Micah P. Hinson and the Red Empire Orchestra – S/T (Full Time Hobby, 2008)

Χρεωκοπημένος, άστεγος, φυλακισμένος, εθισμένος σε φάρμακα και ναρκωτικά: ορισμένες από τις ιδιότητες που ενδύθηκε ο Micah P. Hinson πριν τα 25 του. Ο Hinson έφυγε έφηβος από την αυστηρή χριστιανική του οικογένεια στα Μεμφισ-τοφελικά τοπία, περιπλανήθηκε στις νύχτες του Τέξας, εισήχθη στον ναρκωτικό κόσμο από την φιλενάδα του, αποκληρώθηκε εν τέλει από τους δικούς του (προφανώς της γνωστής συνομοταξίας των «απάνθρωπων θρησκευομένων»). Χάρη στη βοήθεια μερικών φίλων και μουσικών (που έκτοτε σκόρπιοι κι ακανόνιστοι συναπαρτίζουν τις διάφορες μπάντες τους) είναι ακόμα εδώ ραψωδώντας τις θητείες του στα χείλη των γκρεμών. Για ακόμα μια φορά ο απωλολώς βρίσκει το σπίτι του ανάμεσα στους ξένους.

Σχεδίαζα από καιρό ένα κομμάτι για τους προηγούμενους δύο συναρπαστικούς δίσκους του Hinson: Micah P. Hinson and the Gospel of Progress (2005), Micah P. Hinson and the Opera Circuit (2006), που μαζί με τα Baby and the Satellite (πρώιμες τετρακάναλες ηχογραφήσεις, 2005) και Lights from the Wheelhouse (EP, 2006) απαρτίζουν το μέχρι σήμερα έργο του. Με πρόλαβε η νέα του βουτιά, που θεώρησα απίθανο να τα πλησιάσει, να όμως που συμβαίνει. Κι ας αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου η σπαράζουσα φωνή του «κι αρχίζει να μου τελειώνει η υπομονή» (Patience).

Κάθε τραγούδι του Hinson είναι χαραγμένο από μια αίσθηση αυθεντικότητας και θέρμης, παρά τα πάνδεινα που εξιστορεί (αληθινά ή ψεύτικα δεν έχει σημασία – το βιογραφικό του τον ακολουθεί, ενθουσιάζοντας φυσικά όσους χρειάζονται κακοπαθημένους ήρωες ή προκαλώντας δυσπιστίες και αμφιβολίες περί της αλήθειας του). Η ραγισμένη φωνή του είναι αδύνατο να μην κυριαρχεί στα τραγούδια του. Βραχνωμένη και τρεμουλιαστή, γίνεται το όργανο που καθοδηγεί τα υπόλοιπα χωρίς ακροβατισμούς. Θρηνώδεις ακουστικές συγχορδίες εναλλάσσονται με μελωδικά-blues- μέσα- από- το- βούρκο επιτέλους από νεανική φωνή – ίσως δεν είναι τυχαίο που στο προηγούμενό του λίγο πριν τους στίχους Ι found the word digress and made it a home ακουγόταν ένα sample του χαμένου μπλουζίστα Robert Johnson.

Αναρωτιέμαι: το εμβατηριακό βαλς/μπλουζ της ερωτικής ικεσίας (Come home quickly, darlin’) σε ποιον θα ταίριαζε περισσότερο, στον Matt Elliott ή στον Nick Cave; Το The wishing well and the willow tree δεν μοιάζει να τραγουδιέται από μια μεθυσμένη κουστωδία που σέρνεται έξω από ένα καταγώγι; Στιγμιαίες φωνητικές εκλάμψεις του δεν αντανακλούν τον Richard Hawley (θλιμμένο στο Sunrise over the olympus mons, αισιοδοξότερο στο We won’t have to be lonesome);

Παρά την υπόγεια εμμονή στην παραδοσιακή Americana (You will find me) ή την πλήρως απογυμνωμένη φολκ (The fire came up to my knees), η καθαρτήρια country-noir του μοιάζει μοναδική, έχοντας συν τοις άλλοις το κάπως δυσεύρετο κατόρθωμα η λύπη που αναβλύζει από τις άκρες των λέξεών του να μην γίνεται καταθλιπτική. Αν οι Tom Waits και Leonard Cohen τον αποκλήρωναν για φυγόκεντρες τάσεις από την παράδοσή του(ς), οι Johnny Cash και Willie Nelson σίγουρα θα έπαιρναν το μέρος του. Κι ένορκοι συμπαραστάτες θα έρχονταν Mark Lanegan, Lambchop, Decemberists. Στο ακροατήριο θα βρίσκονταν τα μέλη της Τεξανής κολλεκτίβας The Earlies που τον βοήθησαν στην αρχή ή του πιο spiritualαρισμένου του πρότζεκτ The Late Cord.

Η τελευταία καταγραφή στο μαρτυρολόγιο του Micah Hinson αφορά μια ακόμα περιπλάνησή του στο χώρο της φαρμακολογίας: η συνδυασμένη λήψη Codeine, Xanax, Soma και Neurontin (κατόπιν ιατρικής συνταγής αυτή τη φορά) για να αντιμετωπίσει τους πόνους ενός σοβαρού τραύματος στην πλάτη ύστερα από μια κλασική πάλη μεταξύ αστειευόμενων φίλων, τον έφερε για άλλη μια φορά εξόριστο στην επικράτεια του Εθισμού και της μακράς Νοσηλείας (μετά την προπέρσινη τουρνέ).

 Σήμερα ο Hinson έχει πλέον ένα ταβάνι να τον σκεπάζει τα βράδια και κάποια υπομονετική ψυχή να του καλμάρει τους εφιάλτες του παρελθόντος. I keep havin’ these dreams τραγουδάει στο συναρπαστικότερο όλων ομώνυμο κομμάτι και λες κι από κάπου δίπλα όλοι οι προαναφερθέντες τον σιγοντάρουν. Εφιάλτες οι οποίοι, όπως και οτιδήποτε από το παρελθόν μας, είναι πάντα εκεί. Ευτυχώς για μας ;

 Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

Andrew Bird – Noble beast (Fat Possum, 2009)

 

Δυο είναι οι γοητευτικές ταλαντοφόρες μοναχικές περσόνες που θα επιθυμούσα διακαέστατα να δω ζωντανούς, σε θεόκλειστο, φυσικά, χώρο: ο Patrick Wolf και ο Andrew Bird. Γείτονες μουσικά και υφολογικά, ανήκουν και οι δύο σε εκείνο το ευγενές είδος των ιδιοσυγκρασιακών singers / songwriters των οποίων η πλέον απρόβλεπτη ποπ μοιάζει να ακολουθεί τις ποικίλες περσονικές τους διακυμάνσεις. Ο Wolf έβγαλε πιθανώς τον κορυφαίο του δίσκο πέρσι, άρα μήπως φέτος ήρθε η σειρά του Bird; Να αρχινίσουν τα βιολιά, να σφυρίξουν τα χείλη!

Ψυχραιμία. Κάθε κυκλοφορία του Bird απαιτεί πολλαπλά ακροαστικά, οπότε απάντηση δεν θα δοθεί τώρα, αλλά θα σας περιμένει στο τέλος του κειμένου. Για όσους δεν γνωρίζουν τον θείο μας απ’ το Σικάγο, να ενημερώσουμε πως πρόκειται για συνθέτη, τραγουδιστή, βιολιστή και πολυοργανίστα, που αποδεικνύει πόσο ισάξια όργανα αποτελούν τα σφυρίγματα, τα παλαμάκια, τα ποδοχτυπήματα και οι αναστεναγμοί. Το βαριετέ του περιλαμβάνει οτιδήποτε κλασικότροπο, λάτιν, τσιγγάνικο θεωρεί πως ταιριάζει στην ποπ του. Θα φτιάξει ευρωπαϊκό swing, ορλεανική τζαζ και μπρεχτικό καμπαρέ σαν να είναι το καθημερινό του πρωινό. Λες και έχει εμμονή με την μουσική ιστορία και θέλει να την διασκευάσει ολόκληρη στα μέτρα του.

Έτσι και εδώ, ο Bird φτιάχνει τραγούδια βικτωριανής σοβαρότητας, με εκδρομικό προφίλ και χαμαιλεοντικά ρούχα, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς υποχρεωτικά ρεφρέν. Για παράδειγμα, το Oh No ξεκινάει με εισαγωγή ρομαντικής τηλεοπτικής σειράς των 40ς, συνεχίζει με σφύριγμα γαλλικής Eudaimonica τύπου Joe Dassin, αποκτά Burt Bacharach κουπλέ και εκτροχιάζεται σε Fleetwood Mac ρεφραίν! Το Masterswarm αρχίζει ως αργοπορημένη φολκ και εξελίσσεται σε jazzy calypso με βιολί (και τι βιολί!) ως χαλί για τις γνωστές νοσοκομειακές του ψευτοπεριπέτειες και με τα γνώριμα σφυρίγματάκια του. Η συγγένεια με τον Wolf είναι εμφανέστατη στην πομπώδη εισαγωγή του Fitz and the Dizzy Spells με όλα αυτά τα αγαπησιάρικα αγκαλιάσματα βιολιού και σφυρίγματος.

Ακόμα και στην καθαρόαιμη φολκ του βάζει υπονομευτικά στοιχεία: ένα βαλς ρυθμό στο Effigy, κάποια Ελλιοτικά back vocals στο Tenuousness, με στίχους για Μινωίτες και Αρχαίους Λισβονέζους! Ίσως γι’ αυτή την υπερίσχυση της φολκ αντί του μπαρόκ ή ενός σκοτεινότερου στοιχείου, το Noble Beast ακούγεται κατά τι κατώτερο του Armchair Apocrypha (2007). Όμως όλα τα παράδοξα εντάσσονται φυσιολογικά στις συνθέσεις, ακόμα και το γεγονός πως σε δύο συνθέσεις σου δίνει άλλες δύο δώρο, εφόσον τα Not A Robot, But a Ghost και Souverian περιέχουν από ένα κρυμμένο διαμάντι. Μήπως γι’ αυτό και το συγκεκριμένο εξώφυλλο; Νατουραλιστική εικόνα, φυσικότατη ποπ. Κι ας ξεχάσω τα τρία απατεωνίστικα οργανικά ασήμαντης διάρκειας (Ouo, Unfolding Fans, Oh Ho).

Κατά τα άλλα, σε ό,τι κι αν πιάσω ν’ ακούω, στην κονσόλα με ακολουθεί σαν τον διάολο ο Mark Nevers (Lambchop και τα λοιπά και τα λοιπά) που φρόντισε τις ηχογραφήσεις του Nashville ενώ για εκείνες του Chicago ο Jeff Tweedy των Wilco παραχώρησε ευγενικά το λοφτ του έχοντας καλοπεράσει με τον Bird στα περσινά τους τουρνέ. Συντροφιά στη φωνή τού κάνει η Kelly Hogan, μια τραγουδίστρια που συνοδεύει σε συναυλίες την Neko Case. Η πολυτελής έκδοση περιλαμβάνει πρόσθετο cd (Useless Creatures) με 9 οργανικά κομμάτια.

Ακούγεται παράδοξο αλλά πραγματικά νομίζω πως η περιπέτεια του φλεγματικού μας αναδευτή στην χώρα των ακουστικών οργάνων μπορεί να τελειώσει εδώ – είμαστε πλήρως ικανοποιημένοι. Έφτασε η ώρα να παραδώσει τις πλουμιστές ιδέες του στην υπηρεσία της ηλεκτρονικής ή έστω μιας πιο ηλεκτροκίνητης μουσικής.

Και μην κάνετε ζαβολιά, ήρθατε χωρίς να διαβάσετε το κείμενο πρώτα! Αυτό θα βγάλει την κατακλείδα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.