I Am Kloot – Play Moolah Rouge (Skinny Dog, 2008)

 

Οι προ δεκαετίας σχηματισθέντες I Am Kloot εξακολουθούν να έχουν εκείνα τα στοιχεία που μας τους έκαναν εξ αρχής αγαπητούς: μια φωνή που κρυσταλλίζει, αφηγούμενη μικρές σκοτεινές ιστορίες ρομάντζου ή πόνου, την ομίχλη του Μάντσεστερ (θα μπορούσε να είναι και της Κοπεγχάγης ή του Άμστερνταμ) να νοτίζει τις νότες τους κι ένα στα τέσσερα τραγούδια τους να είναι κομψοτέχνημα μελωδίας. Καμιά έκπληξη λοιπόν στον τέταρτο στουντιακό δίσκο των IAK μετά τα Natural History (2001), I Am Kloot (2003), Gods and Monsters (2005), πέμπτο αν υπολογίσουμε και τα Peel Sessions του 2006.

Εδώ η τριάδα (ο Bramwell, ο μπασίστας Pete Jobson και ο ντράμερ Andy Hargreaves, που μετατρέπεται σε πεντάδα στα live, με προσθήκη των αδελφών Colin και Norman McLeod σε keyboards και slide) τον αφιερώνει στον αδικοχαμένο συντοπίτη και φίλο singer και songwriter Bryan Glancy που πέθανε το 2006 (δείτε σχετικά: http://www.bryanglancy.blogspot.com/). Οι ίδιοι δηλώνουν πως πολλοί από τους στίχους προέρχονται από συζητήσεις μαζί του. Μια άλλη έμπνευση που τονίζει συχνά ο ο Bramwell αποτέλεσαν οι σόλο ακουστικές τους εμφανίσεις σε μικρούς χώρους, τόσο στη σύνθεση όσο και στο κλίμα που επιθυμούν να αποτυπώσουν.

Πώς να εξηγήσω το γεγονός πως ενώ είναι ολοφάνερη η ομοιότητα της φωνής του σχήματος με τη φωνή των Nits κανείς δε το αναφέρει; Είναι ακόμα τόσο άγνωστοι οι περίτεχνοι Ολλανδοί κυβιστές της ποπ, απ’ τους οποίους μοιάζουν να βγαίνουν τα μαγικά Down at the front και Only role in town; Έχει γούστο αυτοί οι συννεφιασμένοι Ντυλανίσκοι, που αφήνουν για λίγο – αν και όχι εντελώς – την γειτονική επίδραση των Doves και Elbow, αγγίζουν τους Decemberists και κάνουν χειραψία στους Go Betweens (ιδίως στο Ferris wheels) να μην γνωρίζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη των ανεπανάληπτων εκείνων Ολλανδών…

Παρά το γεγονός πως ο ακροατών και φανς τους διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας και περιώνυμους όπως ο Danny Boyle (που παραδέχεται πως τους έμαθε απ’ την κόρη του), ο Pete “Libertines/Babyshambles” Doherty (που δηλώνει πως είναι η πιο αγαπημένη του μπάντα) και ο Christopher Eccleston (που ζήτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο βίντεο του Proof), το σχήμα άφησε την εταιρεία του και άρχισε να πουλά σε περιορισμένη έκδοση τον νέο αυτό δίσκο τους στις συναυλίες τους, σχεδόν ένα χρόνο πριν την επίσημή του κυκλοφορία. Ο τίτλος αφορά τις (περιορισμένες, λόγω χρημάτων) μέρες που μοιράστηκαν Moolah Rouge Studios του Stockport, το The Runaways είναι γι’ αυτούς που τρέχουν μακριά, κι όλα αυτά είναι η πιο γλυκιά εκδοχή βροχερής ποπ μελαγχολικών τοπίων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Προσοχή, οι αφίσες απατούν.

Silver Jews – Lookout mountain, lookout sea (Drag City, 2008)

What’s with all the handsome grandsons in these rock band magazines

What have they done with the fat ones, the bald and the goateed ?

Έχει απόλυτο κι απολαυστικό δίκιο ο David Bernman. Να θυμηθούμε πάντως να του στείλουμε μερικά λινκς, γιατί ουκ ολίγες φορές ασχοληθήκαμε με ασχημούληδες εδώ. Αναρωτιέμαι αν θα τον βρούμε όμως, καθώς, όπως πρόσφατα δήλωσε, εγκαταλείπει την μουσική. Αν δεν μπλοφάρει, όπως συχνά το συνηθίζει στιχουργών ή συνεντευξιαζόμενος, τότε αυτό είναι το κύκνειο άσμα ενός συγκροτήματος που αγάπησα ιδιαίτερα. Τέρμα λοιπόν εδώ της εικοσαετούς πορείας τελευταία έβγαζε θησαυρούς κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια;

 Εντάξει λοιπόν, έκτος και τελευταίος δίσκος του σεξτέτου από το Nashville, που είναι φίλοι και κάτι παραπάνω των Pavement (ο Malkmus τους κάνει συχνά φωνητικά), Smog, Will Oldham και που εμφανίζονται με το νιοστό σχήμα τους (που περιλαμβάνει ακόμα την γυναίκα του Cassie και μία τετράδα μουσικών που μοιάζουν να παίζουν μαζί από τις αλάνες). Για πολλούς βέβαια τα κορυφώματά τους ήταν το προηγούμενο (του …2005) Tanglewood Numbers (που γράφτηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη πνευματική περίοδο για τον ίδιο – There is a place past the blues I never want to see again όπως κατατοπιστικά μας τραγούδησε) και το American Water (1998). Όμως…

… το tour de force τους είναι αυτό εδώ: ένα φωνητικό «οικογενειακό διπλό» που εντέχνως παρομοιάστηκε σαν κουαρτέτο τεσσάρων φωνών (Johnny Cash και Stephen Merrit αγκαλίτσα με Tammy Wynette και Emmylou Harris) με τα δύο γνώριμα ατού του: η εκλεπτυσμένη και συνάμα βρώμικη κάντρι ροκ άποψη και οι στίχοι (αγριεμένο χιούμορ, εξωφρενικές μεταφορές). Αυτή τη φορά όμως μπαίνει άπλετο φως: τα τραγούδια είναι πιο ανεβασμένα (πρέπει να είναι το πιο εύληπτο δισκίο τους) και η παραγωγή πεντακάθαρη και λουστράτη (από τον Mark Nevers των Lambchop), κι ας θέλαμε λίγα χιλιοστά ακαταστασίας, το ποσοστό έμπνευσης είναι εκεί πάνω.

Όλα φαίνονται στο εναρκτήριο τρακ, με τις έξοχες ψυχεδελικές κιθάρες και όλα αυτά τα What is not but could be if και What was not but could have been που μας διαολίζουν τη ζωή, στο τρυφερό σκοτάδι του My Pillow Is The Threshold – ένας dark ύμνος στον ύπνο και τα όνειρά του, στην πορτοκαλένια psycho-pop του Open Field, στην τελετή λήξης αυτής της γιορτής, με την ιδανική φράση για ερωτική εξομολόγηση: We Could Be Looking For The Same Thing. Το San Francisco B.C σαφώς τιμά τον Lou Reed (κι όχι μόνο τον δικό του αντίστοιχο πολίτικο ύμνο New York), φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ένα βουλιμικό κορίτσι τα ταιριάξει μ’ έναν λαντζέρη (Aloysius, Bluegrass Drummer), φανταστείτε γλάρους να αντικαθιστούν τη φωνή στο ρεφραίν στο Party Barge (κυριολεκτώ)!

Ακούω το Suffering Jukebox για άλλη μια φορά, καρφωμένος στην γκρίζα ποιητική του (Suffering jukebox, such a sad machine/You’re all filled up with what other people mean) και σκέφτομαι πως τo εξώφυλλο με το άγριο τοπίο και τα ομόχρωμα αταίριαστα αρκουδάκια (έργο του Αυστραλού ζωγράφου Stephen Bush) ίσως πάει γάντι με τη ενσωματωμένη μουσική: κάτι πολύ οικείο και κάτι πολύ φευγάτο μαζί.

Υ.Γ. Ελπίζω τουλάχιστον ο David Bernman να αρχίσει να γράφει το βιβλίο που έταξε. Για να ξαναδιαβάσουμε φράσεις όπως το: Come to Tennessee/ Cause you’re the only ten I see.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.