωνέζικα animation (Lithium Flower και The Beauty is Within Us της σειράς Ghost in the Shell) συνεργαζόμενος και με την Yoko Kanno.

Κάντε παρέα αυτόν τον άγνωστο, όπως φαίνεται – δεν μέτρησα πάνω από 2-3 ριβιού συνολικά στον πιξελο-γαλαξία – songwriter singer (καλύτερο φαίνεται έτσι;) που έφτιαξε έναν από τους πιο εμπνευσμένους μπαλαντόδισκους της χρονιάς, χωρίς να φωνάζει καμία συγκεκριμένη επιρροή, παρά ολόκληρη την τραγουδο/ποιητική παράδοση. Μην τον μπερδέψετε όμως με τον Scott Matthews που υπερτερεί σε ένα τελικό s, είναι από το Wolverhampton και είναι του εργοστασίου Dylan / Buckley. Ούτε με τον Anthony of the Johnsons με τον οποίο αδικαιολόγητα και χαντακωτικά κάποιοι τον παρομοίασαν – καμία σχέση με την κλαψιάρα Παλόμα της συμφοράς, που θα έβγαζε ιδιαίτερα πετυχημένη μίμηση από τον Ζαχαράτο της Αγγλίας.

Όσο βγαίνουν τέτοιοι δίσκοι με απλά υλικά και ευφάνταστες συνθέσεις, τα κάρβουνα μένουν αναμμένα για όσους περιμένουν μια ροκ εντ ρολλ αναγέννηση. Εγώ μια χαρά είμαι κι έτσι.

Πρώτη δημοσίευση: ξέρετε πού: εδώ.

the Peth – The Golden Mile (Strangetown, 2008)

 

Δύο φίλοι συζητάνε σε μια παμπ στο Κάρντιφ. Υπάρχει περίπτωση το αντικείμενο της κουβέντας τους να φτάσει μέχρι τα αυτιά μας; Είστε σίγουροι πως όχι;

Θυμάστε τον παροιμιώδη Άγγλο συγκάτοικο του Hugh Grant στο Notting Hill; Είναι ο Rhys Ifans, αρχικός τραγουδιστής Super Furry Animals, προτού τον αντικαταστήσει ο Gruff Rhys κάτω από τα δοκάρια του Ουαλλικού τους σταδίου. Ο Ifans έφυγε για να αφοσιωθεί στην δραματική τέχνη, και νάτον τώρα σε ένα πρότζεκτ βασισμένο σε μια ιδέα που εκτοξεύτηκε σε μια παμπ πίνοντας με τον Dafydd Ieuan (ντράμερ των SFA). Ένας δίσκος που παραπέταξε όλη η «κριτική», κοροϊδεύοντας το παρεΐστικο στιλ του και τις φανφαρόνικες στιγμές του.

Όμως το Golden Mile προσωπικά με αιφνιδίασε θετικά, ως ένα πάρα πολύ διασκεδαστικό σύνολο. Καταρχήν, τίποτα δεν μου θύμισε περισσότερο το πνεύμα των …The Times, ιδίως της τελευταίας περιόδου τους, όσο τούτο εδώ. Όπου κάθε τραγούδι διέφερε από το αμέσως προηγούμενο, επιθυμώντας να αποτελέσει παρωδία της διάκρισης των ειδών.

Αυτή η παρωδιακή διάθεση φαίνεται από την αρχή, με το Half A Brain: space-funk κουπλέ, hard rock ρεφραίν. Λίγο αργότερα απλώνεται γκλάμ γλάσο πάνω σε γνώριμη Super Furries ζύμη (Shoot On Sight). To πρώιμο στιλ των τελευταίων αναμενόμενα ανακυκλώνεται στο Let’s Go Fucking Mental. Η αριστοτεχνική μετάβαση σε ψυχεδελικό freak-άρισμα Rolling Stones με Blossom Toes πραγματοποιείται στο υπ’ αριθ. 69 Fanny Street – που θα ήταν το highlight του δίσκου, αν δεν ακολουθούσε το Honey Take A Bow, άριστο αντιγραφικό των γκοσπελικών μπαλλαντών του Jason Pierce of the Spiritualized.

Η έφεση στις κλασικές βρετανικές φόρμες τύπου The Who (Turbotank και Sunset Veranda) είναι εμφανής, η γονυκλισία του τελευταίου στο Baba O’Riley είναι παροιμιώδης, τα γονίδια δεν ξεχνιούνται. Το Stonefinger μιλάει στα ίσια κι απροκάλυπτα με All the Yound Dudes του David Bowie. Αν η Νάντια μου έβαζε το Last Man Standing στην «Ανοιχτή Ακρόαση», θα της έλεγα, ασυζητητί, Status Quo. Όσο για το ομώνυμο, θυμίζω μόνο πως το διαμάντι οι Times το άφηναν για το τέλος.

Αυτοί είναι λοιπόν οι Peth (η λέξη στα ουαλικά λεξικά ερμηνεύεται ως thing), 5 νοματαίοι που σχηματίστηκαν σαν πρόφαση να βρεθούν μαζί στο στούντιο – εξ ου και η διετία ηχογράφησης – και σκάρωσαν έναν μεθυσμένο φόρο τιμής στο ροκ που αγάπησαν ή θέλησαν να παίξουν χωρίς ποτέ να το καταφέρουν. Το Χρυσό τους Μίλι, (: η απόσταση ανάμεσα στο στούντιο και την περιοχή Grangetown του Cardiff, όπου συνέβησαν όλες οι ιστορίες που διηγούνται στους στίχους τους), παίρνει ασφαλώς τη θέση του δίπλα στην υπόλοιπη – άνιση έτσι κι αλλιώς – δισκογραφία των Furries. Η προφανής καταδιασκέδασή τους, μεταφέρεται και σ’ εμάς: όλοι το γλεντάμε εδώ και πάνω απ’ όλους ο Ifans που είχε και μια γερή ερωτική απογοήτευση! Έτσι πρέπει!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Φωτογραφίες: 1. Ράις Υποκρινόμενος (από την ταινία Come Here Today), 2. Ακόμα και τέτοια μέρη απόλυτης Καρντήφειας εμπνέουν ιδέες!

Για όσους είναι αδύνατο να μη συνοδεύσουν με βιβλίο: Guy Davenport, The Cardiff Team. Ten Stories. (New Directions, New York, 1996).